Τετάρτη 21 Απριλίου 2010

ΧΟΥΑΝ ΜΑΝΟΥΕΛ ΣΑΝΤΣΕΣ ΓΚΟΡΝΤΙΓΙΟ: Χωρίς παπά και χωροφύλακα

Του Γιώργου Αγγελόπουλου, Εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ,  ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: Τρίτη 20 Απριλίου 2010

Η Μαριναλέντα, µια κοινότητα 2.645 κατοίκων στην Ανδαλουσία, δεν έχει ανεργία, δεν έχει αστυνοµικούς και τα σπίτια της νοικιάζονται µε 15 ευρώ τον µήνα. Ο δήµαρχός της, ο κοµµουνιστής Χουάν Μανουέλ Σάντσες Γκορντίγιο, επανεκλέγεται εδώ και 31 χρόνια.
Εδώ και πολλά χρόνια, την εβδοµάδα που οι άλλες πόλεις στην Ισπανία γιορτάζουν το Πάσχα, στη Μαριναλέντα γιορτάζουν την ειρήνη. «Ο δήµαρχός τους είναι τρελός», λένε στο γειτονικό χωριό. «Ενώ εµείς οι άλ λοι Ισπανοί κάνουµε θρησκευτικές λιτανείες, εκείνοι κάνουν επί 5 µέρες πάρτι». Πολλοί νέοι από τη Σεβίλλη, τη Γρανάδα, τη Μαδρίτη, πηγαίνουν για να γιορτάσουν µε τους χωρικούς της Μαριναλέντας.
Οταν εξελέγη για πρώτη φορά, το 1979, ο Γκορντίγιο ήταν ο νεώτερος δήµαρχος στην Ισπανία. Το 1986, έπειτα από 12 χρόνια αγώ νων και καταλήψεων κυρίως από τις γυναίκες του χωριού, η Μαριναλέντα κατάφερε να πά ρει από ένα γαιοκτήµονα 12.000 στρέµµατα γης και να δηµιουργήσει έναν αγροτικό συ νεταιρισµό από τον οποίο ζει σήµερα σχεδόν όλο το χωριό. «Η γη δεν ανήκει σε κανέναν, η γη δεν αγοράζεται, η γη ανήκει σε όλους!», λέει ο δήµαρχος.
Στον συνεταιρισµό Εl Ηumoso οι συνεταίροι εργάζονται 6½ ώρες την ηµέρα, από τη Δευτέρα ώς το Σάββατο, δηλαδή 39 ώρες την εβδοµάδα. Ολοι έχουν τον ίδιο µισθό, ανεξάρτητα από τη δουλειά που κάνουν. Οι συγκοµιδές (ελαιόλαδο, αγκινάρες, πιπεριές κ.λπ.) συσκευάζονται στο µικρό εργοστάσιο Ηumar Μarinaleda που βρίσκεται στη µέση του χωριού και στο οποίο εργάζονται, σε πολύ χαλαρή ατµόσφαιρα, περίπου 60 γυναίκες και 4-5 άνδρες. Τα προϊό ντα πωλούνται κυρίως στην Ισπανία. Τα έσο δα του συνεταιρισµού δεν µοιράζονται, αλλά επενδύονται και πάλι στον συνεταιρισµό για να δηµιουργηθούν δουλειές. Γι'  αυτό στο χωριό δεν υπάρχουν άνεργοι. Οµως ακόµη και σε εποχές που δεν υπάρχουν αρκετές γεωργικές δουλειές για όλους, οι µισθοί καταβάλλονται.
Στη Μαριναλέντα, η στέγαση, η εργασία, ο πολιτισµός, η εκπαίδευση και η υγεία θεωρού νται δικαίωµα. Μια θέση στον παιδικό σταθµό µε όλα τα γεύµατα κοστίζει 12 ευρώ τον µήνα. Από την άλλη, «εδώ δεν έχουµε χωροφύ λακες, θα ήταν µια άχρηστη σπατάλη», λέει ο δήµαρχος. «Δεν έχουµε ούτε παπά - δόξα τω Θεώ!», προσθέτει γελώντας. Πάντως η ελευθερία της λατρείας είναι εγγυηµένη και το Πάσχα έγινε µια µικρή θρησκευτική λιτανεία, η οποία πέρασε διακριτικά από τους δρόµους του χω ριού, χωρίς θεατές και αποφεύγοντας την πλατεία όπου γινόταν η γιορτή.
«Εφαρµόζουµε µια συµµετοχική δηµοκρατία, αποφασίζουµε για όλα, από τους φόρους ώς τις δηµόσιες δαπάνες, σε µεγάλες συνελεύσεις. Πολλά κεφάλια δίνουν πολλές ιδέες», λέει ο Γκορντίγιο. «Ξέρουµε πως οι άνθρωποι µπορούµε να δουλεύουµε και για άλλες αξίες, όχι αποκλειστικά για το χρήµα».

Πρόβλημα... orthografias: Η χρήση των greeklish από τους νέους βλάπτει σοβαρά τη γλώσσα


ΡΕΠΟΡΤΑΖ: Αγγελική Καραγεώργου, ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: Τετάρτη 21 Απριλίου 2010, Εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ
Η χρήση των greeklish από τους νέους βλάπτει σοβαρά τη γλώσσα «Στην Γ΄ Λυκείου άρχισα να γράφω greeklish αφενός γιατί εκείνη την περίοδο είχαν αρχίσει όλοι να χρησιμοποιούν τον συγκεκριμένο τρόπο κι αφετέρου γιατί εκείνο το διάστημα τα ελληνικά δεν συμβάδιζαν με την τεχνολογία. Τα περισσότερα προγράμματα ήταν στα αγγλικά, οπότε άφηνες το πληκτρολόγιο σε αυτή τη γλώσσα κι έγραφες τα πάντα με λατινικούς χαρακτήρες. Το είχα εφαρμόσει αρχικά στο ΜSΝ κι έπειτα στα μηνύματα του κινητού».
O Βαγγέλης Πελεκάνος είναι ναυπηγός- μηχανολόγος μηχανικός και επί επτά χρόνια έκανε χρήση του διαδεδομένου τρόπου γραφής greeklish όπου οι ελληνικές λέξεις αποδίδονται με λατινικούς χαρακτήρες. Οπως εξηγεί όμως, τους τελευταίους τρεις μήνες απέβαλε από την καθημερινότητά του κάθε στοιχείο αυτής της γραφής και χρησιμοποιεί παντού πλέον την ελληνική γλώσσα. «Αρχισα να παρατηρώ ότι κάθε φορά που χρειαζόταν να γράψω στα ελληνικά, δυσκολευόμουν. Εκανα εκφραστικά αλλά κυρίως ορθογραφικά λάθη. Ετσι, πήρα την απόφαση να μην ξαναχρησιμοποιήσω λατινικούς χαρακτήρες» λέει ο 25χρονος και προσθέτει ότι με τα greeklish ενώ αρχικά δίνεται η εντύπωση ότι γράφεις λιγότερο, στην πραγματικότητα ισχύει το αντίθετο. «Σε πολλές περιπτώσεις η αντιστοιχία των γραμμάτων αλλάζει, γίνεται διπλή. Οπως για παράδειγμα για να γράψεις το “θ” χρησιμοποιείς “th”. Ακόμα και στην όψη, όμως, ένα κείμενο γραμμένο στα ελληνικά είναι πιο ευανάγνωστο και εμφανίσιμο. Πλέον, έχω διορθώσει σε μεγάλο βαθμό τα ελληνικά μου και δεν νομίζω ότι θα ξαναγράψω greeklish».
Ερευνα του Παιδαγωγικού Τμήματος Νηπιαγωγών του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας (με έδρα τη Φλώρινα), η οποία διενεργήθηκε την περασμένη σχολική χρονιά σε μαθητές όλων των βαθμίδων Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης σε σχολεία της Κοζάνης και σε φιλολόγους, έδειξε ότι η χρήση των greeklish- σε πολλές περιπτώσεις από το δημοτικό- έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση των ορθογραφικών λαθών στα γραπτά. Τα είδη των λαθών των μαθητών εντοπίστηκαν κυρίως στην παράλειψη τονισμού ή σημείων στίξης και τη χρήση αγγλικών σημείων στίξης, τον συνδυασμό ελληνικών και λατινικών γραμμάτων σε μία λέξη, ορθογραφικά λάθη (όπως “ο” αντί για “ω”), φωνητικά λάθη (ιδιαίτερα στους φθόγγους “ks” αντί για “ξ”), καθώς και σύντμηση λέξεων (“tespa” αντί “τέλος πάντων”, “tpt” αντί για “τίποτα”).
Οι φιλόλογοι δήλωσαν ότι συνάντησαν λέξεις γραμμένες σε greeklish σε γραπτά του σχολείου σε ποσοστό 64,3% και ότι παρατηρήθηκαν και μη αναμενόμενα λάθη, όπως αλλαγή χρόνου ή προσώπου στα ρήματα, αλλαγή πτώσης στα ουσιαστικά, αντικατάσταση λέξης με άλλη, με εντελώς διαφορετική σημασία. Συνολικά, το 77,4% των μαθητών χρησιμοποιούν τα greeklish, με αξιοσημείωτη αύξηση χρηστών από το γυμνάσιο στο λύκειο. Οι μαθητές που παραδέχτηκαν ότι τα χρησιμοποιούν στο γυμνάσιο φτάνουν το 67,8%, στο ΕΠΑΛ το 70,2% και στο ΓΕΛ 88,5%. Απ΄ αυτούς, περίπου το 50% τα χρησιμοποιεί από δύο έως και περισσότερα χρόνια, ενώ πάνω από το 63% καθημερινά ή πολλές φορές τη μέρα.
Δημοφιλέστερος λόγος χρήσης του συγκεκριμένου τρόπου γραφής είναι, σύμφωνα με τους μαθητές, η συνήθεια σε ποσοστό 83,9%. Ακολουθούν: εξοικονόμηση χρόνου 75,8%, χρήσιμο ή βολικό εργαλείο 71,4%, αποφυγή ορθογραφικών λαθών 38,7% και τάση της μόδας 33,9%. «Συμπιέζουμε τη γλώσσα»
Σύμφωνα με τον κοινωνιολόγο κ. Χαράλαμπο Στέρτζο, η μεγαλύτερη άνθηση των greeklish εμφανίστηκε στα sms, τα οποία διαδέχτηκαν λίγο αργότερα τα e-mails και το διαδικτυακό chat. «Η συγκεκριμένη τάση προήλθε από τους Αγγλους νεαρής ηλικίας, οι οποίοι άρχισαν να κόβουν λέξεις για λόγους συντομίας αλλά και μόδας και εξαπλώθηκε ευρύτερα μέσα από το δημοφιλές μουσικό κανάλι ΜΤV. Την αγγλική αργκό λοιπόν με κάποιες παραλλαγές ακολούθησαν και οι νεώτεροι Ελληνες, οι οποίοι υιοθέτησαν πλήρως τα greeklish είτε για συντομία είτε γιατί σε κάποιες συσκευές δεν υπήρχαν τα ελληνικά» εξηγεί ο κοινωνιολόγος.
«Κάποιες φορές τα greeklish παίζουν τον ρόλο της στενογραφίας, μιας και στην εποχή μας είναι λίγοι εκείνοι που τη γνωρίζουν. Συμβολοποιείς όμως τα πράγματα γιατί θέλεις να τα συμπυκνώσεις. Στην ουσία λοιπόν, τα greeklish αποτελούν συμπιεστή της γλώσσας μας, εμπεριέχοντας ωστόσο μία ασπίδα να κρύβεται κανείς γραμματικά, γλωσσικά και εκφραστικά, λανσάροντας ταυτόχρονα μία μόδα. Συν ότι είναι και βολικά» συνεχίζει ο κ. Στέρτζος, επισημαίνοντας ότι εκτός από μια σύντομη επικοινωνία, τα greeklish δεν βοηθούν τη γλώσσα ή τον πολιτισμό μας. «Μειώνοντας τις λέξεις, μειώνουμε ουσιαστικά και τον κόσμο μας, αφού τα όρια της γλώσσας μας είναι τα όρια του κόσμου μας».

