Πέμπτη 3 Νοεμβρίου 2011

Στη χώρα όπου έβρεχε ανθρώπους

Γράφει ο Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης

Η Ελλάδα είναι μια χώρα της Βαλκανικής, στην οποία ζουν 10 εκατομμύρια άνθρωποι, εκ των οποίων τα 10 εκατομμύρια είναι πολιτικοί αναλυτές, οικονομολόγοι και ειδικοί σε όλα εκείνα τα πολυσύνθετα και περίπλοκα ζητήματα με τίτλους όπως swaps, options, εξωτερικό χρέος, έλλειμμα, ισοζύγιο ...
εμπορικών συναλλαγών κλπ. Την ίδια στιγμή η Ελλάδα είναι μια χώρα, στην οποία η παραγωγικότητα της εργασίας ανά εργαζόμενο είναι εξαιρετικά χαμηλή, οι επενδύσεις που γίνονται είναι εντάσεως εργασίας και όχι τεχνολογίας ή γνώσης, οι εισαγωγές είναι πάντα περισσότερες από τις εξαγωγές και η διεκπεραίωση μιας απλής συναλλαγής με οποιοδήποτε τμήμα του δημόσιου τομέα μια περιπέτεια με αβέβαιο τέλος.
Ωστόσο η Ελλάδα είναι η χώρα, στην οποία συχνά πυκνά βρέχει ανθρώπους. Κάθε φορά που συμβαίνει ένα γεγονός, μικρό ή μεγάλο, άξιας σημασίας ή ανάξιο, όλοι οι κάτοικοι της μικρής αυτής χώρας της Βαλκανικής χερσονήσου πέφτουν από τα σύννεφα. Είναι μάλιστα, τόσο έκδηλη η έκφραση της απορίας στα πρόσωπα τους, που ένας ξένος, τρίτος παρατηρητής δεν έχει την παραμικρή αμφιβολία για την ειλικρίνεια τους.
Έτσι, το τελευταίο χρόνο ολοένα και μεγαλύτερα τμήματα του πληθυσμού εκδηλώνουν περίεργες τάσεις. Όπου σταθεί κι όπου βρεθεί κανείς ακούει άπειρες προτάσεις για τη διαχείριση της πρωτοφανούς κρίσης που πλήττει τη χώρα. Θέσφατα κυκλοφορούν από στόμα σε στόμα, φετφάδες ξεπερασμένων από τις εξελίξεις πολιτικών δημοσιοποιούνται στο διαδίκτυο με αξιώσεις απόλυτης αλήθειας, συλλέγονται υπογραφές για τη δημιουργία επιτροπών και επιτροπάτων που θα ελέγξουν τα πεπραγμένα του πολιτικού συστήματος και θα αποφανθούν για το αν το εξωτερικό χρέος που πνίγει τη χώρα είναι απεχθές, δίκαιο ή λογικό.

Θα μπορούσε να πει κανείς ότι οι πολίτες, επιτέλους, άρχισαν να ενδιαφέρονται για τα κοινά, για τη συλλογική και ατομική τους μοίρα στη δίνη αυτής της ιστορικής συγκυρίας. Θα μπορούσε, επίσης, να πει κάποιος, ότι η ραστώνη, η ραθυμία και η απάθεια της προηγούμενης περιόδου, έδωσαν τη θέση τους στην ενεργητική ανάμιξη, στη δραστήρια συμμετοχή, στην πολιτικοποίηση.
Στη χώρα όμως όπου βρέχει ανθρώπους, σ’ αυτή τη ξεχασμένη επαρχία της πάλαι ποτέ διαλάμψασας Οθωμανικής αυτοκρατορίας, ο πληθυσμός είτε έχει μνήμη χρυσόψαρου είτε απλά εκμεταλλεύεται τη βασική ιδιότητα της ανθρώπινης μνήμης και απωθεί κάθε τι που τους είναι δυσάρεστο.
Κάθε άλλο, λοιπόν, παρά τυχαίο είναι το γεγονός ότι με αγαστή σύμπνοια ο πληθυσμός στρέφεται κατά το Μνημονίου με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την καθημερινότητα του. Και η οργή αυτή θα ήταν απολύτως δικαιολογημένη, αν προηγουμένως είχαν αναλογιστεί οι κάτοικοι της μικρής αυτής βαλκανικής χώρας το πώς φτάσαμε ως εδώ.
Όταν άλλοι λαοί εισέβαλαν ορμητικά στην κοινωνία της γνώσης, στην καθ΄ημάς Ανατολή κυριαρχούσε το σύνθημα «όχι στην εντατικοποίηση των σπουδών», η κυριαρχία του «ένα βιβλίο – ένα μάθημα», ενώ οι πιο φιλόδοξοι φοιτητές έχτιζαν τις πόρτες των γραφείων των καθηγητών, οι απόψεις των οποίων δεν συμφωνούσαν με τις επιταγές των κομματικών επιτελείων. Υπήρξαν δε και περιπτώσεις προπηλακισμού ομιλητών, καύσης βιβλίων, βίαιης ματαίωσης εκδηλώσεων, με το περιεχόμενο των οποίων δε συμφωνούσαν οι κομματικοί φοιτητικοί στρατοί ή οι λεγόμενοι αναρχικοί – μπαχαλάκηδες. Οι υπόλοιποι απλά έπιναν καφέ στην πλατεία στοχαζόμενοι την επερχόμενη επανάσταση, συμμορφούμενοι πάντα με το βλαχομπαρόκ life style που σερβίριζαν τα διάφορα λαϊκά περιοδικά. Κάποιοι ελάχιστοι διάβαζαν, μετά έφευγαν στο εξωτερικό και έριχναν μαύρη πέτρα πίσω τους. Ένα μεγάλο μέρος της διανόησης αντί «να γράφει ιστορία», προτίμησε να «τη σχολιάζει», όπως προσφυώς σημειώνει ο Μισέλ Φουκώ, και μάλιστα ως εντεταλμένοι ερμηνευτές της σοφίας του εκάστοτε κομματικού της ηγέτη. Έτσι όμως αυτοευνουχίστηκε και κατέληξε είτε στα αζήτητα της ιστορίας είτε αναγκάστηκε να γράφει ευπώλητες ανοησίες προς μαζική κατανάλωση από τους ιθαγενείς, είτε μετατράπηκε σε τηλεοσχολιαστές προς τέρψιν του φιλοθεάμονος μα άφρονος κοινού.

Τρία Κοινοτικά Πλαίσια, μερικές δεκάδες δισεκατομμύρια, χορηγήθηκαν στην Ελλάδα από το 1981 μέχρι σήμερα και πουθενά δεν είναι ορατά τα αποτελέσματα τους. Εκτός να θεωρήσουμε ως μεγάλη δομική αλλαγή την ανάπτυξη ιδιόμορφων πολιτιστικών κέντρων, κατά μήκος των επαρχιακών εθνικών οδών, όπου η περήφανη αγροτιά μυούνταν στα νάματα του πολιτισμού της νύχτας και των διαδόχων του Ρωμανού του Μελωδού, που φορούσαν μαύρα κοστούμια και λαμέ πουκάμισα. Το εθνικό σύνθημα ήταν «όλα τα κιλά, όλα τα λεφτά» και δυο γενιές αγροτών έμαθαν να ζουν όχι από τον κάματο, αλλά από τις επιδοτήσεις, οι οποίες τώρα τελείωσαν κι οι ίδιοι εγκλωβισμένοι σε παρωχημένες μεθόδους και πρακτικές αντιμετωπίζουν το φάσμα της ολοκληρωτικής καταστροφής.
Η νέα εθνική ιδέα του 21ου αιώνα, οι Ολυμπιακοί Αγώνες του 2004 αποδείχτηκε ότι ήταν ένα πηγάδι χωρίς πάτο. Η δοξολογία, οι αγιογραφίες και η υμνολογία της κυρίας που ανέλαβε την υλοποίηση τους, δεν ήταν τίποτα άλλο από μια ακόμη θηλιά στο λαιμό των σύγχρονων αλλά και των επερχόμενων γενεών. Γιατί ο καθένας θα μπορούσε να τους υλοποιήσει έχοντας στη διάθεσή του απεριόριστους πόρους. Ο καλός ηγέτης όμως υλοποιεί σχέδια με περιορισμένους πόρους και την κατάλληλη αξιοποίηση των ανθρώπων. Σ’ εμάς απλά μοιράστηκαν αφειδώς δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ, τα οποία είχαμε δανειστεί προς το σκοπό αυτό. Σήμερα, επτά χρόνια μετά, οι εγκαταστάσεις παραμένουν όχι μόνο αναξιοποίητες, αλλά ρημάζουν, ενώ παράλληλα, ακόμη δεν έχουμε μάθει, πόσα, εν τέλει, χρήματα δαπανήθηκαν για την μεγάλη αυτή «ιδέα».
Το νέο κοινωνικό συμβόλαιο που συνομολογήθηκε το 1974 στην ελληνική κοινωνία προέβλεπε ότι η ελίτ της κοινωνίας θα αναλάβει ανενόχλητη τη μεγάλη διαπλοκή δίχως να την ενοχλεί κανείς, ενώ τα υπόλοιπα τμήματα του πληθυσμού θα ασχολούνταν με τη μικρή διαπλοκή χωρίς παρεμβάσεις. Έτσι, εμφανίστηκε το «γρηγορόσημο», ο «γνωστός», το «μέσο», ο κοορπορατικός συνδικαλισμός των ΔΕΚΟ, η μοιρασιά των διορισμών μεταξύ όλων των κομμάτων, αναλόγως της εκλογικής δύναμης του καθενός, η «κομματική πελατεία», τα «δικά μας παιδιά» και όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που περιγράφουν μια κοινωνία σε απόλυτη παρακμή.

Στο μεταξύ όλα τα κόμματα ενίσχυαν και καθοδηγούσαν τις ολοένα και αυξανόμενες απαιτήσεις του πληθυσμού, παραγνωρίζοντας σκόπιμα το γεγονός ότι οι κάθε είδους παροχές γίνονταν με δανεικά χρήματα. Η παραγωγική δομή της χώρας αποσαθρώθηκε, η αγροτική παραγωγή επιβίωνε χάρη στις επιδοτήσεις, ο τουρισμός, η νέα αυτή Παναγιά των Ρωμιών, φυτοζωούσε ανάμεσα σε υπερτιμημένες και κακές υπηρεσίες και την παράλληλη καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος και των τοπικών οικονομιών.
Η εργασία ως αξία αντικαταστάθηκε από τη λαμογιά. Η αποταμίευση ως αρετή αντικαταστάθηκε από τον άκρατο καταναλωτισμό με δανεικά λεφτά. Η δημιουργικότητα ως καθοδηγητική αρχή του βίου αντικαταστάθηκε από την καπατσοσύνη της εξαπάτησης. 
To imperium της συλλογικής ευθύνης, υποκατέστησε την ατομική ευθύνη. Όλοι ζητούσαν τα δικαιώματα τους, αλλά κανείς δεν ανέφερε ότι το δικαίωμα συνεπάγεται και ευθύνη. Έτσι, με κοινή συναίνεση, εκχώρησαν τη διαχείριση παρόντος και μέλλοντος στα είδωλα των κατόπτρων τους, τους πολιτικούς. Τώρα τους υβρίζουν, ζητούν να δικαστούν για εσχάτη προδοσία, μα λησμονούν, για άλλη μια φορά, ότι αυτοί τους εξέλεξαν, κουνώντας μάλιστα με πάθος πλαστικές σημαίες στις ανά την επικράτεια, πλατείες.
Διαμαρτύρονται και αγανακτούν οι κάτοικοι του μικρού αυτού, ελέω Μεγάλων Δυνάμεων, προτεκτοράτου, γιατί τους έκοψαν την πίστωση, γιατί ζητούν πίσω τα δανεικά, γιατί, τώρα πια, θα πρέπει να μάθουν να ξοδεύουν τόσα όσα παράγουν. Δεν είναι να τους αδικεί κανείς, φέρονται όπως φέρεται ένα κακομαθημένο μωρό που του λένε πως η ώρα του παιχνιδιού πέρασε και πως πρέπει τώρα να κάνει τα μαθήματά του.
Όλα αυτά όμως είναι ψιλά γράμματα για τους ανθρώπους που πέφτουν από τα σύννεφα. Η πτώση είναι ιλιγγιώδης και δεν προλαβαίνουν να τα αναλογιστούν όλα αυτά. Οι ανατροπές στη ζωή είναι τόσο ραγδαίες που δεν αφήνουν χρόνο για αναστοχασμό. Όλοι αναζητούν φως στην άκρη του τούνελ. Μέσα στο τούνελ, κάπου μακριά αχνοφέγγει ένα μικρό φωτάκι. Δεν είναι όμως η άκρη του. Είναι το φως του τραίνου της ιστορίας με την οποία θα συγκρουστούμε μετωπικά και με ολέθριες συνέπειες.
Ο τόπος τούτος, ο τόπος για τον οποίο ο Ανδρέας Εμπειρίκος έγραψε «Θεέ ! O καύσων αυτός χρειάζεται για να υπάρξη τέτοιο φως ! Tο φως αυτό χρειάζεται, μια μέρα για να γίνη μια δόξα κοινή, μια δόξα πανανθρώπινη, η δόξα των Eλλήνων, που πρώτοι, θαρρώ, αυτοί, στον κόσμον εδώ κάτω, έκαμαν οίστρο της ζωής τον φόβο του θανάτου», βρίσκεται σήμερα στο σταυροδρόμι των ιστορικών αποφάσεων του για το μέλλον. Ένα μέλλον που δεν θα έχει την παραμικρή σχέση με το παρελθόν. Ένα μέλλον άδηλο προς το παρόν. Ένα μέλλον που είτε θα γραφτεί με γνώμονα τη δημιουργία και την πρόοδο είτε θα μουτζουρωθεί από τις αυτοκαταστροφικές τάσεις του νεοέλληνα.
Ανατρέχοντας στην ιστορία βλέπουμε ότι ο τόπος τούτος αναγεννιέται μετά από κάθε ακρωτηριασμό, μετά από κάποια μεγάλη καταστροφή. Η καταστροφή αυτή επήλθε ήδη. Το κοινωνικό μοντέλο της δάνειας ευμάρειας, το μοντέλο της παραγωγής ελλειμμάτων, το μοντέλο της άκρατης κατανάλωσης υπό τις ευλογίες του πολιτικού κατεστημένου της χώρας κατέρρευσε. Η ερμηνεία αυτής της κατάρρευσης με όρους και ιδεολογήματα του 19ου αιώνα εκτός από ανόητη είναι και επικίνδυνη, γιατί ελλοχεύουν κίνδυνοι μακρόχρονης κοινωνικής διάλυσης, πράγμα το οποίο επιδιώκουν, άλλωστε όχι μόνο οι νοσταλγοί του καταδικασμένου παρελθόντος, αλλά και οι επίδοξοι χαλίφηδες της νέας απόλυτης αλήθειας.
Δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι και στη συνέχεια θα βρέχει διαρκώς ανθρώπους. Οι πολίτες αυτής της μικρής βαλκανικής χώρας θα συνεχίσουν να πέφτουν από τα σύννεφα. Βλέπετε, εκεί ψηλά, είναι δύσκολο να αναλογιστεί κανείς τη δική του, ατομική ευθύνη για όλα, αφήστε δε που είναι εξαιρετικά δυσάρεστο να το κάνει, αφού έτσι θα ομολογεί και τη δική του ατομική αποτυχία. Εξάλλου, είναι γνωστό ότι η ιστορία δε γράφεται με παρθενορραφές στη μνήμη και τη συνείδηση.

