Τετάρτη 28 Ιουλίου 2010

Το σχολείο στα βαθιά


 Της ΑΝΝΑΣ  ΑΝΔΡΙΤΣΑΚΗ,  
Η μείωση των μαθητών αυτή την χρονιά στα ιδιωτικά θα υπερβεί το 20%, με συνέπεια εκατοντάδες εκπαιδευτικοί να αντιμετωπίσουν το φάσμα της ανεργίας και αρκετά ιδιωτικά εκπαιδευτήρια τον κίνδυνο του λουκέτου. 
Οι παραδοσιακά μεγάλες μονάδες της ιδιωτικής εκπαίδευσης, των οποίων τα δίδακτρα κυμαίνονται από 10.000 - έως 15.000― το χρόνο, δεν θα αντιμετωπίσουν πρόβλημα ούτε η οικονομική κρίση θα τις επηρεάσει, αφού οι γονείς που τις επιλέγουν, θα συνεχίσουν να τις επιλέγουν σταθερά.
Οπως τονίζει ο πρόεδρος της Ομοσπονδίας Ιδιωτικών Εκπαιδευτικών Ελλάδος (ΟΙΕΛΕ), Μιχάλης Κουρουτός, «οι συνέπειες της κρίσης στους μικρομεσαίους που τροφοδοτούν τα μικρά και μεσαία ιδιωτικά σχολεία, ο χαρακτηρισμός των διδάκτρων ως τεκμηρίων διαβίωσης, η ανεξέλεγκτη αύξηση των διδάκτρων την τελευταία πενταετία (που σε κάποιες περιπτώσεις άγγιξε το 60-100%) και η πτώση της ποιότητας πολλών ιδιωτικών σχολείων είναι οι σημαντικότεροι παράγοντες που συντελούν στη φυγή μαθητών από τα ιδιωτικά εκπαιδευτήρια. Ειδικά για τον τελευταίο παράγοντα πρέπει να σημειωθεί πως οι σχολάρχες, μεθυσμένοι από το άκρατο κέρδος που έφερε η απελευθέρωση των διδάκτρων μετά το 2004, αποπειράθηκαν να μετατρέψουν τα σχολεία σε άντρα ανομίας. Χαρακτηριστικό είναι πως το 1/3 και πλέον των ιδιωτικών εκπαιδευτικών είναι παράνομοι, χωρίς τυπικά προσόντα. Επομένως, η ποιότητα πέφτει, οι γονείς εξαπατώνται και, εν τέλει, στέλνουν τα παιδιά τους σε ένα δημόσιο της γειτονιάς».
Ο ίδιος τονίζει πως για να αντιμετωπιστεί η κρίση αυτή, οφείλουν οι ιδιοκτήτες να αντιμετωπίσουν τα σχολεία τους όχι ως επιχείρηση αλλά ως πυρήνα παραγωγής κοινωνικού αγαθού. «Οφείλουν να στελεχώσουν τα εκπαιδευτήρια με άρτια καταρτισμένο και νόμιμο προσωπικό, το οποίο και θα αμείβουν με βάση το νόμο. Οφείλουν, επίσης, να αντιμετωπίζουν τους εκπαιδευτικούς ως συναδέλφους και συνεργάτες κι όχι ως αναλώσιμο προσωπικό εμπορικού καταστήματος, το οποίο θα μεταχειρίζονται με μεσαιωνικούς όρους εργασίας. Πρέπει, ακόμη, να μειώσουν τα δίδακτρά τους, ώστε έμπρακτα να αποδείξουν πως έχουν αντιληφθεί το νέο οικονομικό περιβάλλον και πως έχουν τη δυνατότητα να ανταποκρίνονται στις ανάγκες της κοινωνίας».
Τελικά η οικονομική κρίση μπορεί να μεταβληθεί σε ευκαιρία, μπορεί να επανιδρυθεί το δημόσιο σχολείο; Είναι σαφές ότι αν δεν γίνει μια γενναία μεταρρύθμιση και μια ισχυρή ενίσχυση του δημόσιου σχολείου, τίποτα δεν πρόκειται να αλλάξει. Κι αυτό, γιατί αν δεν αντιληφθεί η πολιτεία ότι η εκπαίδευση είναι δημόσιο και κοινωνικό αγαθό από όπου κι αν προσφέρεται, τίποτα δεν θα ευδοκιμήσει. Η δημόσια εκπαίδευση νοσεί όχι επειδή υπάρχει η ιδιωτική. Νοσεί επειδή υποβαθμίζεται σταθερά από διαχρονικές πολιτικές, οι οποίες την καθηλώνουν και την καθιστούν αναξιόπιστη και αναποτελεσματική. Αυτό σημαίνει ότι το δημόσιο σχολειό, που αφορά πάνω από το 90% του ελληνικού μαθητικού πληθυσμού, πρέπει να ενισχυθεί πολύπλευρα, ουσιαστικά και γενναία, ενώ το ιδιωτικό να λειτουργεί σύννομα, ελεγχόμενα και σύμφωνα με τις επιταγές του Συντάγματος. Μιλούν στην «Ε» εκπαιδευτικοί, μαθητές, γονείς, πανεπιστημιακοί.