ΕΡΕΥΝΑ: Δύο στους τρεις φιλολόγους δήλωσαν ότι συνάντησαν greeklish σε γραπτά του σχολείου!

«Ελληνική ιδιαιτερότητα που κρύβει κινδύνους»
«ΣΕ ΚΑΘΕ περίπτωση το λατινικό αλφάβητο είναι συνδεδεμένο με τη γλώσσα των νέων. Θεωρείται ότι έχει πολιτισμικό κύρος, ότιέστω και λανθασμένα- ο κάτοχός του είναι εξοικειωμένος με τις ξένες γλώσσες», λέει στα «ΝΕΑ» ο κ. Σταμάτης Μπέης, ερευνητής του Κέντρου Ερεύνης Νεοελληνικών Διαλέκτων και Ιδιωμάτων της Ακαδημίας Αθηνών.
«Η χρήση λατινικού αλφαβήτου για την απόδοση ελληνικών λέξεων είναι μία διαδικασία που κρύβει κινδύνους κι αυτό γιατί τα ελληνικά δεν έχουν επίσημη μεταγραφή.
Πρόκειται για έναν αυθαίρετο τρόπο γραφής, ο οποίος, παρά το αυξημένο του κύρος, δεν είναι ακριβής», επισημαίνει ο κ. Μπέης και προσθέτει ότι η μεγαλύτερη συνέπεια των greeklish είναι η κακή γνώση της επίσημης ορθογραφίας. «Η συγκεκριμένη τάση δεν είναι τόσο γενικευμένη σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Αρχισε τη δεκαετία του ΄70 και τα τελευταία χρόνια διαδίδεται όλο και περισσότερο. Αν παρατηρήσει κανείς επιγραφές καταστημάτων πριν από αυτή την περίοδο θα διαπιστώσει ότι με δυσκολία συναντώνται λατινικοί τίτλοι», λέει και παραθέτει ως παράδειγμα το εμπορικό κατάστημα «attica».
«Είναι σπάνιο σε ευρωπαϊκή χώρα το όνομα καταστήματος και πόσω μάλλον του μεγαλύτερου εμπορικού της χώρας να είναι γραμμένο με λατινικούς χαρακτήρες. Κάτι τέτοιο αποτελεί ελληνική ιδιαιτερότητα».

Δευτέρα 19 Απριλίου 2010

«Πίστευα ότι μόνο οι λευκοί είναι οι εκλεκτοί του Θεού»

ΗΠΑ: ένας διαβόητος νεοναζί αποκηρύσσει το παρελθόν του

ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΗ: Γιάννης Παπαδόπουλος, ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: Τρίτη 20 Απριλίου 2010, Εφημερίδα TA NEA

Ο Φρανκ Μέινκ είχε μάθει να μιλάει με γροθιές. Στα εφηβικά του χρόνια ήταν ένας από τους πιο γνωστούς σκίνχεντ της Αμερικής, με δικό του τηλεοπτικό σόου που το αποκαλούσε «Ράιχ». Μισούσε τους πάντες. Μέχρι που στο τέλος μίσησε τον ίδιο του τον εαυτό.
Στον κόσμο του Φρανκ Μέινκ δεν ήταν εύκολο να είσαι παιδί. Στις γειτονιές της Νότιας Φιλαδέλφειας κουμάντο έκαναν οι συμμορίες. Στη σχολική τσάντα μαζί με τα βιβλία οι μαθητές έκρυβαν σουγιάδες. Και στο σπίτι του οι γονείς του επέλεγαν μπίρα αντί για νερό, μαριχουάνα αντί για μάλμπορο.
Σε ηλικία 14 ετών, ο Μέινκ έγινε μέλος μιας ομάδας σκίνχεντ. Ξύρισε το κεφάλι του και πότισε το σώμα του με μίσος. Είκοσι πέντε ναζιστικά τατουάζ στόλισαν το κορμί του. Ενα από αυτά, μια σβάστικα με έναν καιόμενο κέλτικο σταυρό, ήταν χαραγμένο στον λαιμό του.
Ο Μέινκ απέκτησε και το δικό του τηλεοπτικό πρόγραμμα με τίτλο «Ράιχ», απ΄ όπου προσπαθούσε να προσηλυτίσει νέα μέλη. Στα 18 του βρέθηκε στη φυλακή, αφού απήγαγε και ξυλοκόπησε έναν άνδρα καταγράφοντας το βίαιο ξέσπασμά του σε βίντεο.
Ο εγκλεισμός του τού άλλαξε τη ζωή. «Στη φυλακή συνάντησα άτομα που είχαν βιώσει δύσκολες καταστάσεις, παρόμοιες με τις δικές μου. Ανεξαρτήτως χρώματος και καταγωγής κατάλαβα ότι οι ζωές μας δεν είχαν μεγάλες διαφορές», προσθέτει ο Μέινκ.
Με την αποφυλάκισή του προσπάθησε να αποκοπεί από το φασιστικό παρελθόν του. Με τον καιρό ο Μέινκ άρχισε να βλέπει τον κόσμο χωρίς φόβο και προκατάληψη. Εκοψε τους δεσμούς με κάθε νεοναζί και μετάνιωσε για τα λάθη του. Πρόσφατα κυκλοφόρησε στην Αμερική ένα βιβλίο με την ιστορία του: «Η αυτοβιογραφία ενός πρώην σκίνχεντ» (Αutobiography of a Recovering Skinhead, Εκδ. Ηawthorne).
«Ημουν ένας κακός άνθρωπος, θυμωμένος και εγωιστής. Χωρίς αυτοεκτίμηση, έτοιμος να κάνω τα πάντα. Οταν με πλησίασαν οι σκίνχεντ για να με εντάξουν στην ομάδα τους, μού φέρθηκαν σαν την οικογένεια που δεν είχα. Με ρώτησαν για τη ζωή μου στο σχολείο, τα προβλήματά μου. Ενδιαφέρθηκαν. Οι γονείς μου ποτέ δεν με είχαν ρωτήσει κάτι αντίστοιχο. Οι σκίνχεντ με έκαναν να νιώσω προστατευμένος», λέει ο βαθιά θρησκευόμενος Μέινκ.
«Με έπεισαν ότι μόνο οι λευκοί είναι εκλεκτοί του Θεού, ότι όλες οι άλλες φυλές είναι απόγονοι του Κάιν, παιδιά του Σατανά. Χρησιμοποιούσαν αποσπασματικά κομμάτια από τη Βίβλο για να υποστηρίξουν τα λεγόμενά τους. Δεν τους αμφισβητούσα. Εκείνα τα χρόνια ήμουν έτοιμος να δεχτώ τα πάντα», λέει. Σύμφω- να με τον Μέινκ, κάθε μέλος της ομάδας του υπέφερε από αισθήματα κατωτερότητας, τα οποία ξεγελούσε ξεσπώντας απέναντι σε μαύρους, ομοφυλόφιλους ή αλλόθρησκους.
Πλέον ο Μέινκ γυρίζει την Αμερική σε συνεργασία με μη κυβερνητικές οργανώσεις και δίνει αντιρατσιστικές ομιλίες σε πανεπιστήμια και σχολεία. Εχει ιδρύσει μια πολυπολιτισμική ομάδα χόκεϊ, ενώ στις τελευταίες προεδρικές εκλογές ψήφισε τον Μπαράκ Ομπάμα.
«Δεν τον ψήφισα γιατί είναι μαύρος. Αλλά γιατί έχει όραμα», λέει. Με αφορμή την εκλογή του Ομπάμα όμως οι ομάδες «μίσους» έχουν αυξηθεί ραγδαία στις ΗΠΑ. Σύμφωνα με την οργάνωση Southern Ρoverty Law Center, το 2009 οι «πατριωτικές» ομάδες στην Αμερική έφταναν τις 923 (αύξηση κατά 250%).
Για τον Μέινκ η καλύτερη άμυνα απέναντί τους είναι η κριτική σκέψη: «Πρέπει να καταλάβουμε ότι ο Θεός μάς έπλασε όλους το ίδιο. Απ΄ όπου κι αν προερχόμαστε, όλοι οι άνθρωποι έχουμε κάτι κοινό: συνείδηση», καταλήγει.
ΟΙ ΣΚΙΝΧΕΝΤ εμφανίστηκαν ως υποκουλτούρα της εργατικής τάξης στη Βρετανία τη δεκαετία του ΄60. Αρχικά αποτελούσαν αντίδραση στο ανδρόγυνο στυλ της εποχής, αντιπαθούσαν την επικρατούσα ελίτ και εναντιώνονταν στη χρήση ναρκωτικών ΤΗ ΔΕΚΑΕΤΙΑ του ΄70 συνδέουν την ύπαρξή τους με τον ρατσισμό και διέπονται από τις αρχές του εθνικιστικού Εθνικού Μετώπου. Στη δεκαετία του ΄80 εξαπλώνονται στην Αμερική και αποκτούν χιλιάδες μέλη ΕΚΤΟΣ ΑΠΟ ΤΟ ξυρισμένο κεφάλι και τα τατουάζ, βασικό χαρακτηριστικό τους είναι οι μπότες Dr. Μartens με κόκκινα κορδόνια. Το κόκκινο συμβολίζει την αγνότητα του άριου αίματος, στο οποίο πιστεύουν οι σκίνχεντ.