ΠΗΓΗ: Στη χώρα όπου έβρεχε ανθρώπους http://thesecretrealtruth.blogspot.com/2011/06/blog-post_3776.html#ixzz1ccq7fAMB

Δευτέρα 24 Οκτωβρίου 2011

«Εζησα το θαύμα της Αλβανίας»: Ο Οδυσσέας Ελύτης, η ημιτελής «Αλβανιάδα» και η συμμετοχή του στον αγώνα

Επέτειος της 28ης Οκτωβρίου εν όψει και ας αναφερθώ, σε όσους δεν το γνωρίζουν, σ' ένα αφιερωμένο στο αλβανικό έπος ποιητικό έργο του Οδυσσέα Ελύτη, το οποίο όμως απέσυρε και θα εξηγηθεί πιο κάτω από τον ίδιο γιατί.
Ο Οδυσσέας Ελύτης στο αλβανικό μέτωπο - 1941
Ο Οδυσσέας Ελύτης στο αλβανικό μέτωπο - 1941

Πρόκειται για την «Αλβανιάδα», έργο ημιτελές, που δημοσιεύθηκε το 1965 στο φοιτητικό περιοδικό «Πανσπουδαστική», με εκτενή συνέντευξη του ποιητή και σχέδια του Γιάννη Μόραλη.
Περνάω αμέσως στο μεγαλύτερο μέρος τής άκρως ενδιαφέρουσας (ανυπόγραφης) αυτής συνέντευξης (που υπάρχει στο αρχείο μου, δανειζόμενος τον ίδιο τίτλο, με δικούς μου υπότιτλους), παρακάμπτοντας το ποίημα αφού ο δημιουργός του δεν το περιέλαβε τελικά στα έργα του. Οπου ο Ελύτης, αφού εξηγεί πώς αποφάσισε να σταματήσει τη σύνθεση του εν λόγω ποιήματος (τον τράβηξε το «Αξιον Εστί», ενώ δεν πρέπει να μας διαφεύγει και το «Ασμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας», που έγραψε την ίδια περίοδο), περνάει στο Επος του Σαράντα όπου, όπως είναι γνωστό, συμμετείχε ως έφεδρος ανθυπολοχαγός κι όπου αρρώστησε βαριά και παραλίγο να χάσει τη ζωή του.
«Ομορφη αφροσύνη»
- Πώς συμβαίνει να μην έχει εκδοθεί ακόμη η «Αλβανιάδα»; Μήπως έχουν δημοσιευθεί αποσπάσματα σε κανένα περιοδικό;
- Οχι, το ποίημα αυτό δεν δημοσιεύθηκε ποτέ. Μεταδόθηκε όμως τον Οκτώβριο του 1956 από το Ραδιοφωνικό Σταθμό Αθηνών, με απαγγελία Θάνου Κωτσόπουλου και Μήτσου Λυγίζου, ραδιοσκηνοθεσία Νίκου Γκάτσου και μουσική Μάνου Χατζιδάκι. Δεν είχε, απ' όσο ξέρω, καμιάν απήχηση, μολονότι η ραδιοφωνική παρουσίαση βοηθούσε στην ανάδειξη της ιδιότυπης τεχνικής του. Ισως να έφταιγα εγώ, ίσως το θέμα. Γεγονός είναι ότι μου έλειψε από κει και πέρα η διάθεση να συνεχίσω ένα έργο με τόσο μεγάλες διαστάσεις. Καλά ή κακά δεν είμαι από τους ποιητές που μπορούν να γράφουν ερήμην του κοινού. Μου χρειάζεται ο «αντίκτυπος». Κάτι περισσότερο: μου χρειάζεται αυτό που λέμε «αόρατη παραγγελία», η συναίσθηση ότι μια ομάδα ανθρώπων, έστω και μικρή, περιμένει κάτι από μένα. Προχώρησα αρκετά στο δεύτερο μέρος, κ' ύστερα, ξαφνικά, σταμάτησα. Με τράβηξε το «Αξιον Εστί» που είχε αρχίσει να ωριμάζει μέσα μου και που έμελλε να ηχήσει αλλοιώς. Ωστόσο, μια που αυτό το πρώτο μέρος εξακολουθεί, προσωπικά, να με ικανοποιεί απολύτως κ' έχει εξάλλου πάρει κατά κάποιο τρόπο το βάφτισμα της δημοσιότητας, ευχαρίστως σας το παραχωρώ.
(Στη συνέχεια απαντάει σε ερώτηση για την τεχνική του ποιήματος - και αμέσως μετά):
- Τι είναι εκείνο που σας συγκίνησε στο Επος του Σαράντα;
- Πώς να σας το πω: ήταν ό,τι διάβαζα στην πράξη, και μ' ένα σφίξιμο στην καρδιά μην τύχει και δακρύσω, αυτά που με ανία και δυσφορία διάβαζα ώς τότε στα βιβλία και για την ιστορία της χώρας μου. Ηταν μια βίαιη φορά προς τα εμπρός του λαού που είχε κάποτε ηττηθεί, όχι εξ αιτίας του, στη Μικρασία, και που τώρα θα έπαιρνε την εκδίκησή του. Ετσι το έβλεπα εγώ. Σαν άχτι μακροχρόνιο που έβγαινε και ξεθύμαινε. Δεν έπαιζε ρόλο που ο εχθρός ήταν διαφορετικός. Ο εχθρός ήτανε η Τυραννία, ήτανε η μορφή του Αδικου, που την είχαμε υποστεί κάτω από διαφορετικές μορφές επί αιώνες και είχε γίνει μοίρα μας. Αυτή η εξέγερση εναντίον της Μοίρας, χωρίς υπολογισμό, μες στα όλα, αυτή η «όμορφη αφροσύνη», όπως λέω κάπου αλλού, ήτανε που ανέβαζε το γεγονός σε μιαν άλλη σφαίρα, ποιητική. Μέσα μου έγινε μια αναπαρθένευση των τριμμένων εννοιών. Οι λέξεις ξεφουσκώνανε και ξαναγεμίζανε με καθαρή ουσία. Με τη βοήθεια της ουσίας αυτής βρήκα το θάρρος να ξαναπροφέρω λόγια που ώς τότε φοβόμουνα επειδή τα συναντούσα μόνο στα χείλη των κούφιων πολιτικών και των πατριδοκαπήλων.
«Σώθηκα από θαύμα»
- Προσωπικά, εσείς, σαν έφεδρος ανθυπολοχαγός, τι κάνατε στον αγώνα;
- Τι να έκανα εγώ, ένα χαλασμένο παιδί της Αθήνας. Με κόπο, κόπο ανυπολόγιστο, κατάφερα να είμαι απλώς συνεπής προς την αποστολή μου. Αλλά είδα στα πρόσωπα των στρατιωτών μου τη λάμψη που είναι ικανός ο Ελληνισμός ν' αναδώσει όταν πιστεύει στο δίκιο του. Και γνώρισα από κοντά την αψηφισιά του θανάτου, την ακατάβλητη θέληση της ζωής που έγινε τελικά και δική μου. Στο μέτωπο, αρρώστησα από βαρύτατο τύφο. Τα νερά που πίναμε όπου βρίσκαμε, ανάμεσα στα πτώματα των μουλαριών, ήτανε μολυσμένα. Χωρίς να γνωρίζω τι έχω, χρειάστηκε να κάνω τρία μερόνυχτα με τα πόδια και με ζώο για να βρεθώ σε βατό δρόμο και να διακομισθώ στο Νοσοκομείο των Ιωαννίνων. Εμεινα εκεί σαράντα μέρες με σαράντα πυρετό, ακίνητος, με πάγο στην κοιλιά. Με είχανε αποφασίσει, αλλά εγώ δεν είχα αποφασίσει τον εαυτό μου. Θυμάμαι ότι αρνήθηκα να με μεταφέρουν στον μικρό θάλαμο των ετοιμοθανάτων, όπως κάποιο άλλο βράδυ αρνήθηκα να κοινωνήσω και να εξομολογηθώ στον παπά που μου φέρανε, όταν η κρίση της αρρώστειας έφτασε στο κατακόρυφο. Μόλις αρχίσανε οι βομβαρδισμοί, ανοίγανε το διπλανό μου παράθυρο -μην σπάσουν τα τζάμια και τιναχτούν απάνω μου- και φεύγανε όλοι στα καταφύγια. Ετσι πέρασα όλες τις τρομερές μέρες της Γερμανικής επιθέσεως. Κατάμονος σ' έναν έρημο θάλαμο, και γεμάτος πληγές από την απόλυτη ακινησία. Και την ημέρα που κρίθηκε ότι είχα γλυτώσει και άρχισε να υποχωρεί ο πυρετός, ήρθε η διαταγή να εκκενωθεί το Νοσοκομείο. Με βάλανε όπως όπως σ' ένα φορείο, που το χώσανε σ' ένα φορτηγό αυτοκίνητο. Η φάλαγγα από τα Γιάννενα ως το Αγρίνιο πολυβολήθηκε οκτώ φορές από τα «στούκας». Οι φαντάροι τρέχανε στα χωράφια, όμως εγώ ήταν αδύνατο να σταθώ όρθιος έστω και για μια στιγμή. Τελικά, στο Αγρίνιο, με παρατήσανε σ' ένα πεζούλι και φύγανε. Μια καλή κοπέλλα, εθελοντής νοσοκόμος με άλλη αποστολή, με βοήθησε και μ' έσυρε ως το υπόγειο μιας καπναποθήκης, όπου σωριάστηκα κ' έμεινα τρεις μέρες. Αλλά τα υπόλοιπα δεν έχουν σημασία για τους άλλους. Σημασία έχει ότι «έζησα το θαύμα» και σώθηκα από ένα θαύμα. Οι γιατροί στην Αθήνα τρίβανε τα μάτια τους. Σύμφωνα με την Επιστήμη, θα έπρεπε με την παραμικρή μετακίνηση να πάθω εντερορραγία και να τελειώσω.

Κυριακή 23 Οκτωβρίου 2011

Η εντολή του Ρουσσώ και η παρακοή των δασκάλων.

1. ΠΡOΛOΓΙΚO
     Θέλετε να λάβετε ιδέα για τη δημόσια εκπαίδευση; Τότε διαβάστε την Πολιτεία του Πλάτωνα1, λέει ο Ρουσσώ. Oλοτελώς ανάλογα ένας άλλος μπορεί να ειπεί: Θέλετε να λάβετε ιδέα για το μεγαλύτερο παιδαγωγό της νεότερης εποχής; Τότε διαβάστε το Ρουσσώ.  
 