Φέτος θα είναι μια αρκετά δύσκολη χρονιά για τα σχολεία, δημόσια και ιδιωτικά. Τα τελευταία ήδη έχουν υποστεί την κρίση είτε με τη φυγή μαθητών είτε με τη μείωση εγγραφών στις εισαγωγικές τάξεις. Τα δημόσια, από την άλλη, θα υποστούν όχι μόνον τις άμεσες συνέπειες των σκληρών οικονομικών μέτρων (μειώσεις προσλήψεων κ.ά.) αλλά και τις παρενέργειες, που με την ακολουθία του ντόμινο θα επιφέρουν σημαντικές ανατροπές μέσα στις σχολικές αίθουσες. Με άλλα λόγια, οι δραστικές μειώσεις που αναμένονται σε προσλήψεις (50% σε μόνιμους και 70% σε αναπληρωτές) θα δημιουργήσουν μια νέα πραγματικότητα, βασικά χαρακτηριστικά της οποίας θα είναι οι συγχωνεύσεις τμημάτων, οι υποχρεωτικές υπερωρίες των εκπαιδευτικών, οι μετακινήσεις από βαθμίδα σε βαθμίδα, ακόμη και από σχολείο σε σχολείο.
Παρ' όλα αυτά, θεωρείται αδύνατη η αντιμετώπιση του προβλήματος των κενών στα σχολεία, διαχρονικά άλυτο πρόβλημα. Με αριθμούς η κατάσταση έχει ως εξής:
- Από 6.000 οι μόνιμοι αναμένεται να μειωθούν σε 3.000, ενώ οι αναπληρωτές από 7.000-8.000 ενδέχεται να πέσουν σε 2.000-3.000. Το υπουργείο Παιδείας ήδη έχει ξεκινήσει μία εκ των ενόντων προσπάθεια με στόχο την επιστροφή στα σχολεία των, όχι πάνω από 6.000, αποσπασμένων (σε κεντρικές υπηρεσίες, διευθύνσεις, γραφεία εκπαίδευσης, φορείς, Ιδρύματα κ.ά.), ενώ έχει εξαγγείλει ακόμη και συγχωνεύσεις Οργανισμών (Π.Ι. με τον ΟΕΠΕΚ κ.ά.), όπως το απαιτούν άλλωστε οι αναδιαρθρώσεις των νέων πολιτικών για τη Διά Βίου Μάθηση.
Δεν αρκούν αυτά τα μέτρα, απαντούν οι εκπαιδευτικοί, παραπέμποντας στις περίπου 1.000 αποσπάσεις που ήδη έχουν γίνει, ενώ επισείουν την προσοχή στο μεγάλο κύμα αποχωρήσεων εκπαιδευτικών λόγω των σκληρών συνταξιοδοτικών μέτρων. Κάθε χρόνο δεν υπερβαίνουν τις 4.000, φέτος αναμένεται υπερδιπλασιασμός.
Το σχέδιο δράσης (ή διάσωσης) του υπουργείου Παιδείας προβλέπει:
- Συγχωνεύσεις τμημάτων με την ενεργοποίηση της διάταξης για τον αριθμό των μαθητών ανά τάξη. Αν και θεωρείται κατάκτηση η συγκράτηση του αριθμού των μαθητών κάτω από το όριο των 25, ο νόμος προβλέπει για τη δευτεροβάθμια 30 ανά τάξη, για την πρωτοβάθμια 25 συν 10% ανά τάξη. «Δεν θα αλλάξει ο νόμος», δήλωσε πρόσφατα στη Βουλή η υφυπουργός, Εύη Χριστοφιλοπούλου, αλλά μίλησε για τμήματα ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες κάθε μονάδας και έδωσε το ενδεικτικό παράδειγμα: «Ενα τμήμα πρωτοβάθμιας με 26 μαθητές, με το ισχύον όριο σπάει σε δύο τμήματα των 13 μαθητών. Σ' αυτές τις περιπτώσεις ωφελιμότερο -για το δημόσιο και το παιδαγωγικό συμφέρον- είναι το τμήμα να παραμένει ενιαίο με 26 μαθητές».
- Μετακύληση εκπαιδευτικών από βαθμίδα σε βαθμίδα, ανάλογα με τις ανάγκες (παλιά διάταξη), διπλή ανάθεση ειδικότητας, μετακινήσεις από σχολική μονάδα σε σχολική μονάδα εντός της ίδιας περιφέρειας αλλά και υποχρεωτική υπερωρία 5 ώρες την εβδομάδα, θεσμοθέτηση του «αναπληρωτή με μειωμένο ωράριο» κ.ά.