ΔΕΙΤΕ:

This Is England (κινηματογραφική ταινία)

ΚΡΙΤΙΚΗ: ΝΙΝΟΣ ΦΕΝΕΚ ΜΙΚΕΛΙΔΗΣ, Εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ

«This is England» του Σέιν Μέντοους

Βρετανία, 2007. Σκηνοθεσία-σενάριο: Σέιν Μέντοους. Ηθοποιοί: Τόμας Τέργκουζ, Τζόζεφ Γκίλγκαν, Στίβεν Γρκάαμ. 102 λεπτά.
Στην Αγγλία της κυρίας Θάτσερ, η φτώχεια αλλά και η έλλειψη φίλων, οδηγούν ένα 12χρονο αγόρι στην αγκαλιά μιας ρατσιστικής ομάδας νέων, σε μια ταινία, δοσμένη με οξυδέρκεια, χιούμορ αλλά και συγκίνηση.
Μια ζοφερή εικόνα της ζωής σε μια επαρχιακή πόλη της Αγγλίας της κυρίας Θάτσερ, τον Ιούλιο του 1983, περίοδο του πολέμου των Φόκλαντ, μέσα από μια ημι-αυτοβιογραφική ταινία, παρουσιάζει ο σκηνοθέτης Σέιν Μέντοους, που είχε κάνει μια εντυπωσιακή πρώτη εμφάνιση το 1997 στο φεστιβάλ Βενετίας, με την ταινία «Twenty Four Seven».
Πρόκειται για την ιστορία του Σον (εκπληκτικός στο ρόλο ο Τόμας Τέργκουζ), ενός ευάλωτου, 12χρονου, χωρίς πατέρα (σκοτώθηκε στον πόλεμο των Φόκλαντ) αγοριού, που βρίσκει αποκούμπι στη μοναξιά του αλλά και στην έλλειψη πατέρα, σε μια ομάδα «σκίνχεντ» που τον «υιοθετούν». Βρισκόμαστε στην αρχή της δημιουργίας των σκίνχεντ, όταν η ομάδα στην οποία προσχωρεί ο Σον είναι φιλική και εκφράζει την αντίδρασή της στην ανεργία, στον πόλεμο αλλά και στο κατεστημένο μέσα από τα ρούχα που φορά και τη μουσική που ακούει. Μέχρι που η εμφάνιση του Κόμπο, ενός φίλου της ομάδας, που μόλις αποφυλακίζεται, τους χωρίζει στα δυο: την ομάδα που υιοθετεί το ρατσισμό και τη βία κι εκείνη που αρνείται παρόμοια πορεία. Ο Σον παρασύρεται από τον Κόμπο και προσχωρεί στην πρώτη ομάδα, τόσο από ανάγκη να ανήκει κάπου όσο και επειδή πιστεύει πως έτσι θα δικαιώσει τον νεκρό πατέρα του και την Αγγλία που, σύμφωνα με τον Κόμπο κι εκείνους που βρίσκονται πίσω του (συγκεκριμένα τους εκπροσώπους του νεοναζιστικού Εθνικού Μετώπου), χρειάζεται να επανακτήσει τη χαμένη, «εθνική» της ταυτότητα.
Ο Μέντοους, όπως και στις προηγούμενες ταινίες του (πρόσφατο παράδειγμα «Τα παπούτσια του νεκρού») συνεχίζει κι εδώ το σχόλιό του πάνω στη βία, αυτή τη φορά στη βία μερίδας της νεολαίας, που η φτώχεια, η ανεργία, η αμάθεια και η αποξένωση, οδηγούν στην αγκαλιά εξτρεμιστικών ομάδων - ένα μεγάλο μέρος της ταινίας στηρίζεται στην εμπειρία του ίδιου του σκηνοθέτη που, σε εφηβική ηλικία υπήρξε μέλος μιας τέτοιας ομάδας. Χωρίς υποχωρήσεις ή μελοδραματισμούς, με δύναμη, διεισδυτικότητα, και κριτική ματιά, συχνά με συγκίνηση αλλά και χιούμορ, ο Μέντοους σκιαγραφεί το πορτρέτο του μικρού πρωταγωνιστή του, τοποθετώντας το σ' ένα συγκεκριμένο κοινωνικό περιβάλλον (σε επίκαιρα στην αρχή αλλά και προς το φινάλε, ο Μέντους μας δίνει μιαν εικόνα της κοινωνικοπολιτικής κατάστασης της περιόδου), προσφέροντάς μας μια συγκλονιστική στην αλήθεια και την ειλικρίνειά της ταινία.


Το Ροτβάιλερ «δαγκώνει» υπέροχα στο Επί Κολωνώ (θεατρική παράσταση)

Το έργο, το οποίο παρουσιάζει «ζωντανή» συνέντευξη ενός τηλεστάρ δημοσιογράφου στο άντρο ενός σκίνχεντ, εξακολουθεί να αφορά το αθηναϊκό κοινό που συρρέει και εφέτος για να το παρακολουθήσει

ΑΣΤΕΡΟΠΗ ΛΑΖΑΡΙΔΟΥ, Τετάρτη 13 Ιανουαρίου 2010, Εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ

Ροτβάιλερ: ράτσα σκύλου συνυφασμένη με επιθετική συμπεριφορά. Οταν λοιπόν χρησιμοποιείται ως ψευδώνυμο ενός σκίνχεντ, τα πράγματα αγριεύουν επικίνδυνα. Η είδηση ότι μια ομάδα ακροδεξιών οπαδών της Ατλέτικο Μαδρίτης σκότωσε το 2001 έναν νεαρό φίλαθλο μιας βασκικής ομάδας ύστερα από αγώνα ποδοσφαίρου έκανε τον Γκιγέρμο Ερας να γράψει το θεατρικό έργο «Ροτβάιλερ». Ο Χάιμε Ρεβέρτερ είναι ένας δημοσιογράφος-σταρ της τηλεόρασης, ο οποίος καταφέρνει να εξασφαλίσει αποκλειστική συνέντευξη με τον συγκεκριμένο σκίνχεντ, και μάλιστα αφήνει για πρώτη φορά τη σιγουριά του πλατό προκειμένου να παρουσιάσει την εκπομπή «ζωντανά» από το επικίνδυνο άντρο του. Οι σχέσεις εξουσίας περιπλέκονται μεταξύ συνεντευξιαστή και συνεντευξιαζομένου και όταν ο πρώτος ξεπεράσει το όριο, η κατάσταση δεν θα αργήσει να βγει εκτός ελέγχου με αθώο θύμα τον καμεραμάν. Το έργο, το οποίο μεταφράστηκε από τη Μαρία Χατζηεμμανουήλ με τη συμβολή του Ινστιτούτου Θερβάντες και σκηνοθετήθηκε από την Ελένη Σκότη, αποτελεί μία από τις πιο ευχάριστες εκπλήξεις της περασμένης θεατρικής σεζόν. Και ενώ η παράσταση του Θεάτρου Επί Κολωνώ είχε προγραμματιστεί να επαναληφθεί για λίγο καιρό και εφέτος, το αμείωτο ενδιαφέρον του κοινού την καθιστά ένα από τα μεγαλύτερα θεατρικά σουξέ. Κάπως έτσι η μία παράταση έφερε την άλλη, ώσπου αποφασίστηκε ότι το «Ροτβάιλερ» θα εξακολουθεί να... δαγκώνει ως το τέλος της σεζόν, ήτοι 28 Μαρτίου.
«Η παράσταση του έργου μου στην Ελλάδα από τον ελληνικό θίασο (σ.σ.: Δημήτρης Λάλος, Γιάννης Ράμος, Γιάννης Τρίμης, Δημήτρης Καπετανάκος) είναι καταπληκτική, σε σημείο που τη θεωρώ καλύτερη από το θεατρικό μου κείμενο. Αυτή είναι η δύναμη του θεάτρου, ότι κάποιοι ηθοποιοί κάνουν δικό τους ένα έργο και το μετατρέπουν σε αίμα τους. Το σώμα μιλάει. Ετσι, ένα έργο που εξελίσσεται στην Ισπανία γίνεται παγκόσμιο. Και συνεπώς σε ένα από τα σύγχρονα προβλήματα της Ευρώπης που ακόμη δεν έχουμε μάθει να χειριζόμαστε, παρά μόνο για εμπορικούς λόγους» λέει ο συγγραφέας και σκηνοθέτης με έδρα τη Μαδρίτη, αλλά με πεδίο δράσης ολόκληρη τη Λατινική Αμερική. Εχοντας ταξιδέψει πολύ στη ζωή του, έχει συναντήσει κρούσματα ρατσισμού όπου και αν έχει πάει. Στην πατρίδα του θεωρεί ότι, αν και η κατάσταση είναι καλύτερη απ΄ ό,τι σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, «ο ρατσισμός υποβόσκει με τρόπο ταπεινωτικό σε διάφορους τομείς της καθημερινότητας. Τώρα μάλιστα με την οικονομική κρίση στραβοκοιτάζουμε τους ξένους, ενώ στις εποχές της ευημερίας τους εκμεταλλευόμαστε επειδή είναι φτηνά εργατικά χέρια. Μια μεγάλη πράξη κυνισμού, από την οποία δε μένουν αμέτοχα ούτε κάποια τμήματα της Αριστεράς».
Η εξαιρετική χρήση του βίντεο στην παράσταση (ο Γιάννης Τρίμης δεν υποδύεται μόνο τον καμεραμάν, αλλά υπογράφει και τον τρόπο που η μαγνητοσκοπημένη εικόνα μπλέκεται μέσα στη θεατρική δράση) εντείνει την αίσθηση κλειστοφοβίας τόσο στους «φιλοξενούμενους» του Ροτβάιλερ όσο και στους θεατές. Και επειδή κάθε απευθείας μετάδοση που σέβεται τον εαυτό της θέλει και τις ζωντανές συνδέσεις της, επί της οθόνης εμφανίζεται ο Δημήτρης Καταλειφός ως παλαιός καθηγητής του Ροτβάιλερ που αναρωτιέται τι πήγε τόσο λάθος, η Ιωάννα Τζώρα ως η πρώην αγαπημένη του που όμως δεν άντεξε να είναι μαζί του, ενώ ακούγεται η φωνή της Δάφνης Λαρούνη, που υποδύεται την απελπισμένη μητέρα του. Ενα σύμπαν κλειστό, ανατριχιαστικά ζωντανό και προπαντός καλοσκηνοθετημένο.