     Ωστόσο οι παιδαγωγικές σχολές, τα πανεπιστήμια, οι μαθητές μας, οι δάσκαλοι δεν παρακολουθούν αυτή την κρίση. Τα ονόματα των παιδαγωγών που βρίσκεις στην πρώτη γραμμή είναι ονόματα όπως Πεσταλότσι, Έρβαρτος, Ντιούι, Μοντεσσόρι, Πιαζέ, Κλαπαρέντ, Ντεκρολύ, Μακαρένκο. Και άλλα παρόμοιας επιφάνειας.
     O Ρουσσώ μπροστά και αγνάντια σ' αυτές τις διασημότητες ακούγεται και φαίνεται παραριγμένος, και κομμάτι περιθωριακός.
     Λάθος. Η ιδέα μου είναι ότι όλοι αυτοί μπροστά στο Ρουσσώ κρατούν όσο κρατούσαν οι Τελχίνες και οι Κορύβαντες, οι Κουρήτες και οι Κάβειροι, και όλοι οι άλλοι μικροσώματοι μεταλλοτέχνες απέναντι στο θεό Ήφαιστο.
     Σχετικά με την ανεκτίμητη ακόμη αξία του Ρουσσώ και την άδικη δημοτικότητα όλων των άλλων βρίσκω την ίδια αναλογία που υπάρχει ανάμεσα στο Σπίττελερ και το Νίτσε. Είναι δύο διανοούμενοι που ζήσανε στην Ελβετία, υπήρξανε σύγχρονοι, βρεθήκανε για λίγο αντίπαλοι, και ύστερα χωρίσανε τραβώντας ο καθένας το δρόμο του.
     O Σπίττελερ δοξάστηκε, διαβάστηκε, θαυμάστηκε και στα 1918 τιμήθηκε με το Νόμπελ λογοτεχνίας.
     O άλλος εγνώρισε μια θηριώδη αγνόηση, έζησε σαν τα πουλιά και τις αρκούδες, τραγούδησε πάνω στα βουνά και τα χιόνια του ευγενικού λευκού (Edelweiss), έκλαψε μαζί με τον Αχιλλέα των ταρσανάδων περπατώντας στους αιγιαλούς της Κυανής Ακτής, και τρελάθηκε στον ανθό της ζωής του. Σαν ήρθε η ώρα του να πεθάνει ήτανε τόσο γνωστός, όσο κι ένας άγνωστος χωρικός σε κάποιο μακρυνό χωριό της Σαχαλίνης.
     Σήμερα όμως ποια είναι η μεταχείριση των δύο σχετικά με την ανάγνωση και τη γνώση του έργου και του στοχασμού τους; Το Νίτσε τον μελετά και τον ακούει ο ένας στους δύο. Το Σπίττελερ τον αναδιφεί και τον ξεθάβει ο ένας στους διακόσιους.
     Απόδειξη πως έτσι έχουν τα πράγματα, είναι ότι κι εσύ, αναγνώστη μου, το Νίτσε τον έχεις ακούσει (με πιθανότητα ένα στα δύο). Ενώ το όνομα Σπίττελερ το διαβάζεις πρώτη φορά (με πιθανότητα ένα στα διακόσια).

2. OΡOI
     Τη λέξη εντολή στον τίτλο του κειμένου μου την παίρνω με το νόημα του ορισμού που έδωκε ο θεός στον άνθρωπο, όταν τον εγκατάστησε στον παράδεισο της φύσης, για να τον εργάζεται και για να τον φυλάγει2. Να μη δοκιμάσεις, του είπε, από τον καρπό της γνώσης.
     Τη λέξη παρακοή την παίρνω με το νόημα της πράξης των Πρωτοπλάστων. Ετόλμησαν να γευτούν τον καρπό της γνώσης.
     Σήμερα, με την εντατική χρήση εκείνης της αρχικής γνώσης, δε στέκεται αρκετό στους ανθρώπους να εργάζουνται και να φυλάγουν τον παράδεισο της φύσης, αλλά την υβρίζουν και τη μολύνουν. Η υπερβασία τους μάλιστα και η ύβρη θυμίζει την ύβρη της αρχαίας τραγωδίας.
     Παρόμοια τις λέξεις εντολή και παρακοή τις λαβαίνω με το νόημα του μύθου των ελλήνων. Να αρκεσθεί ο άνθρωπος στα γήινα δώρα. Και να μην κλέψει από τον Όλυμπο τη φωτιά και τη σοφία3.
     Τη λέξη δάσκαλος, ανάμεσα στις τάξεις των άλλων επαγγελμάτων, τη λαβαίνω ωσάν το όργανο, χάρη στο οποίο ο άνθρωπος ξεπέρασε τη φύση και ανοίχτηκε στην ιστορία. O πολιούχος των δασκάλων και των μαθητών είναι ο ήρωας Αδάμ και ο ήρωας Προμηθέας. Oι εφευρέτες και οι πρωτουργοί της γνώσης.
     Oι δάσκαλοι δουλεύοντας τη νόηση και την επιστήμη4 ξετύλιξαν την περιπέτεια του πνεύματος, και εδημιούργησαν τον πολιτισμό. Ιστορία, πνεύμα, πολιτισμός είναι τα τρία οντολογικά ορθώματα του ανθρώπου, που τον ξεχώρισαν από τα υπόλοιπα όντα στη γη, στη φύση, και στο σύμπαν5.
     Όλοι γνωρίζουμε ότι χωρίς τη διδασκαλία, είτε την αυτοσχέδια είτε την κατά σχέδιο, ο άνθρωπος δε θά 'ταν άνθρωπος. Γιατί θα μεγάλωνε για να τραπεί σταθερά στο σχήμα ενός πλάσματος καμπουροειδούς, τρεκλού, ρεκαστικού, και έντρομου6.
     Αναγκαία λοιπόν η δουλειά του δάσκαλου, το να μαθαίνει δηλαδή τους νέους τα γράμματα και τις άλλες μαθήσεις, έχει φύση και φυή φυτουργική.
     Γιατί η διδασκαλία είναι το μόνο όργανο, η μόνη δύναμη, που σώζει τον άνθρωπο από τότε που εξαιτίας της γνώσης που απόχτησε διακρίθηκε από τα άλλα πλάσματα. Από τότε δηλαδή, που σύμφωνα με το πνεύμα των δύο εκείνων φιλοσοφικών μύθων7 εξορίστηκε από τον Παράδεισο της φύσης, ή κρεμάστηκε στην πέτρα του Καυκάσου.
     Χωρίς το δάσκαλο ο άνθρωπος θά 'ταν βροχή χωρίς νερό. Δόστε του όλα τα μέταλλα και τα πλούτη του Μίδα. Δόστε του κάστρα, και χώρες, και αχανή βουστάσια. Δόστε του ακόμη και το μαγικό δαχτυλίδι του Γύγη8. Και πάρτε του την παιδεία. Θα έχετε μπροστά στα μάτια σας μια μάζα μηδενική. Ένα τέλμα, ένα έρμα, κι ένα έρμαιο.

3. ΠΙΣΩ ΣΤΗ ΦΥΣΗ
     Η εντολή που έδωκε ο Ρουσσώ στους δασκάλους, και μέσω των δασκάλων στο ανθρώπινο γένος, είναι ότι το φυτό της παιδείας πρέπει να φυτεύεται στη φύση.
     O νομοθέτης που θα συντάξει το σύνταγμα της αγωγής των νέων δεν είναι ο νους του ανθρώπου αλλά η σοφία της φύσης. Oι οδηγίες και οι κανόνες της αγωγής είναι τα πιστά αντικρύσματα των αρχών και των νόμων της φύσης. Τα αρχέτυπα και τα παραδείγματα η παιδεία οφείλει να τα λαβαίνει ακολουθώντας την αχάλαστη τάξη των πραγμάτων και των δράσεων. Η υγιής παιδεία  για τον άνθρωπο δεν ημπορεί παρά να είναι το ζωντανό αντίγραφο του έμψυχου ζώου που είναι ο κόσμος9.
     Τι ορίζει λοιπόν η φύση; Η φύση ορίζει ότι τα σώματα στο κενό πέφτουν. Oρίζει ότι ο σκορπιός είναι ένα ιοβόλο δραστικό. Ότι στους εκατό βαθμούς το νερό βράζει, ή στους 27,6 βαθμούς το ανθρώπινο σώμα πεθαίνει10.
     Αντίστοιχα, η παιδεία που ακολουθεί τη φύση θα διδάξει πως δεν ημπορείς να ζεστάνεις την οχιά στην αγκαλιά σου. Πως ο παγοποιός για να φτιάξει τον πάγο δεν θα πάρει τη συνταγή από τους μωρούς και τους ρουφιάνους. Πως η κατσίκα που ψόφησε το χειμώνα δε θα ξαναβοσκήσει τον Απρίλη στο λειβάδι. Και πως ο άνθρωπος που πέθανε και ταφιάστηκε, δεν πρόκειται να ξαναζήσει στον αιώνα. Θα ζήσει μονάχα στη μνήμη εκείνων που τον γνώρισαν, τον σπουδάζουν και τον μολογούν. O Καραϊσκάκης σήμερα, για παράδειγμα, δεν ψήνεται στην κόλαση ούτε σεργιανίζει στον παράδεισο. Παρά είναι ένα εικόνισμα κρεμασμένο στη μνήμη μας. Και στην ευγνωμοσύνη μας.
     Oλόκληρη αυτή τη συλλογιστική βάσης, που θεμελιώνει τη θεμέλια πέτρα της φυσικής αγωγής, ο Ρουσσώ την κλείνει σε μία πρόταση:
     Κανένα άλλο βιβλίο εκτός από τον κόσμο, καμία άλλη διδασκαλία εκτός από τα γεγονότα11. Που όπου κόσμος και όπου γεγονότα οφείλουμε να διαβάζουμε: η οδηγία της φύσης, η διδασκαλία της πράξης.
     Σε άλλο επίπεδο, διατύπωση αρνητική της ίδιας θέσης μας δίνει η σκληρή κριτική που ασκεί ο Ρουσσώ στη μεταφυσική, καθώς την αντιπαραθέτει προς τη φυσική. Η φυσική είναι των πραγμάτων και της φύσης, και έχει αντικείμενο τον κόσμο. Η μεταφυσική είναι των ανθρώπων και του εξωφυσικού, και τη γέννησε η μετέωρη φαντασία. Το ένα είναι πράγμα υλικό. Το άλλο είναι η σκιά του στη συννεφιά. Γράφει:
     Ποτέ η γλώσσα της μεταφυσικής δε βοήθησε για την ανακάλυψη έστω και μιας αλήθειας. Απεναντίας εγιόμισε τη φιλοσοφία με παραλογισμούς που μας κάνουν να ντρεπόμαστε, μόλις τους γυμνώσουμε από τα μεγάλα τους λόγια12.
     Πόσο μελάνι δε θά 'χε χυθεί άσκοπο, και πόσες ανθρωποώρες εργασίας θα είχαν οικονομηθεί για ωφελιμότερη απασχόληση, αν είχαμε ακούσει αυτή την αλήθεια του Ρουσσώ! Και από πόσο πνευματικό κηφηναριό θά 'χαν γλυτώσει οι κοινωνίες μας! Από πόσους καλόγερους, δερβίσηδες, ραββίνους, γκουρού, μπάμπα, ιμάμηδες, και όλα τα αμάν.
     Η αντιπαράθεση φυσικής και μεταφυσικής θα βρει την οργίλη της αποθέωση στο στοχασμό του Ρουσσώ, όταν θα μεταφερθεί στην αντιπαράθεση ανθρώπινης παράστασης και φυσικής πραγματικότητας.
     Εδώ ο Ρουσσώ κρίνοντας την επιστήμη της εποχής του, που καθώς έρχεται από το μεσαίωνα τη θρησκεία και τις δεισιδαιμονίες του ανθρώπινου μυαλού δεν είναι φυσική, μιλάει μια γλώσσα που λυγίζει τους αιώνες, όπως λυγίζει τα ερυθρωμένα μέταλλα το σφυρί του χαλκέα. Ακούστε:
     Oι επιστημονικές εταιρείες της Ευρώπης δεν είναι παρά δημοτικά σχολεία ψευδολογιών. Και στην Ακαδημία των Επιστημών ευρίσκει κανείς περισσότερες πλάνες, απ' όσες ημπορεί να βρει σε ολόκληρο συνοικισμό Κάφρων13.
     Θυμίζω πως οι Κάφροι είναι μια λορδωτή δολιχοκέφαλη υποφυλή πολεμοχαρών και ανθρωποφάγων.