Ιδιωτικό για γερές βάσεις και επένδυση ζωής

Τα ιδιωτικά σχολεία υπερτερούν γιατί:
1) Εφαρμόζονται νέα προγράμματα που δοκιμάζονται στην πράξη και παραμένουν όσα τελεσφορούν.
2) Υπάρχει ασφάλεια στους χώρους του σχολείου και στη διακίνηση (έλεγχος για κακές παρέες, εξωσχολικούς, ναρκωτικά, βιαιότητες κ.λπ.).
3) Υπάρχει έλεγχος σε αυθαίρετες απουσίες παιδιών (καθημερινό τηλέφωνο όταν λείπουν).
4) Γίνεται καθημερινός έλεγχος στους εκπαιδευτικούς για διόρθωση τετραδίων, εργασιών και παρακολούθηση της προόδου του εκπαιδευτικού έργου.
5) Γίνεται καθημερινός έλεγχος των μαθητών εάν έχουν μελετήσει και αν έχουν εμπεδώσει την καθημερινή ύλη των μαθημάτων.
6) Γίνονται μαθήματα πέραν του αναλυτικού προγράμματος του υπουργείου Παιδείας: ηλεκτρονικοί υπολογιστές, αθλήματα, ελληνικοί χοροί, στίβος, Internet, δύο ξένες γλώσσες κ.λπ.
7) Οι εκπαιδευτικοί των ιδιωτικών είναι υψηλής στάθμης και επιμορφώνονται με συνεχείς μετεκπαιδεύσεις.
8) Τα ιδιωτικά σχολεία δουλεύουν συνεχώς, χωρίς απεργίες, καταλήψεις, χαμένες ώρες για συνελεύσεις κ.λπ.
9) Τα ποσοστά επιτυχίας των μαθητών των ιδιωτικών σχολείων στις πανελλαδικές εξετάσεις είναι σημαντικά μεγαλύτερα από αυτά των δημόσιων σχολείων.
Αυτό δεν το λένε μόνο τα ιδιωτικά σχολεία, το λέει και το Οικονομικό Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Σε σχετική έρευνα οι μαθητές των ιδιωτικών σχολείων συγκεντρώνουν βαθμολογία 2 μονάδες υψηλότερη της εικοσάβαθμης κλίμακας (1-20) από αυτές που συγκεντρώνουν οι μαθητές των δημόσιων σχολείων.
* Πρόεδρος Συνδέσμου Ιδρυτών Ελληνικών Ιδιωτικών Εκπαιδευτηρίων 