Δίκτυα:

Διασυνδέσεις σκίνχεντ, νεοναζί και χούλιγκαν φέρνει στο φως η επίθεση εναντίον Έλληνα στο Μόναχο
Πηγή: Associated Press (άρθρο του 2001)

Πρωτοφανείς διαστάσεις έλαβε στη Γερμανία η ρατσιστική επίθεση κατά του Τσουκνόπουλου (φωτ. αρχείου)

Το βάθος των διασυνδέσεων ανάμεσα σε ομάδες σκίνχεντ, οργανώσεις νεοναζί και χούλιγκαν ποδοσφαιρικών ομάδων -στην προκειμένη περίπτωση, του Αγιαξ Αμστερνταμ- φώτισε η σύλληψη στην Ολλανδία του 19χρονου σκίνχεντ Κρίστοφ Σούλτε, ο οποίος καταζητούνταν από τις γερμανικές Αρχές και την Ιντερπόλ ως κύριος δράστης της βάναυσης επίθεσης εις βάρος του 31χρονου Αρτέμιου Τσουκνόπουλου στις 12 Ιανουαρίου στο Μόναχο.
Σε συνέντευξη Tύπου, που δόθηκε την Κυριακή στο Βερολίνο, ο επικεφαλής της διωκτικής ομάδας των γερμανικών Αρχών και σύνδεσμος στην Ιντερπόλ, Γιοάχιμ Σολόν, περιέγραψε το δίκτυο που «κάλυψε» τον καταζητούμενο σκίνχεντ μέχρι τη σύλληψή του και αναφέρθηκε σε «συγκοινωνούντα δοχεία» σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες.
Ο Σούλτε είχε τραυματιστεί κατά τη συμπλοκή των περίπου 60 σκίνχεντ με τους Τούρκους πολίτες που είχαν προστρέξει να βοηθήσουν τον Τσουκνόπουλο και είχε φυγαδευτεί από ομοϊδεάτες του πριν από την έλευση της αστυνομίας. Ο 19χρονος φέρεται ως αρχηγός της ακροδεξιάς οργάνωσης «Αδελφότητα του Ίζερλον», η οποία εδρεύει σε μία μικρή δυτικογερμανική πόλη. Να σημειωθεί ότι οι περισσότερες «ανένταχτες» και χωρίς κλασική οργανωτική δομή ομάδες των σκίνχεντ φέρουν την επωνυμία Αδελφότητα.
Το δίκτυο που περιέθαλψε στη Βόρεια Ρηνανία - Βεστφαλία τον επικηρυγμένο με 30.000 μάρκα σκίνχεντ σχετίζεται με έναν γνωστό «ανένταχτο» νεοναζί, τον Κρίστιαν Βορχ, που κατοικεί στο Αμβούργο και έχει καταδικαστεί επανειλημμένως από γερμανικά δικαστήρια ως υποκινητής εκδηλώσεων ρατσιστικής βίας, καθώς και για αντισημιτική προπαγάνδα.
Οι διασυνδέσεις αυτού του χώρου με οργανωμένους ακροδεξιούς χούλιγκαν της ποδοσφαιρικής ομάδας Αγιαξ κατέστησαν δυνατή την προώθηση του Σούλτε στο Ρότερνταμ, όπου βρήκε προσωρινό καταφύγιο στο σπίτι ενός γνωστού Ολλανδού νεοναζί.
Από την περιγραφή της σύλληψης του Σούλτε από άλλο Γερμανό αξιωματικό της Αστυνομικής Διεύθυνσης Μονάχου, τον Ραλφ Κρέγκερ, προκύπτει ότι το άσυλο του Σούλτε ήταν ήδη επί αρκετές ημέρες γνωστό, αλλά η ολλανδική αστυνομία δεν επενέβη αμέσως, προκειμένου να συλλέξει περισσότερες πληροφορίες για το δίκτυο. Τελικά, η ολλανδική αστυνομία «χτύπησε» όταν ο Σούλτε ετοιμαζόταν να εγκαταλείψει την Ολλανδία και να μετακομίσει στο Βέλγιο.
Ο εισαγγελέας Κόνραντ Μπες, που έχει στα χέρια του την υπόθεση της επίθεσης κατά του Τσουκνόπουλου, ανακοίνωσε ότι η αίτηση έκδοσης του Σούλτε θα υποβληθεί αύριο και ότι υπολογίζει πως μέσα σε δύο εβδομάδες θα παραδοθεί στις γερμανικές Αρχές.
Κατά του Σούλτε -ο οποίος είχε πρωτοστατήσει στον ξυλοδαρμό του θύματος και, βάσει μαρτυριών, είχε επιχειρήσει να τον αποτελειώσει πηδώντας πάνω στο κεφάλι του, όταν ήταν πεσμένος στο έδαφος- έχει εκδοθεί ένταλμα σύλληψης με την κατηγορία της απόπειρας φόνου.
Για την επίθεση εναντίον του 31χρονου Έλληνα -που απασχόλησε έντονα τον Τύπο και τα ΜΜΕ στη Γερμανία τόσο λόγω της βαρβαρότητάς της όσο και λόγω της συμπαράστασης προς το θύμα από Τούρκους πολίτες- συνελήφθησαν αρχικά 14 σκίνχεντ, από τους οποίους οι εννέα εξακολουθούν να κρατούνται.
Μεταξύ αυτών είναι η 17χρονη Μαρία - Αννα φον Τάντεν, φίλη του Σούλτε, που πρωτοστάτησε και αυτή στον ξυλοδαρμό του Τσουκνόπουλου και αντιμετωπίζει, όπως και ο φίλος της, την κατηγορία της απόπειρας φόνου.
Τα εντάλματα για τους υπόλοιπους οκτώ αφορούν στις κατηγορίες της συνέργειας σε απόπειρα φόνου και της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης.

Μάθε παιδί μου γράμματα... στο σπίτι

HOMESCHOOLING ΠΟΛΛΟΙ ΓΟΝΕΙΣ ΤΟ ΕΠΙΛΕΓΟΥΝ ΓΙΑ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥΣ
Της ΕΡΣΗΣ ΒΑΤΟΥ, Εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
 Εκατομμύρια παιδιά σε όλον τον κόσμο δεν ξυπνούν το πρωί για να πάνε στο σχολείο τους, προετοιμάζονται, όμως, το ίδιο, για να παρακολουθήσουν τα μαθήματά τους στο σαλόνι του σπιτιού τους. Είναι οι μαθητές που οι γονείς τους επέλεξαν να διδάσκονται τα παιδιά τους στο σπίτι τους, είτε με δάσκαλο που πληρώνουν είτε ενδυόμενοι αυτοί τον ρόλο του εκπαιδευτικού.
«Δεν είναι το σχολείο που είναι υποχρεωτικό, αλλά η εκπαίδευση», υποστηρίζουν όσοι επιλέγουν την κατ' οίκον διδασκαλία για τα παιδιά τους. Αυτά πάλι, αν μη τι άλλο, γλιτώνουν το πρωινό, άγριο ξύπνημα... (φωτ. Reuters)
Ενισχύεται διαρκώς το φαινόμενο του homeschooling, όπως το λένε οι Αμερικανοί, πρωτοπόροι αυτής της μορφής εκπαίδευσης, με δύο εκατομμύρια παιδιά να τη λαμβάνουν στο σπίτι. Μερικές δεκάδες χιλιάδες είναι στη Βρετανία και αρκετά σε άλλες χώρες, όπου προβλέπεται αυτό το σύστημα. Γιατί στη Γερμανία και τη Βραζιλία, για παράδειγμα, δεν επιτρέπεται.
Πώς, όμως, ένα γονιός αποφασίζει να μην κάνει το αυτονόητο, δηλαδή να στείλει το παιδί του στο σχολείο; «Το σχολείο δεν σέβεται τις φυσικές ανάγκες των παιδιών», λέει στην ιταλική «Repubblica» ο Φραντσέσκο Ντ' Ιντζούλο, γραμματέας του ιταλικού δικτύου «οικογενειακό σχολείο». «Και ενώ στη Βρετανία το δημόσιο σχολείο συμβουλεύεται το (αντίστοιχο αγγλικό δίκτυο) Education Otherwise, στην Ιταλία πολλοί προϊστάμενοι της εκπαίδευσης δεν γνωρίζουν τον νόμο και αρνούνται το δικαίωμα στις οικογένειες, εγείροντας χίλια εμπόδια».



Και σχολείο και σπίτι...
Στην Ιταλία είναι μόνο 200 τα παιδιά που δεν παρακολουθούν σχολείο, αλλά μένουν στο σπίτι και μελετούν, με υποχρέωση να παρουσιαστούν στις προαγωγικές εξετάσεις. Είναι, όμως, πολλοί περισσότεροι οι γονείς που συμβουλεύονται σχετικές ιστοσελίδες, προσπαθώντας σε πρώτη φάση να συνδυάσουν σχολείο και μελέτη στο σπίτι, ελπίζοντας μελλοντικά να απαλλάξουν τα παιδιά τους από το πρώτο. Σε ορισμένες χώρες, όπως στη Ρωσία, η κατ' οίκον εκπαίδευση επιτρέπεται, αλλά τελεί υπό αυστηρές προϋποθέσεις. Στις ΗΠΑ, το πρόγραμμα σπουδών είναι πολύ πιο ελεύθερο.
Ενας από τους λόγους που κρατά τους... γονείς μακριά από το σχολείο είναι η δυνατότητα εξατομικευμένης εκπαίδευσης στο σπίτι, η επιλογή ωραρίων μελέτης, αλλά και θεματολογίας, η μεγαλύτερη συγκέντρωση του παιδιού, καθώς δεν αποσπάται η προσοχή του από άλλα παιδιά, αλλά και για πολλούς η ασφάλεια του μικρού. Σημαντικό είναι επίσης ότι πολλά παιδιά εξασφαλίζουν πολύ περισσότερο χρόνο για να καλλιεργήσουν άλλα ταλέντα, τα οποία συρρικνώνονται στο σχολείο.
«Δεν είναι το σχολείο που είναι υποχρεωτικό, αλλά η εκπαίδευση», είναι το μότο όσων επιλέγουν την κατ' οίκον εκπαίδευση. Πολλοί εξ αυτών απαξιώνουν το δημόσιο σχολείο, όπως έχει «καταντήσει», λένε. Υπάρχουν, όμως, και εκείνοι που επισημαίνουν ότι ένα «κακό» σχολείο πρέπει να βελτιωθεί εκ των έσω. Δεν είναι λύση η αποχή. Επίσης, έχει βάρος η επισήμανση ότι εκτός σχολείου τα παιδιά δεν κοινωνικοποιούνται ομαλά, ενώ, δεδομένης της ανυπαρξίας ανταγωνισμού, το παιδί δεν προετοιμάζεται για την άκρως ανταγωνιστική κοινωνία. *

Κατ' οίκον διδασκαλία: Σε ποιες χώρες
ΗΠΑ: Υπολογίζονται σε περισσότερα των 2.000.000 τα παιδιά που παρακολουθούν μαθήματα στο σπίτι.
Η πρακτική εγκαινιάστηκε ουσιαστικά στις αρχές του 20ού αιώνα, εξαιτίας των μεγάλων αποστάσεων κατοίκων απομακρυσμένων χωριών από σχολεία. Σήμερα το homeschooling είναι διαδεδομένο και στα μεγάλα αστικά κέντρα.
ΓΑΛΛΙΑ: Στοιχεία του σχολικού έτους 2007-2008 δείχνουν ότι 3.240 παιδιά, ηλικίας από 6 έως 16 ετών, παρακολούθησαν μαθήματα στο σπίτι. Ενας μεγάλος αριθμός μελετούσαν με τη βοήθεια δημόσιου οργανισμού για την εξ αποστάσεως εκπαίδευση και τα υπόλοιπα με τη βοήθεια δασκάλων.
Μ. ΒΡΕΤΑΝΙΑ: Είκοσι χιλιάδες παιδιά... φοίτησαν στο σπίτι το 2009, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία τα πραγματικά, όμως, μπορεί να είναι πολύ υψηλότερα.
ΙΤΑΛΙΑ: Η παρακολούθηση μαθημάτων στο σπίτι είναι αποδεκτή, ως εναλλακτική μορφή υποχρεωτικής εκπαίδευσης. Για την ώρα αφορά μερικές εκατοντάδες παιδιά, το ενδιαφέρον, όμως, ενισχύεται τα τελευταία χρόνια.
Η εκπαίδευση κατ' οίκον είναι διαδεδομένη επίσης σε Αυστραλία, Καναδά και Ν. Ζηλανδία.