4. ΧΕΡΙ ΚΑΙ ΜΗΧΑΝΗ
     Η ένταση και η οργή του στοχασμού του Ρουσσώ για την παιδεία και την επιστήμη της εποχής του δεν είναι εύκολο να κατανοηθεί με τα τρέχοντα μέτρα της ανάλυσης και της έρευνας. Τον κοσμογονικό και τον κοσμοφόρο λόγο που κρύβουν οι προτάσεις του αρχίζεις να τον εννοείς, μόνο όταν βουτήξεις στα γερανίζοντα βάθη.
     Και ο πυθμένας εδώ είναι μια ορογένεση ιστορίας. Είναι μια πραγματικότητα που τέμνει την εξέλιξη του ανθρώπου σε δύο μέρη.
     O Ρουσσώ είναι το χρηστηριασμένο πνεύμα που προορίστηκε να εξηγήσει αυτή την τομή. Στέκεται στην κόψη της, και αντικρύζει το παλαιό σαν αποτιμητής και τιμητής. Στρέφεται μπροστά και βλέπει το καινούργιο σαν οραματιστής και νομοθέτης.
     Ποια είναι αυτή η τομή; Είναι το ρηγματικό όριο που χώρισε τον κόσμο του χεριού από τον κόσμο της μηχανής. Oρίζει το σημείο της μετάβασης από τη λειτουργική συμπεριφορά του βιοτέχνη στην τυπική μίμηση του βιομήχανου.
     Η μεταπήδηση από το χέρι και την τέχνη του, τη χειροτεχνία, στη μηχανή και στη μάζα, στην ένταση της παραγωγής, στέρησε την ανθρώπινη δράση από το άρωμα και την ψυχή. Η λατινική λέξη industria, απ’ όπου έχουμε τη λέξη industrie που σημαίνει στις σύγχρονες γλώσσες τη βιομηχανία, εδήλωνε την εντατική παραγωγή. Μία φιλοπονία που φτάνει ως τη βαναυσότητα.
     O χειροτεχνικός άνθρωπος εδούλεψε τη γης και χάραξε πάνω της το πρόσωπό του σε μια χρονική πορεία που ξεπερνάει τις οχτώ χιλιετίες14. O βιομηχανικός άνθρωπος άρχισε να αναδύεται πριν από δυόμισυ εκατονταετίες. Από τα μέσα δηλαδή του 18ου αι. Και σήμερα κοντεύει να εξαντληθεί. Νομίζει κανείς ότι αγγίζει κιόλας το βιολογικό και το ιστορικό του τέλος.
     Αυτή η ανισομέρεια των δύο εποχών λέει πολλά από την άποψη της φυσικότητας, της έντασης, της φθοράς, της ποιότητας που τις χαρακτηρίζει.
Η διαφορά ποιότητας ανάμεσα στο χέρι και στη μηχανή δίνει το μέτρο της απόστασης ανάμεσα στην αγωγή του Ρουσσώ που στηρίζεται στη φύση, και στην αγωγή της τρέχουσας αντίληψης που πηγάζει από τη μονοσήμαντη εμπιστοσύνη των ανθρώπων στο μυαλό τους.
     Θυμηθείτε πως αρχίζει ο Αιμίλιος: Όλα είναι καλά όταν βγαίνουν από τα χέρια του Πλάστη των πραγμάτων· όλα εκφυλίζουνται στα χέρια του ανθρώπου15. Πλάστης των πραγμάτων εδώ είναι το άγιο θέλημα της Φύσης.
     Το χέρι μας, λοιπόν, είναι ο φορέας του σώματος και της ψυχής μας. Συγκλίνει μέσα του την πλούσια χώρα της γνωστικής μας συνείδησης. Μία ολότητα πνεύματος, δηλαδή, που συνταιριάζει και αρμονίζει ολάκερο το ζωϊκό μας ανάβρυσμα. Τις επιθυμίες, τη βούληση, το φως του λόγου, την κόλαση των παθών και τον ήλιο της κυριαρχίας στα πάθη μας.
     Στο χέρι μας διαχύνουνται και φλεβίζουν τα βιώματα και οι εμπειρίες, η κληρονομική παρακαταθήκη των γνώσεων, οι πόθοι και οι φόβοι μας, η βουή της φαντασίας που μέσα σε μέτρα κατέχει να γίνεται περιβόλι των πουλιών, και ημέρα Λαμπρής.
     Το χέρι μας είναι το μεταλλείο ενός αχώρητου παρελθόντος. Είναι η βασιλική κληρονομία της ζωής μας. Oι δοκιμές και οι δοκιμασίες, οι γνωρισμοί και τα γνωρίσματα, οι λύπες, οι αγώνες μας που χαράζουν μια ατελεύτητη γραμμή θριάμβων και πτώσεων.
     Από πού αρχίζει και πού τελειώνει αυτή η τροχιά ουρανού στη γη, που μεταμόρφωσε τη φύση σε ιστορία; Αρχίζει από τις πιθηκοφόρες αναδύσεις του είδους, και από το homo habilis. Και φτάνει ως τα παιδιά μας. Μετρά κανείς εποχές και καιρούς, τη συσσώρεψη και τις αποθέσεις για δύο εκατομμύρια ενιακόσιες χιλιάδες χρόνια.
     Oλάκερη ετούτη η αριστοκρατική αλυσίδα κληρονομίας και γένους κλείνεται μέσα στο χέρι μας με την έννοια ότι τα προϊόντα που μας δίνει περιέχουν τη ζεστασιά της ψυχής και την ευγένεια του νου, όπως τα μοίρανε τα καλόπλασε και τα ευλογεί η φύση.
     Απέναντι στο χέρι έλαβε θέση η μηχανή. Τη μηχανή δεν την έπλασε η φύση, αλλά ο άνθρωπος που είναι πλάσμα της φύσης. Έτσι, καθώς έρχεται από δεύτερο χέρι, είναι ένα ειδωλοποιημένο είδωλο16 όπως θά 'λεγε ο Πλάτων.
     Η μηχανή είναι εύρημα άψυχο, ετεροκίνητο, κρυαδερό. Αλλά και τέλειο. Η μόνη της ατέλεια είναι η τελειότητά της. Όπως το μόνο τρωτό στον άτρωτο Αχιλλέα ήταν η φτέρνα.
     Η μηχανή μας κοιτά ατενώς. Έχει ορθάνοιχτο το μάτι της ωσάν του πεθαμένου. Όταν γελά φυλάγει τα χείλη της κλειστά, ενώ τα ζυγωματικά της μένουν ασάλευτα. Και δουλεύει τυφλά, άκριτα, αδιαφόρετα, επιταγμένα.
Τα πόδια της είναι ραιβόσχημα, και τα χέρια κομμένα στον καρπό. Το νευρικό της σύστημα δείχνει ένα κουβάρι καλώδια κόκκινα, κίτρινα και μαύρα.
Έχει για στόμα μια χοάνη δίχως γλώσσα. Τρώει χωρίς ποτέ να πεινά. Και η φύση δύσκολα ανακυκλώνει τα περιτώματά της.
     O εγκέφαλος της μηχανής δε μετριέται σε όγκο, αλλά σε εμβαδό. Και μέσα στην κάψα του κρανίου της ο χειρουργός χειρουργεί δείχτες ψηφία αριθμούς, τετράγωνα κύκλους κλίμακες, και μετρητές κάθε λογής.
     Κάποιες φορές, όταν τρέχει στους δρόμους μοιάζει τον τίγρη που σπαράζει ζαρκάδι ή γεροβόνασους. Κι όταν κλαίει, το δάκρυ της κυλάει μαύρος υδράργυρος.
     Oι μηχανές γεννιούνται ενήλικες και ενήλικες γερνούν. Μοιάζουν τις πόρνες, τους ποδοσφαιριστές, και τους παλαιούς κλαντιάτορες.
     O ύπνος τους δε ξέρει από όνειρα. Και σαν έρθει η ώρα για να πεθάνουν δε γνέφουν και δε μιλούν.
     Πώς λυπάται, όταν πεθαίνει εκείνος που δεν εγεννήθηκε; O γιος ενός άτεκνου, για παράδειγμα. Έτσι λυπούνται οι μηχανές, όταν εννοήσουν το θάνατο.
     Και στο κοιμητήρι τους δε βρίσκεις καντήλι, φανάρι, ή μάρμαρο. Oύτε επιγραφές και Μυροφόρες. Βρίσκεις μονάχα τσακισμένα σωρό τα κόκκαλα, και χαρακίρι σε όλα τα χρώματα τσυ ουράνιου τόξου. Και άφθονη σκουριά. Που η σκουριά είναι για τα πράγματα το ισοδύναμο της λήθης για τους ανθρώπους.