Του ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ ΓΕΙΤΟΝΑ*
«Το καλό σχολείο αποτελεί σταθερή αξία. Και οι σταθερές αξίες αποτελούν επένδυση ζωής. Τελευταία πολλοί προφήτες προφητεύουν πως η οικονομική κρίση θα φέρει το τέλος της ιδιωτικής εκπαίδευσης. Προσωπικά υποστηρίζω πως η κρίση αναδεικνύει την ποιότητα. Επομένως τα ιδιωτικά σχολεία, στα οποία η ποιότητα των εκπαιδευτικών υπηρεσιών είναι ευανάγνωστη, όχι μόνο δεν θα φτάσουν στο τέλος τους, αλλά αντίθετα θα υπερβούν κάθε προσδοκία ζήτησης. Για την αξιολόγηση του σχολείου ιδιωτικού και δημόσιου, οι γονείς χρησιμοποιούν μια σειρά κριτηρίων. Αναφέρω ενδεικτικά: παιδαγωγική έρευνα - καινοτομίες - ευελιξία προγραμμάτων, σύνδεση του σχολείου με το μέλλον, επικοινωνία - συνεργασία σχολείου - οικογένειας, ώρες διδασκαλίας ημερησίως και εβδομαδιαίως, επιμόρφωση - αμοιβές εκπαιδευτικών, επιτυχίες (Πανελλαδικές - ξένες γλώσσες - ηλεκτρονικοί υπολογιστές και σε πανεπιστήμια εξωτερικού), αθλητικές και καλλιτεχνικές διακρίσεις, συμμετοχή σε κοινωνικά προγράμματα, υλικοτεχνική υποδομή, προγράμματα παιδείας και πολιτισμού. Συμπερασματικά θα έλεγα ότι η ποιότητα αποτελεί τον αλάθητο οδηγό για την επιλογή του δημόσιου ή του ιδιωτικού Σχολείου».
* Γενικός διευθυντής των Εκπαιδευτηρίων Γείτονα
Μαργαρίτα Χωριανοπούλου, φιλόλογος
«Δεν είχα ποτέ φανταστεί ότι θα διάλεγα ένα ιδιωτικό σχολείο για τα παιδιά μου - για την ακρίβεια θα "αναγκαζόμουν" να το κάνω στο Γυμνάσιο και το Λύκειο. Και αυτό γιατί πίστευα και πιστεύω στο δημόσιο χαρακτήρα της εκπαίδευσης ως αγαθού. Ωστόσο, το πέρασμα των παιδιών μου από το δημόσιο σχολείο, στα τρυφερά χρόνια του Νηπιαγωγείου και του Δημοτικού, ήταν μια μεγάλη "περιπέτεια". Η επιλογή βεβαίως ενός ιδιωτικού σχολείου δεν σημαίνει και αναίρεση των αρνητικών δεδομένων της εκπαίδευσης στην Ελλάδα. Αποτελεί απλώς ένα "χρυσωμένο χάπι", συχνά αναγκαίο, μέσα σε ένα αναχρονιστικό εκπαιδευτικό σύστημα. Αυτή η επιλογή δεν είναι παρά ένα "άλλοθι" για εμάς τους γονείς που προσπαθούμε, ατομικά πια, να περισώσουμε ό,τι μπορούμε».
Γιάννης Ματζάκος, φοιτητής
«Αποφοίτησα από ιδιωτικό σχολείο, το οποίο ευτυχώς δεν λειτουργεί ως επιχείρηση. Σε αυτό πήρα τις κατάλληλες βάσεις για να μπορέσω σήμερα να περάσω στο Πολυτεχνείο και να πάρω το δικό μου δρόμο στη ζωή. Εκτός από τα μαθήματα, υπήρχαν και δραστηριότητες για την ενημέρωσή μας για θέματα παγκόσμιου ενδιαφέροντος που θα επηρέαζαν το μέλλον μας. Διοργανώναμε πολλές αθλητικές και πολιτιστικές εκδηλώσεις, καθώς και εκπαιδευτικά ταξίδια που διεύρυναν τους ορίζοντές μας. Πέρα από όλα αυτά όμως, υπήρξαν αναρίθμητες στιγμές γέλιου και καλής παρέας. Αν με ρωτούσαν αν θα ξαναπήγαινα σχολείο στο ίδιο περιβάλλον και με τους ίδιους συμμαθητές, θα έλεγα "ναι!"».

Η κρίση, ευκαίρια ανάκαμψης

Η έννοια της κρίσης στον τομέα της εκπαίδευσης δεν είναι απαραίτητα η αρνητική διαπίστωση ενός οργανωτικού πλαισίου, το οποίο διέπουν κανόνες αμφισβητούμενης αποτελεσματικότητας, καθιστώντας προβληματική την επιτέλεση του έργου της.
Αλλωστε, είναι σχετικά ασύνηθες φαινόμενο μια περίοδος όπου η εκπαιδευτική πραγματικότητα θα έχαιρε μιας γενικής εκτίμησης, ακόμα και όταν όλες οι άλλες συνισταμένες εξελίσσονται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.
Τα εγγενή ζητήματα τα οποία ανακύπτουν κατά την προσέγγιση των διαφόρων πεδίων γνώσης, των ποικίλων εκφάνσεων της ανθρώπινης δημιουργίας και εμπειρίας σε ένα ρυθμιστικό περιβάλλον συμβάλλουν στην ανάδυση των βασικών εκείνων συστατικών που προκαλούν μια κατάσταση κρίσης. Πρόκειται για μια υποκινούμενη κρίση με ανταγωνιστικές δυνάμεις, οι οποίες αναπτύσσονται ανάμεσα σε μια επιβαλλόμενη λειτουργικότητα και μια αυτοφυή τάση προς υπέρβαση των ορίων με στόχο τη βελτίωση της εκπαιδευτικής πράξης, όχι με όρους προόδου αλλά διά μέσου μιας πολλαπλής συνδυαστικής δράσης σε διαρκώς νέα δεδομένα.
Αντίθετα, σε καιρούς γενικευμένης κρίσης, πολιτικής, κοινωνικής, οικονομικής και οξυμένων προβλημάτων οι αρνητικές προοπτικές που διαγράφονται επιδρούν στη λεπτή ισορροπία που χαρακτηρίζει την εκπαιδευτική διαδικασία. Η προϊούσα αποδιοργάνωση θα μπορούσε να επιφέρει ένα καίριο πλήγμα σε μια δυναμική που δεν ορίζεται μόνο από εσωτερικές αρχές αλλά και από την πάγια πρόθεση αντιστοιχίας και αλληλεπίδρασης με τα κοινωνικά δρώμενα. Ωστόσο, ανάλογες συνθήκες υπαγορεύουν κινήσεις ικανές να αντιστρέψουν τη φορά των πραγμάτων, προτείνοντας τη δυνατότητα μιας αποδιοργανωτικής αλλά δημιουργικής πορείας, η οποία εκμεταλλευόμενη τις θετικές απόρροιες μιας ρήξης, ως συνωνυμικής απόδοσης της κρίσης, θα οδηγούσε προς μια αίσια έκβαση στο χώρο της παιδείας.
*Πανεπιστημιακός κοσμήτορας (Directeur d'UFR) της Σχολής Ρομανικών, Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών, Πανεπιστήμιο Lille 3 (Γαλλία) 

Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΣΕΒΑΣΤΑΚΗ*
«Εάν η επιστροφή ακολουθείται από το διαψευσμένο μικροαστικό ιδανικό της φαντασιακής κοινωνικής ισχύος, είναι σίγουρο ότι θα προσκομίσει και ποσοστά συμπεριφορικής αστάθειας και υφέρπουσας βίας στα ίδια τα επανερχόμενα παιδιά. Θα την ασκήσουν τα κοινωνικά, αξιολογικά στερεότυπα που κυριάρχησαν μέχρι σήμερα και που αποδομούνται. Η επιλογή του δημόσιου σχολείου είναι επάνοδος στις διαταξικές και διαπολιτισμικές συνευρέσεις, στις δύσκολες αλλά εκπαιδευτικά παραγωγικές ισορροπίες. Η λογιστική αντί της διδασκαλίας, οι μαζικές τάξεις των 30 μαθητών, η αποδυνάμωση της διδακτικής εξατομίκευσης και του στοχασμού που αυτή οργανώνει, ενδεχομένως απορυθμίσουν τα παιδαγωγικά και επικοινωνιακά ρευστά στην αίθουσα διδασκαλίας. Το σίγουρο είναι ότι θα χρειαστεί μια συλλογική υπερεπένδυση στον πιο απαξιωμένο την τελευταία δεκαετία παράγοντα: τον εκπαιδευτικό του δημόσιου σχολείου. Οι κομπασμοί, οι ενοχοποιήσεις, η μιντιακή συκοφαντία, η πολιτική αγυρτεία προς τη δημόσια εκπαίδευση θα χρειαστεί να αναστραφούν. Από την πνευματικότητα, τη διδακτική φαντασία, την ηθική του δασκάλου. Απ' ό,τι δεν πληρώνεται δηλαδή. Ο δάσκαλος γνωρίζει ότι αυτά για τα οποία δεν τον πληρώνουν, είναι ακριβώς αυτά που τον πληρούν. Το νέο, δύσκολο σχολείο εάν επανιδρυθεί έξω από τις συστημικές ακαμψίες, τον υπαλληλισμό και την πολιτική φτώχεια, μπορεί να φέρει πνευματικό πλούτο». *Ζωγράφος, επίκουρος καθηγητής Αρχιτεκτόνων ΕΜΠ

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΕΦΑΝΗ*
Σε κάθε κρίση εμφιλοχωρούν σοβαροί κίνδυνοι, όπως και ευκαιρίες ανάκαμψης, αλλά τα όριά τους είναι συχνά δυσδιάκριτα και ευμετάβλητα. Εξ ου και οι παλιμβουλίες των ιθυνόντων ως προς την υιοθέτηση των κατάλληλων μέτρων. Κάθε κρίση θα μπορούσε να βρει δομικές αντιστοιχίες με ένα θεατρικό έργο: έχει την αρχή (την «έκθεση»), την έξαρση και το τέλος (τη λύση) της. Χωρίς την κατανόηση της πρώτης φάσης, βαδίζουμε στα τυφλά. Χωρίς την επίτευξη της τελευταίας, παρακολουθούμε ένα έργο με ανοιχτό τέλος και με όλα τα ενδεχόμενα να είναι πιθανά. Χωρίς όμως την εκδήλωση της δεύτερης φάσης, τα πράγματα είναι πολύ ανησυχητικά, διότι οι μεγαλύτεροι κίνδυνοι θα συνεχίσουν να υποβόσκουν και να απειλούν με αιφνιδιαστική κατάρρευση του σκηνικού.
Δεν είμαι σίγουρος σε ποια από τις δύο πρώτες φάσεις βρίσκεται η οικονομική κρίση της χώρας μας (στην τελευταία δεν βρίσκεται σίγουρα), αλλά όπου και αν βρίσκεται, είναι πιθανό να έχει επιπτώσεις, όχι μόνο αρνητικές, στο εκπαιδευτικό σύστημα και στις τρεις βαθμίδες του. Η κρίση είναι ένας Ιανός και πρέπει να μελετούμε και τα δύο πρόσωπά της. Θα αναφερθώ ενδεικτικά στα ακόλουθα τρία σημεία:
Α) Η ενδεχόμενη μετακίνηση μαθητών από τα ιδιωτικά στα δημόσια σχολεία μπορεί να προκαλέσει είτε τη συμφόρηση στις τάξεις και την ποιοτική έκπτωση των μαθημάτων είτε τη θεσμική ενίσχυση της δημόσιας εκπαίδευσης.
Β) Η επιστροφή των αποσπασμένων καθηγητών στις οργανικές τους θέσεις ενδέχεται είτε να ανακόψει κάποια ερευνητικά σχέδια είτε να εμπλουτίσει το διδακτικό δυναμικό των σχολείων, όχι μόνο με την κάλυψη των νέων αναγκών, αλλά και με το γνωστικό κεφάλαιο και τις εμπειρίες που οι «παλιννοστούντες» εκπαιδευτικοί θα επενδύσουν στη διδακτική πράξη.
Γ) Η έλλειψη των οικονομικών πόρων μπορεί να οδηγήσει σε άστοχους συμβιβασμούς και επιπόλαιες λύσεις (συρρίκνωσης, συγχώνευσης ή ακύρωσης), μπορεί όμως να κάνει πιεστική την ανάγκη αναδιανομής των όποιων δημοσίων δαπανών, με προσανατολισμό τις πλέον μακροπρόθεσμες και ανταποδοτικές επενδύσεις, που είναι η εκπαίδευση, η έρευνα και η παιδεία ως δημόσια αγαθά.
Στο θέατρο πρέπει να δεσπόζει το ερώτημα «ποιους θεατές θέλουμε» και στην πολιτική, το σύστοιχο ερώτημα «ποιους πολίτες θέλουμε». Η απάντηση δίνεται από τις τάξεις, τα αμφιθέατρα και τα εργαστήρια. Εάν αυτό γίνει κατανοητό, η κρίση μπορεί να μεταβληθεί σε ευκαιρία.
*Επίκουρος καθηγητής στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών - Πανεπιστήμιο Αθηνών