Tα αγγλικά της επιβίωσης

Tης Mαριαννας Tζιαντζη, Εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Πληθαίνουν τα δημοσιεύματα για τα globish, τα παγκόσμια αγγλικά (global English), μια «ντεκαφεϊνέ», όπως τη χαρακτήρισαν, εκδοχή της αγγλικής γλώσσας. Η πατρότητα του όρου ανήκει σε έναν Γάλλο τεχνοκράτη, τον Ζαν-Πολ Νεριέρ, που έκανε την ιδιοφυή, μες στην αυτονόητη απλότητά της, παρατήρηση ότι οι άνθρωποι από διαφορετικές χώρες, οι οποίοι δεν έχουν μητρική γλώσσα την αγγλική, συνεννοούνται μεταξύ τους πολύ καλύτερα από ό, τι με έναν γέννημα-θρέμμα Βρετανό ή Αμερικανό. Πριν από πέντε χρόνια, ο Νεριέρ επεξεργάστηκε τους γραμματικούς και συντακτικούς κανόνες αυτών των απλοποιημένων «υπερεθνικών αγγλικών» και συνέταξε ένα λεξικό 1.500 αγγλικών λέξεων που αρκούν για εξασφαλίσουν την επικοινωνία ανάμεσα σε όλους τους μη αγγλόφωνους κατοίκους του πλανήτη μας και οι οποίοι υπολογίζονται στο 74% του παγκόσμιου πληθυσμού. Εξι μήνες αρκούν για την εκμάθηση της μεθόδου Νεριέρ: με τα δύο βιβλία τα οποία έχει γράψει ο ίδιος, με dvd ή μέσω Ιντερνετ ή κινητού.
Στα globish δεν συναντάμε σύνθετη σύνταξη, με κύριες και δευτερεύουσες προτάσεις, ιδιωματισμούς, λογοπαίγνια. Εδώ δεν χωρούν πολλαπλές αποχρώσεις, μεταφορές, υπαινιγμοί και αμφισημίες. Το άσπρο είναι άσπρο και το μαύρο μαύρο. Δεν πρόκειται για τη «νέα εσπεράντο», αλλά για τα αγγλικά της παγκοσμιοποιημένης αγοράς, ένα εργαλείο για να κάνουμε μπίζνες στα Βαλκάνια και να συνεννοούμαστε με τον Πολωνό υδραυλικό ή τη Γεωργιανή γηροκόμο.
Τα globish υπήρχαν και προτού τα εντοπίσει ο κ. Νεριέρ, μόνο που τα έλεγαν «αγγλικά του αεροδρομίου», τα οποία στην Ελλάδα οι περισσότεροι έχουμε μάθει μέσω της τηλεόρασης, της διαφήμισης, της κατανάλωσης («πιάσε μια σος, Καλλιόπη»).
Ομως και πολλές δεκαετίες πριν από τον κ. Νεριέρ –και με εντελώς διαφορετική πρόθεση–, ο Πρίμο Λέβι είχε περιγράψει τα γερμανικά του στρατοπέδου, τα κουτσογερμανικά χάρη στα οποία, καθώς και στις γνώσεις του στη Χημεία, επέζησε στο Αουσβιτς. Τηρουμένων των αναλογιών, τα globish είναι τα αγγλικά της επιβίωσης, όχι πια σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, αλλά στην παγκόσμια αγορά της εργασίας και της ψυχαγωγίας.
Τι συμβαίνει όμως όταν η επίσημη γλώσσα μιας χώρας, ακόμα και αν αυτή είναι η αγγλική, αποκτά τα χαρακτηριστικά των globish; Πριν από μια δεκαετία, ερευνητές του Πανεπιστημίου του Πρίνστον μελέτησαν τα κείμενα από τις προεκλογικές ομιλίες των υποψήφιων προέδρων τεσσάρων εκλογικών αναμετρήσεων στις ΗΠΑ –του 2000, του 1992, του 1960, καθώς και του 1858– ως προς το λεξιλόγιο, τη σύνταξη, τη χρήση ιστορικών αναφορών και άλλα στοιχεία. Το συμπέρασμα ήταν ότι η σύγχρονη πολιτική ρητορική είναι σχεδιασμένη ώστε να γίνεται κατανοητή από δεκάχρονα παιδιά, ενώ οι ομιλίες του Λίνκολν και του Ντάγκλας (1858) αντιστοιχούσαν στο επίπεδο κατανόησης ενός μαθητή της δευτέρας ή της τρίτης λυκείου
Οι αγγλικοί στίχοι των ελληνικών τραγουδιών που κατά καιρούς στέλνουμε στη Eurovision αποτελούν το θρίαμβο των globish. Ομως και συχνά οι ομιλίες των πολιτικών μας παραπέμπουν στα ελληνικά του νηπιαγωγείου, μοιάζουν με συρραφή από διαφημιστικά συνθήματα, που είτε μας τρομοκρατούν είτε μας προσφέρουν ρόδινες αυταπάτες. Κι εμείς πολλές φορές επιβραβεύουμε το στυλ, την ειλικρίνεια ενός πολιτικού, το πώς εκείνος «γράφει στο γυαλί», συγχέοντας το πώς νιώθουμε με το πώς σκεφτόμαστε. Κρίνουμε την τηλεοπτική του παρουσία και όχι την ουσία.
Η ίδια η γλώσσα δεν φτωχαίνει, λένε οι ειδικοί. Φτωχαίνει όμως η σκέψη ή το δημόσια προσφερόμενο υλικό για σκέψη, ενώ ταυτόχρονα διαμορφώνεται μια κοινωνία δύο ταχυτήτων, όχι μόνον ως προς τον υλικό αλλά και ως προς τον πνευματικό πλούτο.


Η διεθνής γλώσσα της τρίτης χιλιετίας

Εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ
Τα Globish θεωρούνται η «νέα εσπεράντο» και είναι απλοποιημένη μορφή των αγγλικών με μόνο 1.500 λέξεις
Μήπως βρέθηκε η νέα lingua franca, η νέα κοινή διάλεκτος που θα ενώσει όλους τους ανθρώπους του κόσμου και θα γκρεμίσει τα γλωσσικά εμπόδια που συναντάμε κάθε ημέρα στον δρόμο μας; Αν πιστέψουμε τον γάλλο συνταξιούχο της ΙΒΜ Ζαν-Πολ Νεριέρ, η λύση στο πρόβλημα είναι τα Globish, η «νέα εσπεράντο», που δεν είναι τίποτε άλλο από μια απλοποιημένη μορφή της αγγλικής γλώσσας, με ένα λεξιλόγιο αποτελούμενο μόνο από 1.500 λέξεις και απλούστατο συντακτικό. Ο νεολογισμός Globish προέρχεται από τις αγγλικές λέξεις globe, που σημαίνει οικουμένη και υδρόγειος σφαίρα, και english, δηλαδή αγγλική γλώσσα. Σύμφωνα με τον κ. Νεριέρ είναι ο καλύτερος τρόπος για να επικοινωνούν άνθρωποι των οποίων η μητρική γλώσσα δεν είναι η αγγλική και δεν είχαν την ευκαιρία να μάθουν σωστά την τελευταία.
Η ιστορία ξεκίνησε πριν από 20 χρόνια, όταν ο κ. Νεριέρ εργαζόταν στο Τμήμα Μάρκετινγκ της εταιρείας ΙΒΜ. Βρισκόταν στην Ιαπωνία και στις επιχειρηματικές συναντήσεις εκεί παρατήρησε ότι όσοι δεν είχαν τα αγγλικά ως μητρική τους γλώσσα επικοινωνούσαν με τους ιάπωνες και τους κορεάτες συναδέλφους τους με μεγαλύτερη επιτυχία από τους Αμερικανούς ή τους Βρετανούς. Ο ίδιος, Γάλλος την καταγωγή, μπορούσε να μιλήσει με κάποιον από την Κορέα ή τη Βραζιλία, για παράδειγμα, στα αγγλικά και να συνεννοηθούν πολύ καλύτερα από τους- από γεννησιμιού τους- αγγλόφωνους, οι οποίοι είτε έμεναν στην άκρη είτε μπλέκονταν σε ατέρμονες συζητήσεις. Αυτό οφειλόταν στο ότι οι πραγματικά αγγλόφωνοι μιλούσαν με σπάνιες εκφράσεις και ασυνήθιστες λέξεις, με αποτέλεσμα να είναι πολύ δύσκολο στους άλλους να τους καταλάβουν.
Υστερα από πολλές παρατηρήσεις ο κ. Νεριέρ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι έχει αρχίσει να δημιουργείται ένας νέος τύπος της αγγλικής γλώσσας, χωρίς δύσκολες λέξεις και με βασική σύνταξη, που τον χρησιμοποιούν κυρίως όσοι δεν έχουν διδαχθεί σωστά τη γλώσσα από το σχολείο και αναγκάστηκαν να τη μάθουν βιαστικά για επαγγελματικούς λόγους.
Αποφάσισε λοιπόν να δημιουργήσει ένα λεξικό με τις 1.500 λέξεις που κατά τη γνώμη του επαρκούν για να συνεννοηθεί κανείς στα Globish. Λέξεις που γίνονται 5.000 αν προσθέσει κανείς τις συνώνυμες και τις παράγωγες. Για να καταλάβουμε τη διαφορά, πρέπει να σημειώσουμε ότι το Λεξικό της Οξφόρδης περιλαμβάνει περίπου 680.000 λέξεις. Στη συνέχεια ο κ. Νεριέρ εξέδωσε δύο βιβλία για την εκμάθηση της γλώσσας του, την οποία μπορεί να μάθει κανείς σε έξι μήνες, ενώ για τα σωστά αγγλικά απαιτούνται χρόνια ολόκληρα ή και μια ζωή, όπως λέει ο ίδιος.
Η μέθοδος του κ. Νεριέρ χρησιμοποιεί τη βασική γραμματική της αγγλικής γλώσσας, αλλά ο ίδιος συστήνει στους μαθητές να χρησιμοποιούν μικρές φράσεις και να αποφεύγουν ιδιωματισμούς, συντομεύσεις, μεταφορές και οτιδήποτε μπορεί να προκαλέσει γλωσσικά μπερδέματα.
Προσθέτει δε ότι επειδή η επικοινωνία δεν είναι μόνο ο λόγος πρέπει να χρησιμοποιούν κινήσεις και τη γλώσσα του σώματος, καθώς και εκφράσεις του προσώπου, για να γίνονται ευκολότερα κατανοητοί.