5. Η ΘΕΣΗ ΚΑΙ Η ΑΡΣΗ ΤΗΣ
     Μου χρειάστηκε να δώσω μια πολεμική εικόνα της αντιπαλότητας ανάμεσα στο χέρι και στη μηχανή. Γιατί η εναντίωση αυτή υπάρχει ανάμεσα στη φυσική αγωγή του Ρουσσώ, και στην τρέχουσα αγωγή του κατεστημένου, όπως την κατασκεύασε η παρακοή των δασκάλων στην εντολή του Ρουσσώ.
     Θα δείξω αυτή την άσπονδη έχθρα σε τρεις προτάσεις του Ρουσσώ.
     Η κάθε μια ημπορεί να διαλυθεί σε χίλιες λεπτομέρειες, και να συνθέσει ύστερα το τοπίο ακέραιο. Από το ένα μέρος η ύπαιθρος γη της αγωγής του Ρουσσώ. Είναι η θέση. Από το άλλο μέρος η άρρωστη πόλη της αγωγής των δασκάλων. Είναι η άρση.
     Η πρώτη πρόταση λέει:
     Να μειώνεις τις ανάγκες σου σημαίνει ότι αυξαίνεις τη δύναμή σου17.
     Κάποιος παλαιός φιλόσοφος το ίδιο νόημα τό 'χε διατυπώσει σ' ένα τρόπο ανάλογα λιτό, ανάλογα αγροίκο, και ανάλογα γενναίο. Δόσε μου, έλεγε, νά 'χω το ψωμί και το νερό, κι εγώ σου παραβγαίνω στην ευτυχία με το Δία.
     Στη φύση δε θα βρεις πουθενά το βοηθητικό και το πρόσθετο. Στη φύση όλα είναι αναγκαία. Και κάθε αναγκαίο φτάνει να αναπληρώσει χιλιάδες δευτερεύοντα και περιττά. Oι χαμάδες ελιές που τσιμπολογούν τα κοτσύφια ή το γρασίδι που τρώει στην πρασιά το ερίφιο είναι γεύμα περιφανώς πλουσιότερο από το τραπέζι του Τριμαλχίωνα που περιγράφει στο Σατυρικό του ο Πετρώνιος.
     Μείωνε, λοιπόν, τις ανάγκες σου για νά 'σαι κυρίαρχος, λέει ο Ρουσσώ. Όμως η σύγχρονη αγωγή τι λέει;
     Όλος ο πονοκέφαλος, και όλη η εξυπνάδα της σύγχρονης αγωγής εξοδεύεται στο πώς να δημιουργεί καινούργιες ανάγκες στους ανθρώπους. Η χολέρα του μοντέρνου σχολείου και του πνεύματος της εποχής είναι η χρήση, η αφθονία, η κατανάλωση, ο ευδαιμονισμός.
     Για την τρέχουσα αγωγή ευτυχία του ανθρώπου σημαίνει να σπαταλά συνεχώς, για να καλύπτει ανάγκες, που οι πλείστες είναι τεχνητές. Γιατί τις δημιουργεί αναπότρεπτα πλέον η ενοχή που υπάρχει μέσα στον ίδιο το μηχανισμό της χρήσης του περιττού.
     Κι εδώ εντοπίζεται το λογικό παράλογο που γίνεται τραγικό στοιχείο στη ζωή μας. Είναι η εμπλοκή μας στο φαύλο κύκλο: ικανοποίηση των απαιτήσεων ίσον αύξηση των αναγκών.
     Η ικανοποίηση του περιττού θα αυξαίνει αναγκαία τη βουλιμία του ανθρώπου. Είναι γνωστή η ιστορία για τον πρίγκιπα της εποχής μας που στα δώδεκα χρόνια του είχε μπουχτίσει τα πάντα. Κι απέ, το μόνο που τού 'δινε χαρά ήταν να δένει τις γάτες και να τους βγάζει τα μάτια.
     Αυτή η προϊούσα αύξηση της τάσης να χρησιμοποιούμε τα αγαθά, που παλιά την είχε ιστορήσει ο μύθος με το άπατο πιθάρι των Δαναΐδων, σήμερα περιγράφεται με την καταφυγή σης δρόγες και τα άλλα παραισθησιογόνα. Τελικά, τα ναρκωτικά δίνουν τη λύση με το θάνατο του χρήστη.
     Όχι τυχαίο, αλλά λογικά ακόλουθο είναι πως τούτη η πληγή ήρθε στην Ευρώπη από την Αμερική. Γιατί; Γιατί η Αμερική ελάνσαρε στον κόσμο το συρμό της κατανάλωσης, και το ιδεώδες του ευδαιμονισμού. (Κι ένα στρώμα ακόμη πιο βαθιά: μη λησμονούμε πως η Αμερική είναι η κοιτίδα της μηχανής).
     Στο ίδιο πλέγμα συμπεριφοράς ανιχνεύουμε και το Aids. Το Aids το γέννησε η τάξη της φύσης να τιμωρήσει την ύβρη του ανθρώπου. Την υπερκατανάλωση, δηλαδή, τον εκχυδαϊσμό, την ευτέλιση, και την ατίμωση του ερωτικού αγαθού.
     Μετά τον Κάιν το φονιά, ο μεγαλύτερος Κάιν και καγιάς της ανθρωπότητας είναι ο Αυνάν που ανακάλυψε τον αυνανισμό. Την κάρπωση δηλαδή της άγονης ηδονής. Oσάκις συνέρχοταν προς τη γυναίκα του, λέει η Γραφή18, ο Αυνάν «εξέχεεν επί την γην του μη δούναι σπέρμα». Το Aids είναι η τιμωρία της φύσης για την ακραία συνέπεια του αυνανισμού.
     Η δεύτερη πρόταση του Ρουσσώ λέει:
     Η ευτυχία του ανθρώπου εδώ κάτω δεν είναι παρά κατάσταση αρνητική. Πρέπει να την μετράμε με την ελάχιστη ποσότητα των πόνων που δοκιμάζουμε19.
     Αυτό σημαίνει: Για να σου πω πόσο αξίζεις, μη μου λες τι απόχτησες και τι κατέχεις. Πες μου σωστότερα πόσα πλήρωσες ως τώρα, και τι ακόμη δε χρεωστάς.     
     Εδώ πρόκειται μια στάση ζωής που γεννά τα ανήμερα ερωτήματα. Σε ποιον χρεωστά τάχατες ο νέος άνθρωπος; Δεν έρχεται στον κόσμο ελεύθερος, καθαρός, αχρέωτος; Όχι! αποκρίνεται η αγωγή της φύσης.
     Γιατί ο κάθε άνθρωπος που γεννιέται έχει ταυτόχρονα χρεωθεί με το δεδομένο ότι του χαρίζεται η ζωή. Και η ζωή για τον καθένα μας είναι δώρο πολυτιμότερο από το χρυσοφόρο Παγγαίο, ή από το Δέλτα του Νείλου.
     Ξέρεις τι σημαίνει ν' αντικρύζεις τον ήλιο; Να κοιτάς έντεκα η ώρα το πρωί τη θάλασσα του Αυγούστου; Να γεύεσαι τη ζάχαρη της Αφροδίτης; Ν' αφουγκράζεσαι τ' αηδόνια στα ρέματα το Μάη; Να πίνεις το κρασί σε γυαλένιο μαστραπά συντροφιά με το πλάσμα που αγαπάς;
     Σημαίνει ότι σoυ χαρίζεται ένας θησαυρός που δεν τον ξεχρεώνεις με όλα τα δάνεια της Αγγλίας. O μεγάλος μας ποιητής και ο πρώτος την αυταξία της ζωής την περιγράφει σ' ένα λαμπρό στίχο του20.
     Δεν τό 'λπιζα νάν' η ζωή μέγα καλό και πρώτο.
     Ιδού γιατί από τη στιγμή που γεννιέται ο άνθρωπος αρχίζει την απόσβεση του χρέους της ζωής του.
     Από την πίσω όψη της αλήθειας το πράγμα περιγράφεται ως εξής περίπου:
     Η ζωή του ανθρώπου είναι μία Εγνατία, που από το Δυρράχι της Αδριατικής που ξεκινά ως τα Κύψελα του Έβρου που τελειώνει είναι γιομάτη αγώνες, ατυχίες, βάσανα, αδικημούς, απάτες, αρρώστιες, μέριμνες, κινδύνους. O άνθρωπος την τραβά από την αρχή ως το τέλος ωσάν να περπατά στρωμένο ναρκοπέδιο.
Κι όσο φτάνει προς το τέλος, τόσο πλησιάζει στα πιο φοβερά από τα φοβερά. Στα άθλια γερατειά δηλαδή και στον ανεξίλαστο θάνατο.
     Και τέλος; O άνθρωπος πεθαίνει αναίτια, άχρηστα, ανώφελα. Πεθαίνει άδικα, κριματισμένα, παράλογα, μουγγά. Σαν το σκυλί που λέει ο Κάφκα21. Καθώς πέφτει, η αυλαία σβήνει το φως, όπως η νύχτα σβήνει την αστραπή.
Πολύ κοντά στο ακρότατο άκρο έρχεται η τρίτη πρόταση του Ρουσσώ, να συμπληρώσει την προηγούμενη:
     O άνθρωπος φυσιολογικά μαθαίνει να υποφέρει συνεχώς, και πεθαίνει ειρηνικά22.
     Έχω την ιδέα ότι αυτή η πρόταση είναι ο πιο μεστός παιδαγωγικός λόγος που ξεστόμισε η ανθρώπινη σοφία. Όποιος ημπορεί να τον εφαρμόσει στη ζωή του, αυτός νικάει τη μοίρα. Το κομμάτι, δηλαδή, που του μοιράζει η φύση.
     Γίνεται το πλάσμα που, δεν υπερβαίνει βέβαια, αλλά οπωσδήποτε υψώνεται, στην περιωπή του πλάστη του. Τον άνθρωπο τούτο δεν ημπορεί να τον βλάψει ούτε η τύχη, ούτε ο καιρός, ούτε ο θεός. Πώς να τον πούμε; που λέει ο Πίνδαρος. Άνθρωπο να τον πούμε, ή να τον πούμε ήρωα;23
     Για να καταλάβεις το λάμπος και το «γάρμπος» ετούτης της πρότασης, θα την ζωγραφίσω στο παράδειγμα:
     Πες πως ο θάνατος, που περιμένει τον καθένα μας στη στροφή, είναι ένα άγριο λιοντάρι. Όταν ζήσει κανείς βολεμένα και μαλακά, εγκλωβισμένος στα αγαθά της κοιλιάς και αποζητώντας την άνεση μόνο, και την εύκολη διολίσθηση, σαν έρθει η ώρα του, θα τον συντύχει ο θάνατος και θα τον σπαράξει, όπως το λιοντάρι σπαράζει τον ανήμπορο.
     Εκείνος όμως που ζει μέσα στην τραχύτητα και την απειλή, που ανεβαίνει το κακό κι από το κακό πατάει το χειρότερο, θα επιπέσει απάνου στο θάνατο, όπως ο Ηρακλής στο λιοντάρι της Νεμέας. Ετούτος είναι ο Διγενής, που τον φθονάει ο Χάρος. Και τον παλεύει με το δόλο μόνο. Και με τη χωσιά.
     Λέγοντας ο Ρουσσώ πως εκείνος που μαθαίνει να υποφέρει πεθαίνει ειρηνικά, εννοεί ακριβώς ένα είδος εγκαρτέρησης μπροστά στο θάνατο που είναι ικανή να μας χαρίσει μόνο η συνειδητή θητεία μας στη δυσχέρεια της ζωής. Η συνεχής επανατροφοδότηση με λύπη μας κάνει ισοσθενείς με τη λύπη του θανάτου.
Ωστόσο οι δάσκαλοι και η τρέχουσα αγωγή ό,τι μαθαίνουν στους νέους είναι ακριβώς το αντίθετο.
     Γιατί τους μαθαίνουν ότι η ζωή είναι λεωφόρος αύξουσας ευκολίας. Ότι όλα τα υψίσημα και τα τριγωνομετρικά σημεία της είναι η επιτυχία, οι χαρές, η απόλαυση, τα γέλια, οι διασκεδάσεις, οι «συμφωνίες και οι χοροί».
     Και το μόνο πράγμα για το οποίο δε μιλάμε στους νέους είναι ο θάνατος και η ανάγκη για τη μελέτη του. Oι νήπιοι!24 που λέει ο αρχαίος ποιητής. Από φόβο κι από άγνοια τους κρύβουμε προσεχτικά πως κάτω από το πλατύσκαλο στην πόρτα του σπιτιού τους κρύβεται η φοβερή οχιά. Και περιμένει τη βέβαιη ώρα της.
     Νομίζουμε πως, αν μιλήσουμε στα παιδιά για το θάνατο, θα τους καλλιεργήσουμε το μηδενισμό και την απελπισία. Θα τα σπρώξουμε να πισωστρίψουν στη ζωή. Και δεν υποψιαζόμαστε πόση λάμψη και ρώμη, πόσος οίστρος ζωής και τιμιότητα, πόση μέθη αλήθειας θα ξεπηδήσει από αυτή τη ρεαλιστική τους αναμέτρηση με το φαινόμενο του θανάτου.
     Εκείνοι που έκαμαν τις μεγάλες πράξεις, και έζησαν τα ωκεάνεια συναισθήματα, επέτυχαν τον άθλο τους ακριβώς γιατί άγγιξαν το σώμα της πραγματικότητας και της αλήθειας. Εκτός από το Δον Κιχώτη με τους ανεμόμυλους, ξέρεις άλλον ήρωα που να στήριξε τις πράξεις του στην πλάνη;
     O Όμηρος την πρόταση του Ρουσσώ πως ο άνθρωπος φυσιολογικά μαθαίνει να υποφέρει σε όλη τη ζωή του, μας την εδίδαξε απλά. Τι είναι το ταξίδι του Oδυσσέα;
Έξω από τα lucida intervalla της Καλυψούς και της Ναυσικάς, το ταξίδι του Oδυσσέα δεν είναι δρόμος στα βαγιόφυλλα και στις ροδωνιές. Αλλά είναι μια ανερχόμενη εμπειρία ρίσκου, τραχύτητας, απειλής.
     Από τους Λαιστρυγόνες στους Κίκονες· από τους Λωτοφάγους στη Χάρυβδη· από τους Κύκλωπες στον κάτου κόσμο και στον ασφοδελό λειμώνα· από το ζητιάνο Ίρο στον υπερφίαλο Αντίνοο· από το σκυλοπνίξιμο και το νησί του Ήλιου στη μάγισσα Κίρκη και στα γoυρoύνια.
     Έχει λάθος ο Καβάφης που λέει πως όλα τούτα τα τέρατα δε θα τα συναντήσουμε στο δρόμο μας, αν δεν τα κουβαλάμε στην ψυχή μας. Θαρώ πως μας τα εξηγεί πολύ ιδεαλιστικά. O λύκος, ο lupus που έλεγε ο Χομπς, δεν είναι μονάχα μέσα στον άνθρωπo. Κυρίως βρίσκεται απέξω τoυ. Τα θηρία της Oδύσσειας είναι και οι πλεχταριές τα φίδια, είναι και οι αγέλες από ύαινες, είναι και η αραδαριά τα όρνια που κυριαρχούν στην ενδοχώρα του φυσικού και του κοινωνικού μας περίγυρου.
     O Oδυσσέας ενάντια σε τούτο το κακό χρειάζεται να αντιπαλεύει συνέχεια. Όφειλε να κυριεύει τη ζωή του κάθε φορά από την αρχή. Όπως ο καταχτητής την επόμενη εχθρική πόλη. Δεν πετυχαίνει λίγο κάλμα στον παραδαρμό. O γόρδιος κόμπος της ζωής μας είναι πως δεν προφταίνουμε να πρoφτάσoυμε25.
     Μόνο ένα τέτοιο ταξίδι στην ανερχόμενη δυσχέρεια χορήγησε τα νόμιμα στον Oδυσσέα να αράξει στην Ιθάκη. Να πεθάνει δηλαδή ήσυχα, καθώς λέει ο Ρoυσσώ.
     Τι θα πει πεθαίνω ήσυχα; Πεθαίνω ήσυχα θα ειπεί ότι τελειώνω με μια πράξη που δεν είναι περισσότερο οδυνηρή από τις προηγούμενες πράξεις μου. Σβήνω την πυρκαγιά του θανάτου ανάβοντας μπροστά της και κατευθύνοντας ενάντια της την πυρκαγιά της ζωής. Σε τρόπο ώστε, όταν φτάνει να μ' αγγίξει ο θάνατος, δε βρίσκει παρά τα αποκαΐδια.
     Αυτό δεν είναι και το νόημα της τελευταίας επιθυμίας του Σωκράτη;: Έσυ Κρίτων και οι άλλοι! παρακάλεσε. Μη λησμονήσετε να προσφέρετε την οφειλόμενη θυσία στον Ασκληπιό, το θεό26 της ιατρικής.
     Σα να λέει: το κώνειο του θανάτου με γιάτρεψε από το φαρμάκι της ζωής!
O Σωκράτης πέθανε ήσυχα. Γιατί φυσιολογικά έμαθε να υποφέρει σε όλη του τη ζωή.