«Στους ιδιώτες για νεοελιτίστικες νοοτροπίες»

Στην Ελλάδα δεν έχουμε μέχρι σήμερα συστηματικές μελέτες και έρευνες πάνω στα κίνητρα επιλογής του ιδιωτικού σχολείου.
Τα όσα γνωρίζουμε προέρχονται από εμπειρικές αναφορές ή από τη συλλογή και την αξιολόγηση στοιχείων, πολλές φορές αντιφατικών και επιστημονικά μη αξιόπιστων και έγκυρων, αφού η γεωγραφία των ιδιωτικών σχολείων παρουσιάζει σημαντική ανομοιογένεια από καταβολής εμφάνισης και ανάπτυξής της. Ακριβώς για το λόγο αυτό δεν θα μπορούσαμε να διαμορφώσουμε μια «στεγανή» κατηγορία κινήτρων επιλογής, αφού το φαινόμενο «ιδιωτικά σχολεία» μεταλλάσσεται παράλληλα με μεταβολές στοιχείων, όπως η κοινωνική και ταξική δομή, οι μεταρρυθμίσεις και οι επιμέρους αλλαγές στο πλαίσιο της εκπαιδευτικής πολιτικής, η οικονομική συγκυρία, οι νοοτροπίες και τα κοινωνικά στερεότυπα. Στην παρούσα φάση, επιχειρώντας να εντοπίσουμε βασικούς λόγους επιλογής, θα μπορούσαμε να εστιάσουμε σε κίνητρα όπως η αίσθηση του ασφαλούς σχολικού περιβάλλοντος, η φύλαξη πέραν του σχολικού ωραρίου, η ανάληψη της μετακίνησης προς και από το σχολείο, οι πολλές εξωσχολικές δραστηριότητες και οι ξένες γλώσσες, ο χαμηλός έως και ανύπαρκτος αριθμός αλλοδαπών/ παλιννοστούντων μαθητών, η μη απώλεια ωρών λόγω απεργιών ή καταλήψεων. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων το ιδιωτικό σχολείο λύνει το πρόβλημα της μετακίνησης, φύλαξης και παραμονής των παιδιών σε ένα προστατευμένο περιβάλλον, κυρίως για τους γονείς που εργάζονται με φορτωμένα ωράρια. Παρ' όλο που πολλοί μιλούν για το επίπεδο σπουδών των ιδιωτικών σχολείων, οι μαθητές τους ούτε τα φροντιστήρια και τα ιδιαίτερα μαθήματα αποφεύγουν, ούτε οι πρωτιές στα ΑΕΙ ανήκουν σε αυτούς. Στα ολιγάριθμα μεγάλα ιδιωτικά σχολεία, εκτός από τα προαναφερόμενα, παίζουν ρόλο και άλλα κίνητρα τα οποία συνδέονται με παράγοντες όπως η οικογενειακή παράδοση, το περιεκτικό «πολιτισμικό περιβάλλον» του σχολείου, το κεφάλαιο των κοινωνικών και δημόσιων σχέσεων, οι προοπτικές μετά την αποφοίτηση και οι απευθείας σπουδές στο εξωτερικό, ενώ μπορείς να συναντήσεις ακόμα και «νεο-ελιτίστικες» νοοτροπίες που επιδιώκουν τη συμμετοχή σε τέτοιους χώρους για λόγους κοινωνικού γοήτρου. Δεν είναι λίγα άλλωστε τα μεγάλα σχολεία που διαφημίζουν τους αποφοίτους τους, οι οποίοι σήμερα διακρίνονται στην πολιτική, στα γράμματα και την επιχειρηματική ζωή, με στόχο να προσελκύσουν πελάτες. Σε κάθε περίπτωση όμως, εκτός από το marketing που τα ιδιωτικά σχολεία χρησιμοποιούν για την προώθηση των υπηρεσιών που παρέχουν, δομικά ευνοούνται κυρίως από τη διαχρονική υποχρηματοδότηση, υποβάθμιση και μεθοδευμένη πολιτικά απαξίωση της δημόσιας εκπαίδευσης.
*Δρ Κοινωνιολογίας, ερευνητής σε θέματα εκπαιδευτικής πολιτικής