Πέμπτη 15 Απριλίου 2010

Art and the World Economy


by Brian Holmes & Claire Pentecost (στο brianholmes.files.wordpress.com/2009/09/packi... )

Municipal statue, city of Finicke, Antalya province, Turkey
(all photos CP; published in catalogue of 11th Istanbul Biennial).
An old man with a hearing aid stands with his back to a low wall, juggling a profusion of juicy oranges and bright red tomatoes. One by one he plucks them from the air and sets them down in perfect pyramids, orange and red. The juggler is the neoliberal ideologist Friedrich von Hayek, who thinks that that to act in a world of commodities, all you need to know are their prices:
It is a profoundly erroneous truism, repeated by all copy-books and by eminent people when they make speeches, that we should cultivate the habit of thinking what we are doing. The precise opposite is the case. Civilization advances by extending the number or important operations which we can perform without thinking about them.1
On the other side of the wall is a garden crossed by winding paths. Here and there, gold coins lie scattered on the ground, as if devoid of any value. A bespectacled man in a woolen suit is watering a row of beans in the sun. His name is Karl Polanyi, and he reflects aloud on the history of the industrial revolution:
The middle [or trading] classes were the bearers of the nascent market economy; their business interests ran, on the whole, parallel to the general interest in regard to production and employment… On the other hand, the trading classes had no organ to sense the dangers involved in the exploitation of the physical strength of the worker, the destruction of family life, the devastation of neighborhoods, the denudation of forests, the pollution of rivers, the deterioration of craft standards, the disruption of folkways, and the general degradation of existence including housing and arts, as well as the innumerable forms of private and public life that do not affect profits.2
Both these men were economists, and both became famous in the wake of the Great Depression and the Second World War. Their ideas developed in opposite directions, and over the long run, it is the former with his principle of ignorance who has been vastly more influential. Could the latter have anything to say to us today, in the wake of yet another global crisis? Do artists, curators and intellectuals need to think about what they are doing in the world economy?

The Crystal Casino
After many long walks, drives and conversations in the prodigious city of Istanbul, we set out to discover where the tomatoes and the oranges come from. We thought we might also see how the phantasmatic juggler operates in one of the world’s most prolific gardens. This quest led us down the Mediterranean coast to Antalya, the fastest growing province in Turkey, the center of the country’s tourist industry and the leading producer of hothouse vegetables for export. On these coastal plains we found acres of crystal palaces: the older glass-paned and newer plastic-wrapped greenhouses of the global horticultural industry. Feeding on the same sunny clime were stretches of condominiums for vacationers, shopping malls, and clusters of five-star hotels including replicas of the Kremlin and the Topkapi Palace.
At first glance the scene was uncannily similar to one we had investigated a few years earlier in the Spanish coastal province of Almería. But with significant differences. The Spanish horticultural industry had shallower roots in both time and space. There it had mushroomed in a compressed twenty-year period so that there were none of the older glass and steel palaces erected in Antalya in the 1940s and 50s; rather we saw uninterrupted stretches of flat white reflective plastic roofs stretching into the distant haze. In Spain the vegetables were grown not in local alluvial soil but in packs of imported substrate, regularly cleared and trashed in dumpsites – pesticides, herbicides, plastic and all. The draining of the regional water table to make all this gardening possible in an arid, semi-desert landscape had brought the region much closer to the brink of ecological collapse. And the precarious labor was supplied by migrant Africans, mostly working without papers and suffering the bigotry inflicted on foreign workers worldwide. In Turkey seasonal labor is drawn from the villages of eastern Anatolia, under conditions largely unknown to us, surely not without their own forms of suffering and discrimination.
In both countries we were struck by the singular views of intensive horticulture abutting luxury tourist destinations, locals struggling to make a living through a global export system in unobscured proximity to golf courses, upscale shops, restaurants and marinas designed for the mobile upper classes of globalization. Such a composite offers a perfect example of what we have come to come to think of as an aesthetics of visible blindness: the capacity of select groups to enjoy the fruits of globalized capital while ignoring the price paid in drudgery and insecurity by others. In Spain we had wondered what kinds of dark glasses the tourists must wear, not to see the damaging excess of the real-estate boom, the unsustainability of swimming pools and golf courses springing from the thirsty desert, the conditions of brutal labor exploitation rivaling those of the nineteenth century. Such a blindness is structural: it’s part of what keeps the whole system going even when it’s clearly headed for social and ecological disaster.
Our guidebook on the trip to southern Turkey was written not only by Hayek and Polanyi, but also by the generous Istanbulite sociologist Zafer Yenal, who had given us the name of a grower so that we might see something more than the astonishing view from a rental car. Equipped only with a bad map and a vague idea of our informant’s territory, we lucked into the right village and spoke his name at the local café. Hospitable cell phones immediately went into action and five minutes later we were having coffee with Mikhat, a distinguished tomato producer, and Aydin, the owner of an orange grove and also the muhtar, or village headman. Aydin had taught himself English from a dictionary while working in the greenhouses, and now served us as an excellent translator, with plenty of his own opinions.
The two of them spent their Sunday afternoon giving us a tour of the typical production chain in Antalya. We visited the family owned greenhouses and orchards, the washing and sorting facility, the box folding plant and warehouse. The closest we came to the beginning of the line was a high-tech seedling company. But a full mapping of the production chain is impossible for those who are directly involved. The growers don’t decide what they will plant. In what is called a “buyer-driven market,” the exact patented varieties of tomatoes, cucumbers, peppers and other vegetables grown are dictated by an increasingly consolidated oligopoly of transnational distributors and intermediaries who deliver fresh and processed produce to supermarket shelves. Control of the type of seeds actually in circulation, limited to relatively few out of the vast diversity cultivated through the history of human agriculture, amounts to mastery over the most basic form of shared intellectual property. These gigantic distant players also determine just what other imported inputs – pesticides, herbicides and fertilizers – will be used by small producers throughout the Mediterranean. Such conformity is mandatory if they want to enter the market, and the producers themselves have no bargaining power over the price of these necessities.
Last on our tour was the wholesale depot where teams of kerchiefed women packed produce for shipment and where we sat in the office of the local buyer for a taciturn cup of tea. This buyer marked the end of what could be seen of the production chain from a producer’s vantage point, being the nearest representative of the price mechanism signaled by markets in Istanbul, Russia, Europe and beyond. We were witnessing the scene of our guidebook outlined by Friedrich von Hayek:
The most significant fact about this system is the economy of knowledge with which it operates, or how little the individual participants need to know in order to be able to take the right action. In abbreviated form, by a kind of symbol, only the most essential information is passed on and passed on only to those concerned. It is more than a metaphor to describe the price system as a kind of machinery for registering change, or a system of telecommunications which enables individual producers to watch merely the movement of a few pointers, as an engineer might watch the hands of a few dials, in order to adjust their activities to changes of which they may never know more than is reflected in the price movement.3
Hayek believed that human productivity was most effectively coordinated by the market mechanism, registering changes in the availability or need of products across the earth. Fluctuating prices took the place of knowledge, because the chance to make a profit by selling high or buying low signaled exactly where resources could be allocated most efficiently. There is an eerie correspondence between this theory and the way things really work. What small producers are able to know is indeed reduced since they choose neither the seeds nor the chemical inputs or even the type of bee used to fertilize the plants in the greenhouses. On the selling side of their business they “watch merely the movement of a few pointers to adjust their activities to changes of which they may never know more than is reflected in the price movement.”
In this way they become like players sitting at a roulette table, watching the spinning numbers that will determine how well they fare in a given year. “We are farmers, gambling is what we do for a living.”4 For both inputs and outputs the farmers are deeply integrated into the global food market, and since they have no control over the price of either, their sense of working blindly has intensified as world food prices and petroleum-based input prices oscillate erratically on the readouts of the electronic markets, climbing one year to the heights of prosperity, falling precipitously the next. Whether or not they can make meaningful adjustments to global markets affected by fluctuating demand, oversupply, natural disasters, changing standards, currency exchange rates and commodity market speculation makes the difference between whether they will go bust, hit a jackpot, or just get by. In this way, we discovered, the lives of villagers trying to join a world of consumer abundance are affected by the wild hopes and deep anxieties of what the political economist Susan Strange long ago called “casino capitalism.” With its elegant greenhouses gleaming in the sun alongside the debt-financed palaces of postmodern tourism, Antalya appeared as the land of the crystal casino.