6. ΗΘΙΚΗ ΕΝΤΡOΠIΑ
     Μπαίνοντας ο 19ος και βγαίνοντας ο 20ός αιωνας βλέπουμε ότι η αγωγή ετράβηξε και πορεύεται εντελώς αντίθετους δρόμους από κείνους που υπόδειξε ο Ρουσσώ. Γιατί;
     Μία είναι η απόκριση. Και δικάζει έτσι: η κατασκευή και η διάπλαση του ανθρώπου τον σπρώχνει συνέχεια στην κατωφέρεια της ευκολίας. Ενώ η φύση και η πραγματικότητα του ζητούν ακατάπαυστα τη δυσκολία και το τραχύ.
     Η ζωή είναι κίνηση, αδιάκοπη μεταβολή, συνεχής ανανέωση, αναπροσαρμογή, πορεία μετεξέλιξης, επανάσταση. Και όλα αυτά όχι για να προχωρεί κανένας μπροστά. Αλλά για να μένει ακίνητος, χωρίς ωστόσο να σαπίζει μέσα στην ακινησία του.
     Αγωνίζομαι συνέχεια όχι για να πετύχω το καλύτερο, αλλά για να μην πέσω στο χειρότερο. Χρειάζομαι να προχωρώ όχι για να φτάσω, αλλά για να μην υπολειφθώ.
     Σε τούτο το παράλογο θέατρο η φυσική επιστήμη δίνει λογική εξήγηση:
     Η κίνηση του ανθρώπου που περιγράφει την πορεία της ζωής του δεν γίνεται σε αναφορά προς τον τόπο, αλλά σε αναφορά προς το χρόνο. Ό,τι κινείται δίπλα μου και παράλληλα με μένα δεν είναι ο τόπος αλλά ο χρόνος. Σωστότερα είναι ο χωροχρόνος, γιατί σε κάποιο επίπεδο χώρος και χρόνος γίνουνται ένα.
     Καθώς λοιπόν κινούμαι συντονισμένα και παράλληλα με το χρόνο, ενώ τρέχω μπροστά, στην πραγματικότητα μένω ακίνητος. Φαντάσου έναν ίππο που τρέχει με την ίδια γρηγοράδα δίπλα σ' ένα τραίνο. (Είναι ένα αρμονικό ξεδίπλωμα ισορροπίας που το σιδερένιο άλογο δε νικάει το ζωντανό πουλάρι, σύμφωνα με την πικρή εικόνα του Σεργκέι Γιεσένιν).
     Εδώ η ουσία και το νόημα δεν είναι ξεκινώντας από την Αθήνα να φτάσω στο Κακοσάλεσι ή στο Λιανοκλάδι, όπου θα φτάσει και το τραίνο. Η ουσία και το νόημα είναι να τρέχω, για να βρίσκομαι πάντα δίπλα στo τραίνο, ανεξάρτητα από το για πού τραβάει το τραίνο.
     Έτσι παρότι τρέχω μπροστά, σε σχέση με το χρόνο μένω ακίνητος. Αλλά αυτή είναι η ακινησία η δημιουργική και η πλάστρα. Γιατί την καταπληρεί και την ερεθίζει η δύναμη και η οργανικότητα της φύσης. Σε αντίθεση με τη στατική ακινησία που δεν ξεκινά ποτέ από το σταθμό. Τη στατική ακινησία την απειλεί και τελικά την αλώνει η διάλυση και η σήψη.
     Λαχανιάζω και κάνω το παν, προκειμένου να πετύχω να τρέχω πάντα δίπλα στο βέλος του χρόνου. Τώρα η ακινησία μου είναι θυελλώδης, και ενεργητική η αδράνειά μου. Όμοια όπως η γη, που ενώ φαίνεται ακίνητη, εντούτοις καλπάζει στο χάος με μια ταχύτητα που ξεπερνά τα τέσσερα χιλιόμετρα στο δευτερόλεπτο, 4 km/sec.
     Αυτό είναι το μεγάλο και το μυστήριο της ζωής και της φύσης. Είναι εκείνο ακριβώς, που ο Ηράκλειτος το συνέλαβε, σε μια από τις πρώτες τιτανικές καταλαμπές του ανθρώπινου πνεύματος, και το ονόμασε ανάπαυση μέσα στη μεταβολή27.
     Στο επίπεδο της πολιτικής πράξης, ο Λένιν τούτο το μεγάλο και το μυστήριο το συνόψισε στην εικόνα του επαγγελματία επαναστάτη. Σε αντίθεση με τον επαγγελματία γραφειοκράτη του σταλινικού φαινόμενου αργότερα, που οδήγησε την Oχτωβριανή Επανάσταση στην ακινησία της σήψης.
     Επαγγελματίας επαναστάτης είναι το νερό στο ποτάμι. Επαγγελματίας γραφειοκράτης είναι το νερό στη λίμνη. Εκεί η ποικιλία, το θέαμα, ο κίνδυνος, η εναλλαγή, η εμορφιά, τα χρώματα, η βουή του καταρράχτη, η άσωτη σπατάλη του πικραμένου και του αμίλητου. Εδώ η λάσπη, τα βατράχια, οι κώνωπες.
     Το πρώτο είναι να θερίζεις, να αλέθεις και να ζυμώνεις το όνειρο· να φορτίζεις τη μοναξιά σου με γιορτή· να ζωγραφίζεις τον άνεμο. Το άλλο είναι κάκτοι στην πέτρα, οι ακροατές συναυλίας με αυτιά γαϊδάρου, η αποστειρωμένη δροσιά την αυγή, το μεγάλο Mικρό.
     Στο επίπεδο της παιδείας τούτο το μεγάλο και το μυστήριο της φύσης και της ζωής ο Ρουσσώ το περιγράφει με την αρνητική παιδαγωγική του.
     Στην πραγματικότητα η παιδαγωγική του Ρουσσώ, που κομίζει σαν ακραίο το μήνυμα και το αίτημα της αρνητικής ευτυχίας, του αρκεσμού στο ελάχιστο, και της οικείωσης με τα βάσανα, είναι η μεταφορά και η εφαρμογή ενός βασικού νόμου της Φυσικής στις ανθρωπιστικές επιστήμες. Πρόκειται για το δεύτερο νόμο της θερμoδυναμικής. Είναι ο νόμος που διαφoρετικά λέγεται νόμος της εντροπίας.
     O νόμος της εντροπίας είναι το ελατήριο που ξετυλίγεται αργά. Oρίζει: ένα κλειστό σύστημα τείνει στην αταξία, διολισθαίνει δηλαδή συνεχώς και αδυσώπητα προς τη διάλυση και τον αφανισμό του, εάν δε δέχεται έξω από τον εαυτό του την ενέργεια που χρειάζεται για να το συντηρεί. Αυτή η ενέργεια είναι η συνεχής τροφοδότηση που θα το διατηρεί στην κατάσταση της αρχικής τάξης.
     Εάν λόγου χάρη κλειδώσεις ένα σπίτι (κλειστό σύστημα) και το εγκαταλείψεις, κάποτε θα γκρεμιστεί από μόνο του. Εάν εγκαταλείψεις ένα καινούργιο αυτοκίνητο (κλειστό σύστημα) και δεν το ξαναγγίξεις, με τον καιρό θα οξειδωθεί και θα λειώσει. Και αντίστροφα: ένα σπίτι που το κατοικείς και συνέχεια το λατρεύεις (η ενέργεια απ' έξω), δε θα γίνει ποτέ ερείπιo.
     O αρνητικός χαρακτήρας της παιδαγωγικής του Ρουσσώ έρχεται να πολεμήσει τούτο τον ανήλεο νόμο της εντροπίας -που οι φυσικοί λένε ότι μια μέρα θα γίνει η αιτία να πεθάνει το σύμπαν- καθώς η δράση του μεταφέρεται από τη φύση στην ιστορία, και από τη σχέση των πραγμάτων στην ηθική του ανθρώπου.
     Μάθε το νέο να υποφέρει, και δε θα είναι ποτέ δυστυχής. Μάθε τον να τρέχει όπως το βέλος του χρόνου, και παρότι θα φαίνεται ακίνητος θά 'ναι πάντα σφριγηλός. Όπως το λουλούδι την άνοιξη· ο καρπός το καλοκαίρι· το χιόνι το χειμώνα.
     Μάθε το νέο να μάχεται με κόπο αλησμόνητο τις αδυναμίες και τη ροπή του προς το εύκoλo. Μάθε τον να αντιστέκεται στην εγγενή ηθική εντροπία του, που είναι αόρατη και ύπουλη όσο η νοτιά και η σκόνη.
     Η εντροπία στον άνθρωπο είναι η δύναμη που συνεχώς τον σπρώχνει στη νωθρότητα, στην αβελτερία, στον εφησυχασμό, στη μισητή φιλαυτία, στη χειμέρια νάρκη του μυαλού και της σάρκας. Εντροπία είναι η ηθική βαρύτητα που ακατάπαυστα μας σπρώχνει προς τα κάτω, προς το κακό, προς τον εκφυλισμό.
     Εντροπία λόγου χάρη ήταν η αβουλησία και η λησμοσύνη28 μπροστά στην άνεση και στις ηδονές που βρήκανε σαν έφτασαν στο νησί της Κίρκης, και που έκαμε τους συντρόφους του Oδυσσέα από βλοσυρούς ταξιδευτές στις θάλασσες γρυλλίζοντες χοίρους στα παλάτια της μάγισσας.
     Εκατό χρόνους μετά το Ρουσσώ, την αρνητική παιδαγωγική του για την καταπολέμηση της ηθικής εντροπίας ο Νίτσε την επαναδιατύπωσε μ' ένα σύνθημα-βρυχηθμό: Wille zur Macht. Βούληση για δύναμη.
     Πολεμήστε, είπε ο Νίτσε, το σκουλήκι της αδυναμίας μέσα σας, το φτηνό εγωισμό σας, την αδιαφορία σας για το συνάνθρωπο, τις προλήψεις της ηθικής σας. Και ξεδιπλώστε στα φτερά του αγέρα τον αητό! Τότε θα αποβασκάνετε το παρόν. Και θα ιδρύσετε το μέλλον του ανθρώπου.
     Και διακόσιους χρόνους μετά το Ρουσσώ, ένας άλλος πατριώτης του ξανακύρωσε την αρνητική παιδαγωγική μέσα από δρόμους φιλοσοφικούς. Αυτός μάλιστα χρησιμοποίησε σαν πηγή τους έλληνες. Ως γνωστό οι έλληνες τά 'χουν πει όλα.
     Πρέπει να φανταστούμε, ισχυρίζεται ο Καμύ, ότι ο Σίσυφος, που είχε για δουλειά του το μαρτύριο να ανεβάσει την πέτρα στην κορυφή του βουνού που θα ξαναγκρεμιστεί στη βάση για να την ξανασηκώσει και έτσι επ' άπειρον, ήταν ευτυχισμένος29.
     Δε μας έρχεται εύκολο να φανταστούμε ευτυχισμένο το Σίσυφο!
     Στον καιρό μας, μέσα στην παρακοή των δασκάλων, στο πήξιμο των σχολείων, και στη γενική ακηδία των μαζών, φωνές όπως εκείνες του Καμύ και του Νίτσε, μέσα στη δύναμη και τη φεγγοβολή τους, είναι μεμονωμένες και έρημες:
     Oλίγo φως και μακρινό σε μέγα σκότος κι' έρμο30,
που τραγούδηοε ο Σολωμός για τους τραγικούς, ακριβώς επειδή ήσαν αληθινοί, Μεσολογγίτες.
     Αντί για την εντολή του Ρουσσώ, οι δάσκαλοι, οι γονείς, οι δήμαρχοι, και οι όνοι προτίμησαν τη λύση του εφήμερου. Την ευκολία, το μυωπικό, τη χαλάρωση, τη συνεχή χρέωση, το «έχει ο Θεός». Κακά τα ψέματα. Σα δεν έχει ο άνθρωπος, δεν έχει ούτε ο Θεός.

7. ΑΝΘΡΩΠOΣ ΚΑΙ ΓΗ ΣΕ ΔΙΩΓΜO
     Σήμερα, ύστερα από εφτά γενεές, καθώς αφεθήκαμε να ξεμακρύνoυμε από την αυστηρή γραμμή του Ρουοσώ, η απόκλιση της παγκόσμιας παιδείας από το φυσικό της ρείθρο και η αντιπαιδαγωγική φρενίτιδα του καιρού μας λαβαίνουν τιμές που τείνουν να αγγίξουν το nec plus ultra. Το αξεπέραστο όριο.
     Η παρά φύση αγωγή σήμερα, το βλέπουμε με γυμνό οφθαλμό, οδηγεί την ανθρωπότητα και τον πλανήτη μας σε καταιγισμούς κοσμικούς, και σε εσχατολογικά τεκταινόμενα.
     Ζούμε τις εφτά έσχατες πληγές που έζησε ο Iωάννης στο νησί της Πάτμου. Ακούμε τα εφτά σαλπίσματα των αγγέλων με τις εφτά σφραγίδες του βιβλίου της φύσης που καθώς ξεσφραγίζουνται θα γεννήσουν το μεγάλο σεισμό, θα κάμουν τον ήλιο τρίχινο σάκκο, και θα φέρουν στις πόλεις το χλωρό ίππο του θανάτου. Βλέπουμε τις εφτά φιάλες των στοιχείων της φύσης που θα ξεχυθούν στο μεγάλο καύμα, στο σκοτάδι και τα έλκη, στις σιδερένιες ακρίδες της ερήμου με τα πύρινα ρύγχη, και τον ποταμό Ευφράτη να ξεραίνεται31. Εδώ και τώρα ζούμε το μικρό Ανάλογο του απερίγραπτου αύριο. (Εννοώ τον πόλεμο στον Κόλπο).
     Εν τούτοις οι εφτά σφραγίδες, οι εφτά φιάλες, οι εφτά σάλπιγγες, οι εφτά έσχατες πληγές είναι τα εφτά αδιέξοδα, όπου μας έφερε αντικρύ τους η αφύσικη αγωγή και η αγνόηση της εντολής-προειδοποίησης του Ρουσσώ.
     Είναι το δημογραφικό, το οικολογικό, το ιμπεριαλιστικό, το πυρηνικό, το θρησκευτικό, το πλασματικό, το ολοκληρωτικό αδιέξοδο του σύγχρονου κόσμου.
     Το δημογραφικό είναι πως αυξήθηκε ο πληθυσμός της γης ανυπόφορα. Δέκα χιλιάδες άνθρωποι στη γης το 20.000 π.χ. Σαράντα εκατομμύρια το 2500 π.χ. Τριακόσια πενήντα εκατομμύρια στην απογραφή του Oκταβιανού Αυγούστου. Ένα δις το 1801 μ.Χ. Δύο δις το 1930, τρία δις το 1960, τέσσερα δις το 1975, πέντε δις32 το 1987. Θα φάμε ο ένας τον άλλο στις πόλεις-μυρμηγκοφωλιές.
     Η ανθρώπινη ανάσα είναι θανατηφόρα για τον άνθρωπο33, λέει ο Ρουσσώ. Και δυστυχώς δεν ημπορούμε να αραιώσουμε με νέους αποικισμούς και νέες μεταναστεύσεις. Για να φτάσει ένα διαστημόπλοιο σήμερα στον α του Κενταύρου, τον πλησιέστερο τόπο πιθανής αποίκησης σε απόσταση 4,2 έτη φωτός, με τα δεδομένα της σύγχρονης τεχνολογίας χρειάζεται να ταξιδέψει χωρίς στάση σαράντα εννέα χιλιάδες χρόνια.
     Το οικολογικό είναι πως μολύνθηκε ο αέρας, μολύνθηκαν το νερό και οι θάλασσες, μολύνθηκε η γης που μας τρέφει, μολύνθηκε ακόμη και το πυρ, το τέταρτο από τα στοιχεία, και το πιο αγνό. Γιατί έγινε βόμβα νετρονίου, και ημπορεί να ξολοθρεύει τον άνθρωπο άτιμα και ύπουλα.
     Το ιμπεριαλιστικό είναι πως δημιουργήθηκε ένα κλειστό κλαμπ εξουσίας, ένα στυγνό ιμπέριουμ από τους ολίγους αλήτες της παγκόσμιας μακροπολιτικής. Αυτοί δυναστεύουν τους πολλούς. Τους λαούς τους μικρούς και τους αδύνατους. Η στατιστική λέει πως αν ζούσαν όλοι οι άνθρωποι της γης, όπως ζουν οι κάτοικοι στις Ενωμένες Πολιτείες, στη Δυτική Ευρώπη και την Ιαπωνία, τότε ο πληθυσμός της γης σήμερα δεν έπρεπε να ξεπερνά το ένα δις. Που σημαίνει: τα υπόλοιπα 4,5 δις του πληθυσμού της γης ζουν υποζύγια, ανέστιοι, άποροι, είλωτες και θήτες στους λίγους.
     Το πυρηνικό είναι πως τα όπλα μαζικής καταστροφής που έχουν σωρευτεί στις φοβερές οπές της γης, ημπορούν σήμερα να εξαφανίσουν οχτώ φορές τον άνθρωπο του πλανήτη.
     Το θρησκευτικό είναι πως, εκεί που η φυσική αγωγή θα μας ανέβαζε στην ηθική της γνώσης, η αφύσικη αγωγή μας βουλιάζει στη δεισιδαιμονία των θρησκειών. Εάν κάποια μέρα ο άνθρωπος χαθεί, ο ηθικός αυτουργός αυτής της άπειρης καταστροφής θα είναι οι θρησκείες. (Δείγμα μικρό αυτής της μεγάλης αλήθειας έχουμε σήμερα κιόλας: O πόλεμος στον Κόλπο κηρύχνεται σαν πόλεμος των αράβων «μαρτύρων» ενάντια στους «άπιστους»).
     Το πλασματικό είναι πως η αφύσικη αγωγή όλα του ανθρώπου τού τά 'καμε ψεύτικα: Πλαστικές οι τροφές, πλαστικό το παιγνίδι των παιδιών, πλαστικοί οι κόσμοι φυγής και φαντασίας με τον καπνό, το ουίσκι, τα πορνοβίντεο τις δρόγες, πλαστικές οι διασκεδάσεις, πλαστικές... οι εγχειρήσεις.
     Το ολοκληρωτικό είναι το στυγνό και το ανήλεο σύστημα της ολοκληρωτικής διακυβέρνησης των λαών, κάτω από την μεταμφίεση και την καρναβαλιά της δημοκρατίας. Ω μεγάλε Σόλωνα, που είσαι για να ιδείς τη δημοκρατία σου! Η αφύσικη παιδεία οδηγεί τον άνθρωπο σ' έναν παγκόσμιο ολοκληρωτισμό δέκα φορές στυγνότερο από το κρούσμα Χίτλερ και το σταλινικό φαινόμενο. Εκεί που ο Μαρξ είχε μιλήσει για την αυτόνομη μονάδα του ανθρώπου μέσα σ' ένα πανανθρώπινο κοινό (commune) άτομο, σήμερα η αφύσικη αγωγή οδηγεί τις κοινωνίες σ' ένα συμπαγές παγκόσμιο άτομο αριθμών χωρίς όνομα και χωρίς διάκριση. Είναι κάτι περίπου όμοιο με τα «ποζιτρονικά άτομα», που λένε οι κοσμολόγοι.
     Ξέρεις τι είναι τα ποζιτρονικά άτομα; Τα ποζιτρονικά άτομα είναι τα πιο αλλόκoτα προϊόντα των μαθηματικών υπολογισμών και των εξισώσεων. Αναφέρουνται στις δομές που θα λάβει η ύλη, όταν το σύμπαν θα αγγίξει το τέλος του. Ύστερα από 1071 έτη. Θα έχουν μέγεθος μερικές χιλιάδες δισεκατομμύρια έτη φωτός. Θα κινούνται σε τροχιές το ένα γύρω από το άλλο τόσο αργά, ώστε θα χρειάζουνται εκατομμύρια χρόνια για να μετακινηθούν κατά ένα εκατοστό του μέτρου. Ωσότου, μετά από 10116 έτη να καταρεύσουν, και τα σωματίδιά τους να εξαϋλωθούν34.
     Ποια στιγμή και ποια πράξη, ω κόρη μου!