Μύθοι και αλήθειες για «δωρεάν παιδεία» και πρωτιές

Τι σημαίνουν οι πρωτιές των αριστούχων στις πανελλαδικές, οι επιτυχίες φροντιστηρίων ή σχολείων, όταν το κόστος -οικονομικό και κοινωνικό- είναι τεράστιο: περισσότερο από 4,5 δισ. ευρώ καταβάλλουν τα ελληνικά νοικοκυριά προκειμένου να συμπληρώσουν ποιοτικά ελλείμματα της «δωρεάν παιδείας» για την κατάκτηση των ακαδημαϊκών προσόντων των νέων πολιτών.
Για όσους εκπαιδευτικούς εμπλέκονται με τη διαδικασία αυτή, είναι κοινή διαπίστωση ότι τη χρονιά αυτή περισσότερο από κάθε άλλη φορά τα κριτήρια επιλογής σχολής των υποψηφίων είναι αποτέλεσμα της οικονομικής κρίσης που βιώνει η ελληνική κοινωνία. Στην πλειονότητά τους υποψήφιοι και γονείς, αντί να αγωνιούν για την εισαγωγή τους σε μια σχολή με βάση τις επιθυμίες και τις κλίσεις τους, διακατέχονται από προβληματισμό σχετικά με τις επαγγελματικές δυνατότητες των μελλοντικών σπουδών τους, καθώς και την απόσταση φοίτησης από το χώρο της μόνιμης κατοικίας τους.
Για τα θέματα αυτά ο Νίκος Παΐζης, Β' αντιπρόεδρος της ΟΙΕΛΕ, σημειώνει: «Πολλά χρόνια πριν (2004) η ΟΙΕΛΕ επικέντρωσε τις ερευνητικές της προσπάθειες στη "Μελέτη του συστήματος πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση στην Ελλάδα", επιθυμώντας να αναδείξει βασικές ποιοτικές παραμέτρους της λειτουργίας του συστήματος πρόσβασης. Με την ίδρυση του Κέντρου Ανάπτυξης Εκπαιδευτικής Πολιτικής της ΓΣΕΕ (2005), η συγκεκριμένη μελέτη αναδείχτηκε με έναν διαχρονικό και συστηματικότερο τρόπο, στηρίχθηκε στις επιδόσεις των υποψηφίων -ανά εξεταζόμενο μάθημα και ανά Διεύθυνση Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης-, ανέδειξε, πέρα και πάνω από τις εισροές και τα αποτελέσματα, τις υπαρκτές γεωγραφικές και κοινωνικές ανισότητες που το σύστημα υπέκρυπτε. Στα στοιχεία με τα οποία η Διεύθυνση Οργάνωσης και Διεξαγωγής των Εξετάσεων του ΥΠΕΠΘ μας τροφοδοτούσε δεν υπήρχε αναφορά στον τύπο Λυκείου αποφοίτησης του υποψηφίου (δημόσιο-ιδιωτικό), καθώς η συγκριτική αυτή αντιπαράθεση θα μπορούσε να υπερτιμήσει την προσφορά ενός εκ των δύο έναντι του άλλου και να υποτιμήσει κυρίως υπαρκτές διαφορές στον τρόπο με τον οποίο οι δύο τομείς αντιλαμβάνονται και υπηρετούν το κοινωνικό αγαθό της παιδείας.
Η κατ' έτος αναγωγή του θέματος της πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση σε μείζον «εθνικό» ζήτημα, λόγω του ενδιαφέροντος της κοινής γνώμης, δεν έχει συμβάλει καθόλου στην ποιοτική αναβάθμιση της παρεχόμενης εκπαίδευσης, αλλά αντίθετα υποστήριξε την αξιοποίηση του όποιου μέσου (θεμιτού, κάποτε και μη θεμιτού) προκειμένου να επιτευχθεί «το τελικώς ποθούμενο», δηλαδή η εισαγωγή του υποψηφίου στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Οι ερευνητές, όμως, της εκπαιδευτικής πολιτικής οφείλουν κατ' έτος να μελετούν, ακόμα πιο συστηματικά, ακόμα πιο αναλυτικά, όλες τις παραμέτρους του εκπαιδευτικού συστήματος -φυσικά και το εκάστοτε σύστημα πρόσβασης- προκειμένου να αναδείξουν υπαρκτές παθογένειες που δεν συμβάλλουν στην προστασία βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων που υπαγορεύει ο συνταγματικός νομοθέτης, προκειμένου να εδραιωθεί στον τόπο μας η ισότιμη απόλαυση των κοινωνικών αγαθών, η κοινωνική δικαιοσύνη, η κοινωνική συνοχή και τελικά η ανάπτυξη και η ευημερία όλων των πολιτών, χωρίς διακρίσεις».
Ο Δημήτρης Πεπές, πρόεδρος της Ομοσπονδίας Λειτουργών Μέσης Εκπαίδευσης, καταθέτει το δικό του προβληματισμό την ώρα που χιλιάδες υποψήφιοι για τα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα καταθέτουν τα μηχανογραφικά τους δελτία. «Μετά τη μεταπολίτευση και χωρίς φυσικά να παραγνωρίζονται οι φραγμοί που επέβαλλαν το κοινωνικό και οικονομικό περιβάλλον των υποψηφίων, παρεχόταν σε αρκετούς από αυτούς η δυνατότητα για κοινωνική και οικονομική ανέλιξη μέσω της απόκτησης ενός πτυχίου ανώτατης εκπαίδευσης. Το γεγονός αυτό αποτέλεσε σταδιακά το άλλοθι για τη μετατροπή της λυκειακής βαθμίδας εκπαίδευσης σε "προπονητικό κέντρο" για τις πανελλαδικές εξετάσεις. Στήθηκε έτσι ένα ατελείωτο γαϊτανάκι άνισου ανταγωνισμού μέσω "φροντιστηριακών μαθημάτων" για τις πανελλαδικές εξετάσεις, στο οποίο γονείς από χαμηλά και μεσαία οικονομικά στρώματα κατέθεταν το οικονομικό τους υστέρημα.
Οσο πιο πολλά σε αριθμό και αντίτιμο φροντιστήρια έκανε κάποιος μαθητής τόσο μεγάλωναν οι πιθανότητες επιτυχίας για μια μελλοντική επαγγελματική και κοινωνική του ανέλιξη. Αυτονόητα επρόκειτο για ένα μηχανισμό που, παρά τις εξαιρέσεις, δεν οδηγούσε σε άρση των κοινωνικών ανισοτήτων των υποψηφίων αλλά στη διατήρηση και διεύρυνσή τους. Ο ισχυρισμός ότι η λεγομένη "παραπαιδεία" οφείλεται αποκλειστικά στην ανεπάρκεια του ελληνικού δημόσιου σχολείου καταρρίπτεται από την ένταση με την οποία εμφανίζεται το φαινόμενο στους μαθητές των "καλών" ιδιωτικών σχολείων».
Ο ίδιος εκτιμά πως για τα επόμενα χρόνια οι απαιτήσεις του ΔΝΤ για φθηνό επιστημονικό και εργατικό δυναμικό, βασισμένο κυρίως σε δεξιότητες, και η αντιμετώπιση από το Μνημόνιο του αγαθού της παιδείας ως εμπορεύσιμου προϊόντος, θα έχουν αποτέλεσμα τη μείωση της μεσαίας τάξης, τον περιορισμό του δικαιώματος της μεταδευτεροβάθμιας μόρφωσης, την αποδέσμευση πτυχίου - επαγγέλματος και τα αυξημένα δίδακτρα σπουδών.
«Πρόκειται για ένα αβέβαιο μέλλον εργασιακής, οικονομικής και κοινωνικής ανασφάλειας που ήδη οδηγεί χιλιάδες φοιτητές να εγκαταλείπουν τις σπουδές τους. Την ίδια στιγμή βέβαια για τους "έχοντες" τη δυνατότητα του ΙΒ οι συνθήκες είναι εντελώς διαφορετικές. Υπό τις συνθήκες αυτές ο εκπαιδευτικός κόσμος οφείλει να "εκμεταλλευτεί" τις αρνητικές επιπτώσεις αυτής της οικονομικής κρίσης και να απαντήσει πολιτικά αναδεικνύοντας την κοινωνική διάσταση της εκπαιδευτικής λειτουργίας και στηλιτεύοντας τον ανταγωνισμό που οδηγεί στην "εμπορευματοποίηση" της γνώσης. Οφείλει απορρίπτοντας τον σημερινό εξεταστικοκεντρικό ρόλο του Λυκείου, να απαιτήσει την άμεση καθιέρωση της υποχρεωτικότητας για ολόκληρη τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, με ενίσχυση του τεχνολογικού της τομέα.
Η πολιτεία (χωρίς φυσικά να αποσυνδέει τη δευτεροβάθμια από την τριτοβάθμια εκπαίδευση) πρέπει να αποδεσμεύσει το σύστημα εξετάσεων εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση από το Λύκειο, ενισχύοντας παράλληλα μορφωτικά και παιδαγωγικά την εκπαιδευτική πράξη σε αυτό».