No Accounting For Taste
We spent the night in the town of Finicke, whose main street is adorned with monuments to the magnificent orange. One shows a globe on a pedestal; on top of this concrete world stands a girl holding an orange out to the sky. Producers of all kinds of things want to offer their goods to the world market, and why shouldn’t they? Though the present level of global integration is unprecedented, oranges have been coveted treats in northern climes for centuries. The oranges we brought back from Antalya were some of the best we ever tasted: juicy, sweet and full of complex flavors. We wish we could say the same for the tomatoes, whose flesh was hard and flavorless despite their deep red color and impeccable round design. Are the orange trees holdovers from an older horticulture, unlike the tomato seedlings nurtured in mass-produced plastic trays? Are they less subject to the distortions of just-in-time production? Is it easier to breed an orange for long distance shipping than to breed a packable tomato retaining the tenderness and flavor we recall from our childhoods? Is it a matter of luck? Of preference? Or some kind of obscure gamble with the intellect, the heart, the bank account and the senses?
These questions can be existential ones for those who try to place themselves as tasty products in the world vitrine. While grateful for the chance to travel, exhibit and present in far-flung locales, many of us grow uneasy when self-performance on the art circuit turns into a contest to raise your own price as a signifier of others’ intelligence, passion, perversity or secret foreknowledge of upcoming trends. In financialized economies where speculation on the future values of the sky above can wreak havoc with the ground beneath your feet, it’s quite hard to believe that artistic expression is not just standing in for something bigger to come – like a gigantic hotel, residential complex or entertainment district that will wipe out the gritty neighborhood whose vibrant local life inspired you. We’ve thought about these problems for years, while trying to develop other contexts for the expression, reception, elaboration and understanding of art practices.5 And when food prices spiked with the commodity bubble of 2008, then plunged again after farmers around the world had been lured into costly investments, we found it even harder to keep our desires focused on the next invitation to Asia / Latin America / Western Europe / the Middle East. We too felt like cherry tomatoes on a roulette wheel spinning wildly out of control.
In Antalya province at the site known as Yanartaş arises the famous Mount Chimaera, known since late Antiquity for its flames that flicker in the night, for its literally burning ground. Historical sources cite this geothermal wonder as the origin of the myth of the Chimera, a fire-breathing hybrid of lion, goat and serpent; while the natural explanation describes exhalations of methane from metamorphic rocks. This mythical and real place reminds us of contemporary Chimerica, the hybrid continent we try to call home. For the last ten years its Eastern workers have produced nearly everything its Western consumers crave, while the East side lends back to the West the money received for the floods of goods, in order to keep the wheels of industry turning.6 This unusual geographic phenomenon, characteristic of the global division of labor and power, has been one of the mysteries of late Neoliberalism. What kept mankind alive on its disjunctive territory, from Chicago to Shanghai, was a system of exchange whose human foundations no one cared to know, as long as the volatile prices added up to profits for politicians and businessmen on both sides. The lure of gain stoked a decade of unsustainable development, reflected outside the centers of accumulation by the ugly mirrors of impoverishment and war. Meanwhile, those tastes that market researchers can exhaustively account for – consumer drives and investor appetites – sucked the juice of life from two vast populations, while setting the stage for an economic collapse on a scale last seen in the 1930s. The natural explanation in this case was not metamorphic but mathematical.
About a hundred and fifty years ago, Marx described the commodity as that product of human labor whose exchange value, seemingly animated with a life of its own, acts to render invisible the social relations that produced it. About twenty years ago, some inglorious number-crunching quant invented a meta-commodity called the “collateralized debt obligation” (CDO). It’s a derivative contract whose price is determined by a statistical analysis of the behavior of underlying assets, which in this case are not things but the ability of borrowers to pay their loans. What these meta-commodities did was allow banks to sell to distant investors the revenue expected from payment on home mortgage loans, so that the bank which initially did the lending got its capital back from thin air, and could immediately go out looking for more borrowers on the ground. To make the deal sweeter for the distant investors, the loans were split into tiny fractions and recombined with hundreds of others, so that the risk of any single failure to pay was diluted by the hundredfold. Meanwhile other quants calculated the statistically average rate of bankruptcy on the housing market, which was considered to have the regularity of a natural phenomenon. Another kind of derivative, known as a “credit default swap” (CDS), was sold as insurance on this risk, and indeed on many others, in combinations and hybrids that defy the imagination.
The brilliance of the math and its perfect correspondence with the laws of financial nature omitted just one tiny detail, which was that this circular, self-reinforcing system entirely transformed the markets it was supposed to regulate and stabilize.7 Prices rose from the ground like tongues of fire until they reached trembling heights: cut off from all connection with the underlying capacity of the borrowers to pay, the flame fell back to earth and burned everyone it touched. As foreseen, the default insurance went into effect, but for losses exponentially exceeding what had been judged possible in nature. And then, metamorphosing from the joyful illusion that it once seemed to be, the fabulous Chimerican prosperity of the early 2000s turned into a monstrous creature, rampant in every country on the face of the earth.
We do not know exactly where the current crisis will lead. But what we have been foreseeing for the last several years is “Continental Drift”: a rearrangement of the unlikely bicontinent in which we briefly lived, the decline of the US dollar as the world’s reserve currency and the beginning of far-reaching changes in the geopolitical order.8 Rather than speculating right now on what those changes may bring at the global level, it may be more useful to draw some conclusions about the relations of art and economics in the period we have just lived through.
From the current economic perspective, growth is the only measurable good, making the signs of rising profit into the one convincing form of beauty. Wall-to-wall computers, flashing LEDs, gleaming glass and glittering buildings are among the finest sights, but the highlight in the flesh is always the person on the stage, the speculative performance. You too can be a top-value signifier, seemingly animated with a life of your own. And a world-class museum can become the gateway of real-estate paradise, if the bar is more spectacular than the paintings. Since your price is moving upwards on the market, why not let gentrification be your derivative? Very few people involved in contemporary art actually think this way, but very many of the funding decisions in the cultural world are made on exactly this basis.
Where the commodity as described by Marx acted to conceal the social relations of labor that produced it, the meta-commodities of our time act to conceal the collective deliberations that create the environment in which any labor, leisure, productivity or culture can take place. The government of human affairs has been privatized by the calculations of a supposedly natural law. The veil over all this is what we’ve been calling the aesthetics of blindness. But if that is the case, those of us working art face one very important question. How could the veil be lifted?

Touching Ground
Let’s look through the spectacles of the man watering the beans in the garden, with gleaming coins scattered here and there as though devoid of any value. Polanyi’s major work, The Great Transformation (1944), retraces the rise and fall of the gold standard, which served as the global medium of exchange during the period of the British Empire. More profoundly it studies the belief in a self-regulating market, elevated to the status of a natural law whereby supply and demand automatically find their proper equilibrium. The self-regulating market is the underlying structure designated by Adam Smith’s metaphor of the invisible hand, then later by Hayek’s more pragmatic image of the telecommunications system. Looking further, Polanyi observed that the fundaments of human existence – labor, or the health of our bodies; land, or the cyclically recurring growth of the natural world; and the human institutions of governance, including money itself – were treated as freely available resources by the capitalist market which invested no care in their reproduction over time. Labor, land and money are “fictitious commodities” by Polanyi’s account, because their actual origins and destinies lie outside the market, even though the market depends on and depletes them. The Great Depression and the World Wars are historical examples of the price ultimately paid for their neglect.
The persistent recourse in economics to the illusion of a natural market law serves to justify the core functions of labor and resource exploitation, while the investment of financial signifiers with supernatural powers acts to distract from the many crimes that accompany the system (or some would say, provide its very basis). These include imperialism, or the plunder of distant territories by force of arms; enslavement, or the physical coercion of human beings against their will; the formation of monopolies and oligopolies, permitting the fixing of prices in markets closed to the entry of smaller producers; and more recently the reign of mass deception, whereby will and desire themselves are reshaped by the media bombardment of manipulative messages. The grip of the natural law delusion is what gave Margaret Thatcher her hour of credibility, adamantly repeating “there is no alternative.” It’s remarkable that since the present round of computerized and networked financial innovation began in the mid-1970s, the ranks of the number-crunching quants and the formulas they employ are drawn largely from theoretical physics, reinforcing the economists’ claim to be describing unequivocal phenomena of nature.
What makes Polanyi so interesting is his refusal of this natural market law. Yet unlike communist planners of the early twentieth century (to whom neoliberals automatically reduce any proponents of an “alternative”) he did not believe that human needs and possibilities could be calculated by a central agency. He understood the dynamics of human societies to be the result of three quite different fields of organization, each of which does not function according to any inherent natural law, but instead by the more-or-less conscious development of ad hoc principles that gradually work themselves into a sustainable balance. The first of these broad fields of human interaction is exchange, which occurs in a bewildering variety of forms across history, and not only as the reductio ad absurdum of human relations to monetary mathematics. The second, still quite apparent to the citizens of modernized societies, is redistribution as it is carried out by a centralizing administration. In recent history this was the welfare-state function, largely banished by the class politics of neoliberalism. The third domain of social coordination, almost as ignored by official scholarship as it is by market fundamentalists, yet one which still pervades and supports contemporary life, is reciprocity: the informal circulation of services, privileges, favors, care and support between individuals, families, clans, friends, voluntary associations and identity groups. It was a notion of open-ended reciprocity that prompted a Turkish sociologist to share his rural contacts with us, that made those contacts treat us as guests to whom they offered time, information, openness and a splendid local lunch. In many more incalculably extensive ways, it is reciprocity that undergirds and makes livable the harsh inhabitation of a world ruled by market numbers.
By recognizing these three fields in their heterogeneity and in the specificity of their mutual interaction it is possible to go beyond the eternal quarrels of the liberals, the communists and the anarchists, each of whom insists on the preeminence of just one field: the market, the state or voluntary association. Unfortunately, they cannot even adequately describe the real workings of their single sphere of interest, since society is always constituted by particular combinations of all three. Rather than operating within or against an idealized totality that does not exist on its own, one finds more chances in navigating between existing realms whose specific relations can be played against each other, and changed for the better.
This multidimensional understanding of society provides the tools to draw up much more useful maps of complex situations, including multiple roles for art. When the market is invested with a superhuman accuracy of judgment, critics and institutions too often validate only what it has already validated. In this scenario the artists become like our counterparts the horticultural producers, conforming their inventions to signals from a distant empire of finance. But neither would it be satisfactory to have the state manage what kind of art will be produced and experienced. Nor is it enough to have an art with no relationship to exchange or redistribution. Art is a shifter between the three broad fields of interaction, dramatizing insufficiencies, suggesting possibilities, escaping deadlocks, opening utopias and bringing overly theoretical principles back home to lived experience. As cultural producers we want to bring this full range of possibilities into play – in order to touch the ground, to regain some contact with the fundamental conditions of existence.
Sixty-five years ago, in a phrase whose timeliness verges on the uncanny, Polanyi wrote that “the trading classes had no organ to sense the dangers involved in the exploitation of the physical strength of the worker, the destruction of family life, the devastation of neighborhoods, the denudation of forests, the pollution of rivers, the deterioration of craft standards, the disruption of folkways, and the general degradation of existence including housing and arts.” The sentence strikes home in a world marked by climate change, financial crisis and war. If exactly the same problems are facing us today, then isn’t this what art most urgently needs to become: a sense organ of humanity, a space in which to perceive and express the transformations that human groups are unleashing upon themselves and their environments? A space in which to inquire about the creation of value, the roots of conflict, the sources of vital energy, the paths toward better ways of living?
Of course, much of artistic production already does that, but in contexts made confused and ambiguous by the operations of financialized taste. What is finally becoming more obvious today, in the context of the triple crisis – economic, ecological and geopolitical – is that mainstream cosmopolitan culture has been largely absorbed into a predatory system of capture and manipulation, instilling commercial ideologies and prosumer drives and generating multiple forms of self-interested blindness even in the spaces devoted expressly to vision. The resulting breakdown of the human ecology, or lack of sense in world affairs, is provoking a widening crisis of legitimacy. This explains the election of a relatively idealistic figure like Barack Obama, or at a smaller scale, the selection of a group like WHW to curate the Istanbul Biennial. The question is what to do with the opportunities offered by this legitimation crisis.
Some practitioners have recognized that if art is to play any autonomous role in the shaping of contemporary sensibilities, it should be developed and evaluated within spaces of reciprocity where the predatory functions have no hold, whether these are private spaces, self-organized associations, informal networks of exchange or independent media projects. We are not just talking about strong images emerging from circles of peers under particularly turbulent social circumstances, which can now capture lots of attention on the markets. If art is to escape overcoding by existing value-forms, it must be created along with philosophical concepts and forms of social practice that are resilient enough to preserve their integrity despite the existing norms and functions. State institutions – not to mention corporate sponsorship – cannot be trusted to provide the context of art production, for one simple reason: the current panorama shows the extent to which they have failed. Yet at the same time, many positive developments on the cultural landscape show that artists, critics and curators who have developed strong networks of reciprocity can also find allies in both state-redistributive and market-exchange institutions, in order to develop singular and transformative proposals and to distribute them widely.
In our view – and this could be our polemic – the forces of reciprocity are not politically alive enough in art today. If we have worked with activism, and if we have developed autonomous critical initiatives like Continental Drift, it’s clearly for this reason, to engage in productive dialogues with other initiatives that have opened breathing spaces instead of just adapting to their instrumentalization. Today under the pressure of a triple crisis that will no longer go away, but only continue to morph into successive forms, it is necessary for artists, intellectuals and curators to develop higher levels of ethical exchange before engaging with the compromises of the state and market spheres. Not to maintain a politically correct consensus or some vain illusion of purity and self-sufficiency, but to find the precise resources that are needed to open up intense and problematic spaces of perception, revealing in advance the further conflicts and collapses which await and threaten – while in the best of cases offering broader perspectives, sweeter affects, clearer concepts and more generous actions in reality.
Polemics aside, we’ll close with an attempt to answer this essay’s recurrent questions. They have to with the origins of taste, the creation of alternatives, and the place of perception in artistic expression. Since one of the problems we’ve identified is an excess of economically animated forms and performances – a visible blindness – our research will shift further toward a tactile dimension.

Worlds At Your Fingertips
In a memorable passage from an unfinished book, a philosopher performs the simplest experiment in perception: touching one hand with the other. Maurice Merleau-Ponty worked in the tradition of phenomenology, trying to provide a philosophical definition of the primary scientific act: the clear and distinct perception of an object by a subject who stands outside it, exterior to what is being perceived. But when your fingers touch your own fingers, perception doubles back on itself and the subject becomes inseparable from the object. In this common experience the scientific mind must confront its own presence, its pulsating inherence to the phenomena that it wants to put at a distance. Like the casting of a gaze, touching involves the expression of a desire to know the world that is indissociable from whatever we will ultimately know of it. Yet there is a still more common and more poignant experiment in perception: one hand touching someone else’s, my hand touching yours. It is through this common experience that one discovers other worlds.
The self-reflexive turn of phenomenology shows that expression – and along with it, the vast material of spoken and written language – is an irreducible part of perception.9 Consequently, the upsurge of the new and the encounter with the other can only be sensed in historically shared frameworks of words, ideas, artworks, urban forms etc, themselves existing flush with perception and in intimate contact with its proliferating differences. To perceive is to constitute the object with the quality of your own attention, but also to be constituted by it: perception is a self-affecting movement that changes the very nature of one’s sensorium, while spilling over through language, gesture and affect to others who also perceive, reflect and evaluate. In this way sense is made. Overflowing from each body in the world, the reciprocal relation of perception and expression gives rise to cultural experience: crisscrossing artifacts of sensate desire, overlaid upon each other in complex patterns that point beyond whatever they designate, toward the depths and the horizons of the worlds we constitute together.
Merleau-Ponty called this intertwining of perceptions “the chiasm” – a Greek word designating a point of crossover between two flows. An example would be the optic chiasm, where the nerves coming from the left and right eye cross and intermingle before vision separates again into different areas on the right and left sides of the brain. We have yet to find Lake Chiasma on the natural landscape, but we know this feeling of plunging into and emerging from intertwining perceptual worlds.
The emphasis on perception could evoke practices of a documentary nature: attempts to film, photograph, sketch, graph, record, speak or otherwise represent the world. Such practices are extremely important, because they offer a chance to begin overcoming the blindness of contemporary society. Yet we must take one further step toward a politics of perception. In a critique of phenomenology and specifically of Merleau-Ponty, another philosopher shows that what is never taken into account by the scientific gaze is the human imagination. What happens, asks Cornelius Castoriadis, when we focus our attention on dreams, on delirium, on hallucinations? When last night’s dream is taken as a valid object of perception, “all of philosophy is knocked out of order.”10 Yet dreams and visions, like images themselves, are also common phenomena. They are the bearers of their own particular kind of truth and capacity to change the world.
There is a name for the insurgence of the image as a productive force in human thinking: the radical imagination. Castoriadis defines it as “the capacity to posit that which is not, to see in something that which is not there.”11 This imagination is not only visual: it is auditory, tactile, gustatory, olfactory, it is sexual and affective, it touches other people. Here is the intersubjective force that transforms our relation to nature. Those who proclaim the inexorability of market law do not only refuse to perceive its obvious failings; they also try to cover up the human potential to see what is not there, to express an aspiration. The politics of perception is inseparable from a collective exercise of the radical imagination. As Castoriadis explains: “I call autonomous a society that not only knows explicitly that it has created its own laws but has instituted itself so as to free its radical imaginary and enable itself to alter its institutions through collective, self-reflective, and deliberate activity. And I call politics the lucid activity whose object is the institution of an autonomous society.”12
Polanyi wrote the history of the self-regulating market up to its first culmination in the mid-twentieth century, showing that its claim to a basis in natural law was fictive, and that under the cover of this fiction it destroyed the traditional institutions on which it was based in reality. He called for the creation of new institutions, which could successfully re-insert or “re-embed” the world market into a tissue of acknowledged interdependencies that would stabilize it and keep it from exerting its most destructive effects. Today we are light years from that kind of wisdom. Yet it is still possible to conceive another society, not by the appeal to natural law but by the exercise of the radical imagination, and by its transformation through a political process into collective institutions.
Museums in the overdeveloped countries are still primarily used for historical conservation and the validation of isolated personal expression, though they are increasingly becoming sites of social design as well, launching pads for new product-behaviors.13 But what contemporary societies more urgently need are experimental institutions where the perception of lived environments, the creation of tastes and values and their codification into laws and definitions of reality can all be played out again in concentrated symbolic forms, which include contestation, ambiguity and internal contradiction. It is the artists’ intervention on powerfully articulated symbolic material that can touch others, elicit responses and open up a space of reciprocity for many different uses of the radical imagination.
An international exhibition or biennial can be this stage or arena, a time made of many temporalities, a place where many places and their inhabitants come to meet. This does not mean that everyone will agree. In an age marked by extreme exploitation, environmental destruction and violent conflict, it’s likely that they won’t. But the exhibition can also be a place to sharpen new symbolic weapons, or to shift the terms of old arguments. Instead of instilling preprogrammed behaviors in a manipulative way, it allows for self-conscious experimentation with the orientations of one’s own perception, and for debate about the possible worlds that are bodied forth in images.
We were touched by our visit to Istanbul, and by our glimpse of a life out in the countryside that we could never have imagined – despite its arrival in bits and pieces to faraway supermarkets. As in the naïve image of the girl standing on a globe and holding the fruit of her local culture up to the sky, we wanted to offer some food for thought in return: a glimpse of the kinds of knowledge that artistic practices can bring, a feel for singular situations whose life on the ground can never be communicated by the abstract movements of a pointer on the dial of the global markets. To engage with this knowledge, rather than ignoring it, is one way to contribute to a systemic change. Maybe it’s another kind of gamble, but this is what we are looking for in art today: a politics of perception.
Notes
1Friedrich von Hayek, “ The Use of Knowledge in Society,” in The American Economic Review 35/4 (September 1945), p. 528. Hayek borrows this quote from the philosopher Alfred North Whitehead, but uses it for purposes very much his own.
2Karl Polanyi, The Great Transformation (Boston: Beacon Press, 1957/1st ed. 1944), p. 133.
3Hayek, “The Use of Knowledge in Society,” op. cit. pp. 526-27.
4Calgar Keydar and Zafer Yenal, “Facing Globalization: Transformation and Adaptation in Turkish Agriculture” (unpublished manuscript).
5Cf. Brian Holmes, “Emancipation,” in Unleashing the Collective Phantoms (New York: Autonomedia, 2007), available at http://www.mail-archive.com/nettime-l@bbs.thing.net/msg02007.html; Claire Pentecost, “Autonomy, Participation And,” in Rick Gribenas, ed., Participatory Autonomy (New York: Autonomedia, 2008), available at http://www.clairepentecost.org/autpart.html. Also see the Ten Point program of the Mess Hall autonomous space, which Claire Pentecost had a hand in drafting: see http://www.messhall.org/ten_points.html.
6The concept of an economic hybrid between China and the USA was introduced in 2007 by Niall Ferguson who, betraying an extreme lack of foresight, considered this newly founded continent to be sustainable. See “‘Chimerica’ and the Global Asset Market Boom,” International Finance 10/3 (December 2007).
7This is the thesis of the brilliant study by Edward LiPuma and Benjamin Lee, Financial Derivatives and the Globalization of Risk (Durham: Duke University Press, 2004).
8See the seminar archive at http://www.16beavergroup.org/drift, as well as Brian Holmes, “One World One Dream: China at the Risk of New Subjectivities,” in Escape the Overcode: Activist Art in the Control Society (Zagreb: WHW/Vanabbemuseum, forthcoming), available at http://brianholmes.wordpress.com/2008/01/08/one-world-one-dream.
9See Maurice Merleau-Ponty, The Visible and the Invisible (Evanston: Northwestern University Press, 1968/1st French edition 1964), esp. chap. 4, “The Intertwining – The Chiasm.”
10Cornelius Castoriadis, “Merleau-Ponty and the Weight of the Ontological Tradition,” in David Ames Curtis, ed., World in Fragments: Writings on Politics, Society, Psychoanalysis, and the Imagination (Palo Alto: Stanford University Press, 1997), p. 277.
11Cornelius Castoriadis, “The State of the Subject Today,” in World in Fragments, op. cit., p. 151.
12Cornelius Castoriadis, “Psychoanalysis and Politics,” in World in Fragments, op. cit., p. 132.
13For examples of the museum as a launching pad for product-behaviors, see Paola Antonelli et al., Design and the Elastic Mind, exhibition catalogue, New York MoMA, February 24–May 12, 2008, as well as the website: http://www.moma.org/interactives/exhibitions/2008/elasticmind.