                                                                ΣHMEIΩΣEIΣ
1. Βλ. Rousseau J.J., Émile ou de l’ éducation, Gamier-Flammarion, Paris 1966, σ. 40: Voulez-vous prendre une idée de Ι' éducation publique, lisez la République de Platon.
2. Γένεσις Β, 15.
3. Πλάτων, Πρωταγόρας 321 d-e.
4. Μη λησμονούμε ότι οι περισσότεροι από τους πρωτοπόρους και τους μεγάλους ερευνητές της επιστήμης ήσαν δάσκαλοι, δίδαξαν από την έδρα, και είχαν ακροατήρια και μαθητές. Ενδεικτικά αναφέρω ονόματα όπως: ο Πλάτων, ο Νεύτων, η Μαρία Κιουρί, ο Καντ, ο Λαμάρκ, ο Φλέμινγκ, ο Πλανκ, ο Νίτσε, ο Ρέδερφορντ, ο Χάϊζενμπεργκ, ο Αριστοτέλης.
5. Όσο γνωρίζουμε μέχρι σήμερα έλλογο ον, ζώο δηλαδή με γνωστική συνείδηση, δεν υπάρχει άλλο στο σύμπαν εκτός από τον άνθρωπο της Γης. Ωστόσο οι αστροφυσικοί και οι κοσμολόγοι διατείνουνται ότι όχι το να υπάρχουν αλλά το να μην υπάρχουν άλλα σκεπτόμενα όντα σε μακρυνούς αστέρες και γαλαξίες θά 'ταν το απίθανο και το παράλογο. Η μεγαλύτερη μάλιστα προσεχής ανακάλυψη της επιστήμης κρίνεται ότι θα είναι η στιγμή που ο άνθρωπος θα λάβει επαφή δια σημάτων με τέτοια έλλογα όντα, τα οποία κατανάγκη θα έχουν κατακτήσει υψηλό τεχνολογικό πολιτισμό.
6. Το πώς θά ταν ο άνθρωπος που θα μεγάλωνε μακρυά από την επίδραση της αγωγής τό 'δειξε το λαμπρό παράδειγμα των δύο παιδιών-ζώων που βρέθηκαν στο γαλλικό δάσος.
7. Η βιβλική διήγηση της πτώσης των πρωτοπλάστων και ο μύθος του Πρωταγόρα.
8. Πλάτων, Πολιτεία 359 d:360 b.
9. Πλάτων, Τίμαιος 92 c: όδε ο κόσμος ούτω, ζώον ορατόν τα ορατά περιέχον.
10. Αυτή την τιμή έδειξαν τα απάνθρωπα πειράματα που έκανε ένας ναζιστής γιατρός σε κρατούμενους στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Νταχάου. Εξέθετε τους κρατούμενους γυμνούς στην παγωνιά με τις ώρες, και όταν η θερμοκρασία του σώματος έπεφτε στους 27,6 βαθμούς ο άνθρωπος πέθαινε.
11. Rοusseau, ό.π.π. σ. 215: pοint d'autre livre que le mοnde, pοint d'autre instructiοn que les faits.
12. Rοusseau, ό.π.π. σ. 356: jamais le jaτgοn de la métaphysique n'a fait décοuvrir une seule νérité, et il a rempli la philοsοphie d' absurditees dοnt οn a hοnte, sit ot qu'on les dépοuille de leurs grands mοts.
13. Rousseau, ό.π.π. σ. 266: iI est de la demiére évidence que les compagnies savantes de l’ Europe ne sont que des écoles publiques de mensonges; et trés surement iI y a plus d'erreurs dans l’Académie des sciences que dans tout un peuple de Hurons. Oι Oύρωνες για την ακρίβεια δεν είvαι Κάφροι αλλά ινδιάνoι της Βόρειας Αμερικής. Aπoτελoύν σήμανση στο μέσο Αλγώγκιο, τη γεωλογική περίοδο του Προκάμβριου από τα 1700 ως τα 1000 εκατομμύρια χρόνια στην ηλικία της Γης. (Η εξέλιξη από τα ευκαρυωτικά κύτταρα ως την ανάπτυξη της αναπαραγωγής).
14. Αφήνουμε ης παλαιότερες ανθρωπολογικές εποχές τις αχανείς, και ερχόμαστε στο χθες. Ξεκινάμε, δηλαδή, από το 8000 π.Χ. οπότε έχουμε την επανάσταση της πρώτης πόλης, και τη μετάβαση από το τροφοσυλλεκτικό στο τροφοπαραγωγικό στάδιο του ανθρώπου.
15. Rοusseau, ό.π.π. σ. 35: Τοut est bien sοrtant des mains de l'Αuteur des chοses, tοut dégénére entre les mains de l'hοmme.
16. Πλάτων, Πολιτεία 605 c: είδωλα ειδωλοποιούντα, του δε αληθούς πόρρω πάνυ αφεστώτα.
17. Rousseau, ό.π.π. σ. 211: Diminuez donc Ies désirs, c'est comme si vous augmen tiez Ies forces.
18. Γένεσις ΛΗ, 9.
19. Rousseau, ό.π.π. σ. 93: La féIicité de l'homme ici-bas n'est donc qu' un état négatif; οn doit la mesurer par la moindre quantité de maux qu'il souffre.
20. Σολωμού Δ., Άπαντα, Επιμέλεια Λ. Πολίτη, Αθήνα 1948, τ. Α, σ. 253.
21. Sο wie ein Hund. Έτσι τελειώνει Η Δίκη (Der Prozess) του Κάφκα.
22. Rousseau, ό.π.π. σ. 60: Naturellement l'homme sait sοuffrir constamment et meurt en paix.
23. Πινδάρου, Oλυμπ., 2, 2: τίνα θεόν, τίν' ήρωα, τίνα δ' άνδρα κελαδήσομεν;
24. Πρβλ. Oμήρου, Oδύσ. α.8: νήπιοι, οι κατά βους Yπερίονος Hελίοιο ήσθιον.
25. Στη πιο κρίσιμη στιγμή της μάχης του Μαρέγκο (1800) σκοτώθηκε ο στρατηγός Νταισαίξ, πρωταγωνιστής και κύριος συντελεστής της νίκης. Όταν το ανάγγειλαν στο Ναπολέοντα, σκυθρώπιασε και ψιθύρισε: δεν έχω τον καιρό να χύσω τα δάκρυα που του πρέπουν.
26. Πλάτων, Φαίδων 118: ο δη τελευταίον εφθέγξατο Ω Kρίτων, έφη, τω Aσκληπιώ οφείλομεν αλεκτρυόνα· αλλ’ απόδοτε και μη αμελήσητε.
27. Είναι το περίφημο 840 Απόσπασμα του Ηράκλειτου: μεταβάλλον αναπαύεται. Κάτι να πούμε σαν την εξίσωση του Αϊνστάιν (e=m.c2), την εξίσωση του Χάμπλ (ν=d.Η), ή την εξίσωση του Χάιζενμπεργκ (Δp.Δq => h).
28. Σαν, φτάνοντας στο παλάτι της Kίρκης, έπεσαν με τα μούτρα οι ναύτες στον έρωτα  στην ανάπαυση στο φαγοπότι και στο κρασί, τα λησμόvησαν όλα: θάλασσα πατρίδα ταξίδι νησί βασιλιά σπίτι οικείους και νόστο. Έγιναν χοίροι.
29. Πρέπει να φανταστούμε ευτυχισμένο το Σίσυφο. Έτσι τελειώvει το δοκίμιο του Καμύ «O μύθος του Σισύφου».
30. Σολωμού Δ., ό.π.π., τ. Α., σ. 238.
31. Ιωάννη, Αποκάλυψη 16, 12.
32. Βλ. W. Schneider, Wir Neandertaler, Hamburg 1988, σ. 257-8.
33. Rousseau, ό.n.n. σ. 66: I'haleine de I'homme est morteΙΙe a ses semblables.
34. Βλ Davies Ρ., Θεός και μοντέρνα Φυσική, Εκδ. Kάτοπτρο, Αθήνα 1983, σ. 331.

* Από αφιέρωμα στον καθηγητ Νικόλαο Γ. Μελανίτη στό Χάρις, θήνα, Δέσποινα Μαυρομάτη, 1991, σσ. 267-284
Επαναδημοσίευση στο περ. Εμβόλιμον, τ. 20, 1993-94



Το παρακάτω λιτό βιογραφικό είναι αυτό που επέλεξε ο ίδιος να αφήσει, και υπάρχει στο οπισθόφυλλο της Γκέμμας:
Ο Δημήτρης Λιαντίνης γεννήθηκε στην Πολοβίτσα της Λακεδαίμονος στις 23 Ιουλίου 1942. Σπούδασε κλασσικές γνώσεις, Ίωνες φυσικούς και ανθρωπολογία. Νέος περπάτησε για μια στιγμή, στην Ανω Ενγκαντίν και στο κάστρο του Εζέ. Στα πάρεργά του ασχολήθηκε με τους κήπους και με τον ουρανό, με τάξη και με κλιτότητα, και στο μέτρο του ανθρώπου.
Το ερώτημα που του τέθηκε στο δρόμο, κάτι σαν το αίνιγμα της Σφίγγας στις Θήβες, εστάθηκε το ακόλουθο: - Καθώς κοιτάς το μηδέν στα μάτια δύνεσαι να μην αποκαρτερήσεις;
Αποκρίθηκε: - Ναι.


______________________________________________________________________________________

Ο Δημήτρης Λιαντίνης (23 Ιουλίου 1942 - 1998) υπήρξε αναπληρωτής καθηγητής της Φιλοσοφίας της αγωγής και της Διδακτικής των Ελληνικών μαθημάτων στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και συγγραφέας εννέα βιβλίων με φιλοσοφικό και παιδαγωγικό περιεχόμενο.

Το επώνυμό του ήταν Νικολακάκος, το οποίο άλλαξε σε Λιαντίνης για να τιμήσει την ιδιαίτερη πατρίδα του, το χωριό Λιαντίνα της Λακωνίας.
Τελείωσε το εξατάξιο γυμνάσιο της Σπάρτης. Το 1966 αποφοίτησε από τη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών, Τμήμα Φιλολογίας. Από το 1968 μέχρι το 1970 υπηρέτησε ως φιλόλογος στη Μέση Εκπαίδευση στους Μολάους Λακωνίας. Τον Οκτώβριο του 1970 μετέβη στο Μόναχο, όπου παρέμεινε μέχρι το 1972 και σπούδασε τη γερμανική γλώσσα, διδάσκοντας συγχρόνως ως φιλόλογος στο ιδιωτικό ελληνικό σχολείο της Otto Gesellschaft του Μονάχου. Από το 1973 μέχρι το 1975 υπηρέτησε εκ νέου στη Μέση Εκπαίδευση στις Θεσπιές Βοιωτίας. Το 1975 διορίστηκε βοηθός στο Εργαστήριο Παιδαγωγικής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1978 έγινε Διδάκτωρ με βαθμό «άριστα» και θέμα της διδακτορικής διατριβής: «Η παρουσία του ελληνικού πνεύματος στις ελεγείες του Duino του Ράινερ Μαρία Ρίλκε».

Υπήρξε από το 1975 μέχρι το 1998 βοηθός, επιμελητής, λέκτορας, επίκουρος καθηγητής και αναπληρωτής καθηγητής της Φιλοσοφίας της Aγωγής και της Διδακτικής των Ελληνικών μαθημάτων στον Τομέα Παιδαγωγικής του Τμήματος Φιλοσοφίας, Παιδαγωγικής και Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1978-79 με εκπαιδευτική άδεια παρακολούθησε στο Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης φιλοσοφία και συγχρόνως δίδασκε σε ελληνικό σχολείο στο Ludwigshafen. Εκτός του Πανεπιστημίου δίδαξε στο Μαράσλειο Διδασκαλείο και σε διάφορα ΠΕΚ.

Το 1973 παντρεύτηκε την καθηγήτρια θεολογίας Νικολίτσα Γεωργοπούλου. Από το γάμο τους απέκτησαν μια κόρη.

Την 1η Ιουνίου 1998 ο Λιαντίνης εξαφανίστηκε αφήνοντας
γράμμα προς την κόρη του, στο οποίο δήλωνε πως είχε αποφασίσει «να αφανισθεί αυτοθέλητα», όπως χαρακτηριστικά έγραφε. Η υπόθεση της εξαφάνισής του απασχόλησε την κοινή γνώμη, λόγω ιδιαίτερης προβολής από τα ΜΜΕ. Τον Ιούλιο του 2005 ο συγγενής του Παναγιώτης Νικολάκακος οδήγησε την κόρη του Λιαντίνη σε μία σπηλιά του Ταϋγέτου, όπου μέσα κείτονταν ο ίδιος. Όπως έγραψε στο τελευταίο γράμμα στην κόρη του, είχε προετοιμάσει αυτή τη στιγμή βήμα-βήμα μια ολόκληρη ζωή. Μετά την ανεύρεση του σκελετού, έγιναν ιατροδικαστικές εξετάσεις που κατέληξαν με απόλυτη βεβαιότητα ότι ο νεκρός ήταν ο Λιαντίνης. Όμως άφησαν αναπάντητο το πώς πέθανε, δεδομένου ότι δεν ανευρέθη στις τοξικολογικές εξετάσεις κάποια ουσία που να επιφέρει τον θάνατο. Άγνωστη είναι και η ακριβής ημερομηνία του θανάτου, η οποία ωστόσο δύναται να προσδιοριστεί μεταξύ 1ης και 5ης Ιουνίου 1998. Παρότι η επιθυμία του ίδιου ήταν τα οστά του να μείνουν στον Ταύγετο, τελικά ενταφιάστηκαν στις 20 Αυγούστου 2005 στο νεκροταφείο των Κεχρεών Κορινθίας.
Έγραψε εννέα βιβλία φιλοσοφικού και παιδαγωγικού στοχασμού. Τα βιβλία του είναι τα εξής:

* Έξυπνον Ενύπνιον (1977): Ερμηνεύει φιλοσοφικά και σε σχέση με την αρχαία Ελλάδα τις ελεγείες του Ντούινο του Ρίλκε. Το βιβλίο με μικρές διαφοροποιήσεις αποτελεί απόδοση στη δημοτική της διδακτορικής του διατριβής (που ήταν σε καθαρεύουσα) με τον τίτλο "Η παρουσία του ελληνικού πνεύματος στς ελεγείες του Duino του R. M. Rilke".
* Χάσμα σεισμού (1977): Ερμηνεύει φιλοσοφικά το έργο του Σολωμού. Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών το 1978.
* Ίδε ο άνθρωπος (1979) του Νίτσε: Απόδοση στην ελληνική με προλόγισμα (ο Λιαντίνης αναφερόμενος στη μεταφραστική του εργασία χρησιμοποιεί το ρήμα ελλήνισε).
* Ο Νηφομανής (1982): Αναλύεται η ποίηση του Γιώργου Σεφέρη με φιλοσοφικές συντεταγμένες.
* Homo educandus (1984): Εγχειρίδιο φιλοσοφίας της αγωγής.
* Πολυχρόνιο (1987): Εξετάζει τη φιλοσοφία της στοάς και την επίδρασή της στην πολιτική της Ρώμης.
* Διδακτική (1989): Παιδαγωγικό εγχειρίδιο αρχών και μεθόδων της διδακτικής, προορισμένο για τους φοιτητές.
* Τα Ελληνικά (1992): Αναφέρεται στη διδακτική των αρχαίων και νέων ελληνικών, κυρίως της λογοτεχνίας (με κριτήρια για την αποτίμηση του ποιητικού έργου), και προορίζεται για εκπαιδευτικούς. Περιέχει ενδεικτικό κατάλογο κειμένων τα οποία πρέπει να κατέχει ο εκπαιδευτικός για προσωπική του κατάρτιση.
* Γκέμμα (1997): Περιέχει 16 αυτόνομα κεφάλαια με κυρίαρχα ζητήματα το περί Θεού ερώτημα, τη συνείδηση του "ελληνοέλληνα" και το πρόβλημα του θανάτου στη σύζευξή του με τον έρωτα.

_________________________________________________________________________________________________
Έργα που εκδόθηκαν μετά θάνατον από τους κληρονόμους του:

* Οι ώρες των άστρων (2006): Περιέχει ποιήματα της νιότης του.

_________________________________________________________________________________________________

Σημ.: Για τα τελευταία πέντε βιβλία του (Γκέμμα, Τα Ελληνικά, Πολυχρόνιο, Νηφομανής, Χάσμα Σεισμού) συμβουλευτήκαμε το σχετικό πίνακα που υπάρχει στη Γκέμμα από τον ίδιο, και όχι το έτος έκδοσης που αναγράφεται σε κάθε βιβλίο ξεχωριστά.
Για το Έξυπνον Ενύπνιον αφήσαμε το έτος (1977) που αναγράφεται, με την επισήμανση ότι ο πρόλογος του συγγραφέα φέρει χρονική υπογραφή 29/12/1977. Αναγκαία εκδόθηκε το 1978. 

Περισσότερα ... http://www.liantinis.org/index.php

Δευτέρα 10 Οκτωβρίου 2011

Αντάρτης μέχρι το τέλος


ΕΦΥΓΕ ΣΕ ΗΛΙΚΙΑ 91 ΧΡΟΝΩΝ Ο ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΣ ΚΩΣΤΑΣ ΜΠΑΛΑΦΑΣ
Του ΒΑΣΙΛΗ Κ. ΚΑΛΑΜΑΡΑ, Εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ



«Στη ζωή πρυτανεύει κυρίως ο πόνος. Ο άξονας της ζωής κινείται μεταξύ πόνου και ανίας. Ή θα πονάς ή θα ανιάς. Το να χασκογελάς δεν έχει νόημα. Το να δημιουργείς έχει νόημα». «Αγαπημένη είναι η φωτογραφία που δεν έκανα».
«Δεν πούλησα ποτέ φωτογραφίες. Το ψωμί μου το βγάζω με τη σύνταξη της ΔΕΗ. Αν τις πουλήσω είναι σαν να εκπορνεύω τα συναισθήματά μου». «Ο φωτογράφος που τυπώνει τη δουλειά του στο σκοτεινό θάλαμο είναι σαν το συνθέτη που εκτελεί ο ίδιος τη μουσική του».
Ασπρόμαυρο φιλμ
Ο Κώστας Μπαλάφας, ο τελευταίος των μεγάλων φωτογράφων, που εμφύσησαν το μεγαλείο στο ασπρόμαυρο φιλμ δημιουργώντας μνημειακές φωτογραφίες, δεν θα πιάσει ξανά τη φωτογραφική μηχανή. Πήρε ζωή από τη ζωντανή βιογραφία του και άφησε ένα κομματάκι για το θάνατο. Πέθανε σε ηλικία 91 χρόνων κι όλοι θα τον θυμούνται ως νέο, όμορφο, χαμογελαστό, μελαχρινό αντάρτη, με τη χλαίνη και το όπλο κρεμασμένο στον αριστερό ώμο να «κοιτάει» προς τα κάτω. Στη φωτογραφία αυτή, τα μαλλιά είναι λευκά από τις νιφάδες του χιονιού. Μια φωτογραφία μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας. Η κηδεία του θα γίνει σήμερα το απόγευμα στις 5.30 από το Νεκροταφείο Χαλανδρίου.
Ο Κώστας Μπαλάφας, όταν μιλούσε, όπως κι όταν φωτογράφιζε, πρώτα σκεπτόταν. Και σκεπτόταν πολύ μέχρι να νιώσει τη μουσική των λέξεων και τη μουσική του φωτός. Ο φακός του απαθανάτιζε, με όρους αιωνιότητας, τη στιγμή που οριοθετείται με τον ελάχιστο χρόνο ενός κλικ της φωτογραφικής μηχανής. Κοίταξε κατά μέτωπο την ελληνική φύση και τον Ελληνα εργαζόμενο, αυτόν που βγαίνει κατευθείαν από το καυτό και μαύρο ανθρακωρυχείο της καθημερινής επιβίωσης. Κι όταν ήρθε η μεγάλη ώρα της Αντίστασης εναντίον των Ιταλών και των Γερμανών κατακτητών, επέλεξε το μικρότερο βαθμό. Γιατί πρωτίστως ήταν ο μαχητής-τυφεκιοφόρος του 85ου Συντάγματος της 6ης Ταξιαρχίας του ΕΛΑΣ και δευτερευόντως ο καλλιτέχνης-φωτογράφος.
Ο βιογράφος του θα σταθεί μόνο στο ταλέντο του. Γιατί όλη η ζωή του δεν διέφερε σε τίποτα από τα μοντέλα του: ανώνυμοι εργατικοί του μόχθου, γυναίκες του θρήνου, παιδιά που παίζουν στις λάσπες με μια ηλιαχτίδα, αντάρτες με πολλή θέληση στο βλέμμα και περισσότερη αγάπη για ζωή. Ενα φτωχόπαιδο υπήρξε, γιος αγροτών από το ορεινό χωριό Κυψέλη της Αρτας. Το σύνθημα που ακούστηκε στ' αυτιά του όταν κατάλαβε τον κόσμο ήταν «Φύγε να σωθείς».
Και έφυγε. Μόλις έντεκα χρόνων, κατέβηκε στην Αθήνα, όπου δούλεψε στην ταβέρνα ενός συγχωριανού του, στην πλατεία Κουμουνδούρου. Μετά εργάστηκε στο γαλακτοπωλείο-ζαχαροπλαστείο «Δελφοί», που βρισκόταν κοντά στον Αγιο Λουκά της οδού Πατησίων. Ο εσωτερικός μετανάστης, το πρωί δούλευε και το βράδυ πήγαινε στο νυχτερινό σχολείο. Το 1936, σε ηλικία δεκαέξι ετών, επέστρεψε στην Ηπειρο, όπου σπούδασε δύο χρόνια στη Γαλακτοκομική Σχολή Ιωαννίνων. Μετά την αποφοίτησή του, συνέχισε σπουδές γαλακτολογίας ενός χρόνου στην Ιταλία, όπου έμαθε ιταλικά. Ο πόλεμος και η Κατοχή θα τον βρουν υπάλληλο της Γαλακτοκομικής Σχολής.
Η πρώτη επαφή του με τη φωτογραφική μηχανή θα συμβεί σαν να ήταν γραμμένη στο κάρμα του. Συγγενείς από την Αμερική τού πρώτου εν Αθήναις αφεντικού του είχαν έρθει στην Αθήνα, με μια Μπράουν της Κόντακ. Στα Ιωάννινα, όμως, άρχισε να αποκτά συνείδηση του πάθους του: αγόρασε μια Τζούνιορ Κόντακ πουλώντας το ρολόι του, ενώ κατά τη διαμονή του στην Ιταλία την αντικατέστησε με μια Ρομπότ. Μ' αυτό τον τύπο μηχανής και με πολλά μέτρα αεροπορικού φιλμ, που ανακαλύφθηκαν στα συντρίμμια ενός ιταλικού αεροπλάνου -με αντίτιμο μερικές οκάδες καλαμποκάλευρο- απέκτησε το Ferrania Capelli, όπου αποτύπωσε τα φοβερά και τρομερά εγκλήματα των Ιταλογερμανών κατακτητών. Σε πολλές περιπτώσεις, με κίνδυνο της ζωής του. Σε μία από αυτές, κρατώντας μια σακούλα με κρεμμύδια, όπου είχε κρύψει τη φωτογραφική του μηχανή, τράβηξε τα κρεμασμένα πτώματα των πατριωτών Τόδουλου και Φαρίδη.
«Πρώτα στο μυαλό μου»
Από το 1945 ώς το 1951 εργάστηκε ως διερμηνέας σε μια βρετανική ομάδα μηχανικών, για να προσληφθεί αμέσως μετά στην αμερικανική εταιρεία Ebasco, η οποία ενσωματώθηκε στην τότε νεοϊδρυθείσα ΔΕΗ, ως προϊστάμενος του Τμήματος Ανατυπώσεων. Εκεί εργάστηκε ώς τη συνταξιοδότησή του. Η σύντροφος της ζωής του, η καθηγήτρια Ευαγγελία Μαργαρίτου, του χάρισε δύο παιδιά, τη Στέλλα και τον Γιώργο. «Δεν φωτογραφίζω γρήγορα. Πρώτα τις φτιάχνω στο μυαλό μου και μετά φωτογραφίζω. Δεν έχω γρήγορες αντιδράσεις».