Δημόσιο για κοινωνικοποίηση

«Η ιδιωτική εκπαίδευση συνιστά μια παραπληρωματική εκπαιδευτική λειτουργία, η οποία, παραδοσιακά και πολλές φορές κατ' ευφημισμόν, στοχεύει στο να καλύψει εκπαιδευτικές ή άλλες κοινωνικού περιεχομένου απαιτήσεις των οικογενειών.
Κάποιος απευθύνεται στην ιδιωτική εκπαίδευση όταν θεωρεί ότι η δημόσια δεν ικανοποιεί τις εκπαιδευτικές ή τις κοινωνικές ανάγκες των παιδιών του ή όταν θεωρεί ότι η ιδιωτική εκπαίδευση μπορεί να συνεισφέρει με αποτελεσματικότερο τρόπο στην ακαδημαϊκή και κοινωνική πρόοδο των παιδιών του, ακόμα και όταν θεωρεί ότι η δημόσια εκπαίδευση λειτουργεί σωστά.
Προσωπικά, έχω εμπιστοσύνη στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα και στον τρόπο λειτουργίας των ελληνικών σχολείων και των πανεπιστημίων, όπως έχω εμπιστοσύνη στο εκπαιδευτικό προσωπικό κάθε βαθμίδας της δημόσιας εκπαίδευσης. Το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα, δομικά, είναι δημοκρατικό -περισσότερο δημοκρατικό από εκπαιδευτικά συστήματα άλλων πιο «προηγμένων» χωρών- και τα στατιστικά στοιχεία δείχνουν ότι διαφυλάττει μέχρι ένα βαθμό -και πάλι συγκριτικά με άλλες χώρες- την ισότητα ευκαιριών.
Η δημόσια εκπαίδευση συνιστά κοινωνική παροχή κάθε υγιούς πολιτείας και οφείλει να είναι αυτή που οι πολίτες δικαιούνται. Είναι μέγα κοινωνικό και πολιτικό λάθος να εξαναγκάζει μια πολιτεία τους πολίτες της να στρέφονται προς ιδιωτικούς φορείς, όταν το ίδιο το κράτος δεν είναι σε θέση να τους παράσχει τις δημόσιες υπηρεσίες που δικαιούνται, ή να εξαναγκάζει τους πολίτες να στρέφονται σε συμπληρωματικές δράσεις - εξασφαλίσεις που προκαλούν σημαντική αύξηση των οικογενειακών δαπανών (φροντιστήρια, συμπληρωματική ιατροφαρμακευτική περίθαλψη). Οι κρατικές ευθύνες και υποχρεώσεις κατ' αυτόν τον τρόπο μετουσιώνονται σε ατομικές και οικογενειακές ευθύνες και υποχρεώσεις. Είναι σημαντικό λάθος και ανευθυνότητα για μια συντεταγμένη κοινωνία να μεταλλάσσει τη δημόσια συλλογική ευθύνη σε ατομική».
* Αναπληρωτής καθηγητής της Κοινωνιολογίας του Σχολείου και της Εκπαιδευτικής Πράξης στο Παιδαγωγικό Φλώρινας
Αρετή Κυπραίου, ψυχολόγος, μητέρα
«Ο βασικότερος λόγος για τον οποίο επέλεξα τα δυο παιδιά μου να πηγαίνουν στο δημόσιο σχολείο της γειτονιάς τους είναι η κοινωνικοποίηση. Για τα παιδιά είναι πολύ σημαντικό να έχουν φίλους τους οποίους να τους βλέπουν και εκτός σχολείου, ειδικά μεγαλώνοντας, και αυτό είναι κάτι που επιτυγχάνεται εύκολα μόνο αν τα παιδιά πηγαίνουν σχολείο κοντά στο σπίτι τους. Επίσης, πιστεύω ότι το πόσα θα μάθει ένα παιδί εξαρτάται από το ίδιο αλλά και από τον εκάστοτε δάσκαλο, τα προσόντα του οποίου όμως δεν έχουν να κάνουν με το αν εργάζεται σε ιδιωτικό ή δημόσιο σχολείο. Σαφώς και δεν παραγνωρίζω τα οφέλη που μπορεί να αποκομίσει κάποιο παιδί φοιτώντας σε ένα καλό ιδιωτικό σχολείο και τα οποία πιθανόν να είναι πολλά, αλλά δεν θεωρώ ότι συγκρίνοντάς τα με αυτά ενός δημοσίου είναι σημαντικότερα».
Γιώργος Πλασσάρας, δημόσιος υπάλληλος
«Είναι γενικά παραδεκτό πως το εκπαιδευτικό σύστημα της Ελλάδας βιώνει κι αυτό τη δική του κρίση. Ωστόσο, επέλεξα το δημόσιο σχολείο στο Ξυλόκαστρο Κορινθίας ως μαθητής, αφού τόσο η δωρεάν παροχή βιβλίων και εκπαίδευσης, όσο και η χαλαρότητα που επικρατούσε στο περιβάλλον, έδιναν το δικαίωμα της προσωπικής επιλογής στο μαθητή να διαβάσει και να επιλέξει ο ίδιος την επαγγελματική του πορεία, χωρίς να του ασκείται ιδιαίτερη πίεση από το σχολείο. Επίσης, γνωρίζοντας πως το σχολείο αποτελεί από τους πιο σημαντικούς φορείς κοινωνικοποίησης, θεωρώ σημαντικό πως άτομα που επιλέγουν το δημόσιο σχολείο γνωρίζουν την πραγματικότητα όλων των κοινωνικών στρωμάτων, μιας και συναναστρέφονται με παιδιά από διαφορετική οικονομική κατάσταση».
Μαρία Μπούζα, φετινή επιτυχούσα σε Α.Ε.Ι.
«Πέτυχα την επικείμενη είσοδό μου στο πανεπιστήμιο όντας απόφοιτη δημόσιου σχολείου στον Ασπρόπυργο το οποίο λειτουργεί κανονικά! Δεν είναι απλά κτήρια με ανθρώπους που μπαινοβγαίνουν γιατί δεν έχουν τι άλλο να κάνουν. Οι καθηγητές έχουν όρεξη να διδάξουν τα παιδιά, ενδιαφέρονται για τη βελτίωση και την επιτυχία του καθενός ξεχωριστά, ενώ ταυτόχρονα και οι μαθητές φροντίζουν μέσα στην τάξη να γίνεται δουλειά και όχι χαβαλές. Σίγουρα υπάρχουν και μειονεκτήματα, όπως η έλλειψη υποδομών και η ύπαρξη της παραπαιδείας που αποτελούν πληγές για το δημόσιο σχολείο. Η τελευταία όμως λειτουργεί ως συμπλήρωμα και όχι ως κύρια πηγή εκπαίδευσης. Ετσι, όπως μπορείτε να διακρίνετε, το δημόσιο σχολείο είναι ανοιχτό να προσφέρει γνώσεις αλλά και παιδεία. Αυτήν την αξιόλογη προσπάθειά του πρέπει να αξιοποιήσει η εκάστοτε κυβέρνηση προσφέροντας περισσότερα κονδύλια για την εκπαίδευση και δείχνοντας περισσότερο ενδιαφέρον για την επίλυση των προβλημάτων της».

Ο πονοκέφαλος της μετάβασης

«Η μετάβαση ενός μαθητή από το ιδιωτικό σχολείο στο δημόσιο, για λόγους οικονομικούς, είναι πιθανόν να του δημιουργήσει συναισθήματα άγχους και ανασφάλειας.
Αν και η επιλογή φοίτησης σε ιδιωτικό σχολείο ήταν απόφαση των γονέων του μαθητή, για λόγους που δεν σχετίζονται πάντα με την οικονομική ευμάρεια της οικογένειας ωστόσο, ο μαθητής έχει δομήσει συγκεκριμένες αναπαραστάσεις όσον αφορά την ταυτότητά του και τον διαφορετικό τρόπο που εκπαιδεύεται σε σχέση με τους μαθητές ενός δημόσιου σχολείου (π.χ. κτιριακές εγκαταστάσεις, τρόπος μεταφοράς). Κατά τη μετάβασή του λοιπόν από το ιδιωτικό στο δημόσιο σχολείο, ο μαθητής βιώνει μια κρίση που δάσκαλοι και γονείς πρέπει να διαχειριστούν με κατανόηση και ψυχραιμία. Οι δάσκαλοι του δημόσιου σχολείου είναι αρκετά εξοικειωμένοι με την υποδοχή νέων μαθητών. Γνωρίζουν τον τρόπο να κάνουν το μαθητή να νιώσει ευπρόσδεκτος και να συνεργαστεί με τα άλλα παιδιά.
Οι γονείς που πιθανότατα βιώνουν τα ίδια συναισθήματα, καλό είναι να:
(α) κάνουν μια ειλικρινή συζήτηση με το παιδί για τους λόγους της σχολικής αλλαγής,
(β) το αφήσουν να γνωριστεί με τους αυριανούς συμμαθητές του σε χώρους παιχνιδιού της γειτονιάς,
(γ) επισκεφτούν τους χώρους του σχολείου και να γνωριστούν με τους εκπαιδευτικούς και
(δ) ενθαρρύνουν τη συμμετοχή του παιδιού στις εξωσχολικές δραστηριότητες του σχολείου».
* Σχολική σύμβουλος πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης

Δεν υπάρχουν σχόλια: