Παρασκευή 18 Δεκεμβρίου 2009

Ο κινηματογράφος από την ανθρωπολογική πλευρά: Στρέλλα

Οι αναρτήσεις των κινηματογραφικών κριτικών - σχολίων από τα έντυπα ΜΜΕ θέλουν να παοτελέσουν αρχικό ερέθισμα για σκέψεις και προβληματισμούς πάνω στην ταινία αλλά και τις διαφορετικές οπτικές όπως αυτές παρουσιάζονται μέσα από τα άρθρα.

Το παιχνίδι των λυγμών

Του Δημήτρη Δανίκα, Εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ 17/12/2009

Όλα άνω- κάτω. Θηλυκό το αρσενικό. Αρσενικοθήλυκο το θηλυκό αλλά και το αρσενικό. Όλα μπερδεμένα, ανάποδα και αντεστραμμένα. Ο Πάνος Κούτρας λοιπόν επεμβαίνει στην ερωτική μυθολογία τύπου «boy meets girl» και αρχίζει να ανακατεύει. Σκοτεινός ο κόσμος του. Σκοτεινό το παρελθόν των ηρώων του. Μπορεί ν΄ ακούγεται υπερβολικό. Όμως εγώ κάπου σαν να ΄πεσα πάνω στο ελληνικό «Παιχνίδι των λυγμών» («Τhe crying game», 1982, του Νιλ Τζόρνταν)
Από την αθάνατη «Ευδοκία» του Αλέξη Δαμιανού μέχρι σήμερα και τη «Στρέλλα» έχουν περάσει σαράντα και πλέον χρόνια. Ε, οι κοινωνικές διαφορές και οι αλλαγές στις ερωτικές συμπεριφορές είναι αποτυπωμένες σ΄ αυτές τις δυο ιστορίες τις ξεχωριστές. Όταν το δείτε, θα καταλάβετε τι εννοώ. Γιατί δεν μου επιτρέπεται να αποκαλύψω όλο το εύρος της ίντριγκας. Που αρχίζει από την αποφυλάκιση ενός αρσενικού και συνεχίζεται με μια τρανσέξουαλ σε κάποιο ξενοδοχείο της Ομόνοιας. Μα, πώς είναι δυνατόν!
Τι είναι η Στρέλλα; Ακριβώς αυτό που δηλώνει το σύνθετο όνομά της. Στέλλα και Τρέλα. Η επαρχία, η πατροκτονία, η φαλλοκρατία, η μούχλα, η εσωστρέφεια, τα ταμπού. Όλα στραμπουλιγμένα. Οι σχέσεις, οι παραδόσεις, οι επιθυμίες, τα αισθήματα. Όλα. Η Στρέλλα είναι ο μεγεθυντικός φακός μιας πλευράς της πραγματικότητας. Συντηρητικές οι παραδόσεις. Και ταυτόχρονα πορνογραφικές οι κρυφές μας επιδόσεις. Αρσενικός ο Ελληνάρας ο κλασικός, Ταυτόχρονα στερημένος και στρεβλωμένος μέχρι μυελού οστέων. Κλειστές, αυστηρές και αγαπημένες οι οικογενειακές σχέσεις. Έτσι και την πόρτα ανοί ξεις, τότε σε απύθμενο και θεοσκότεινο πηγάδι θα πέσεις. Το ερμαφρόδιτο είναι του Νεοέλληνα το συνώνυμο. Μπείτε στον κόπο να κάνετε μια στοιχειώδη αναγωγή από την προσωπική στην κοινωνική και μετά στην πολιτική ζωή. Όλα σχεδόν του τρίτου φύλου. Με πλαστική χειρουργική. Με βίαιη τομή. Χωρίς προσωπικότητα αυθεντική Η Στρέλλα, η τρανσέξουαλ που λέγαμε, είναι το ζωντανό παράγωγο του νεοελληνικού μαϊμουδισμού. Δεν είναι απλώς ένα πρόσωπο. Είναι κοινωνικό είδος, πολιτικός βιασμός, πολιτιστική εκπόρνευση. Γι΄ αυτό ο ρόλος της είναι για τον ελληνικό κινηματογράφο μοναδικός. Γι΄ αυτό η ταινία δεν ούτε μέσα στους γκέι ούτε έξω απ΄ αυτούς ακριβώς. Γι΄ αυτό το στόρι είναι τόσο ακραίο και αιρετικό. Και το καλύτερο δραματουργικά απ΄ όλα αυτά είναι το ερμηνευτικό επίτευγμα της Μίνας Ορφανού. Ερασιτέχνις αλλά πρώτη σταρ. Αν ήταν στο χέρι μου, θα της απένειμα το βραβείο καλύτερης ερμηνείας.
Με δυο επιφυλάξεις όλα αυτά. Η πρώτη έχει να κάνει με τα καλιαρντά. Ολίγον γραφικά. Ο Κούτρας έπρεπε να τολμήσει να πάει τα πράγματα κόντρα σε όλα αυτά. Η Στρέλλα είναι ο στραμπουλιγμένος αρσενικοθήλυκος Σαμουράι μιας Ελλάδας που παριστάνει την Ευρώπη φορώντας φουστανέλα με τσαρούχια Ρrada. Η δεύτερη έχει να κάνει με το φινάλε. Μια ακραία ιστορία ολοκληρώνεται με ακραίο φινάλε. Εκτιμώ πως ο Κούτρας υποκλίθηκε στον συρμό του political correct. Έστω κι έτσι, η ταινία μου αρέσει!

Ο κινηματογράφος από την ανθρωπολογική πλευρά: Soul Κitchen

Οι αναρτήσεις των κινηματογραφικών κριτικών - σχολίων από τα έντυπα ΜΜΕ θέλουν να παοτελέσουν αρχικό ερέθισμα για σκέψεις και προβληματισμούς πάνω στην ταινία αλλά και τις διαφορετικές οπτικές όπως αυτές παρουσιάζονται μέσα από τα άρθρα.


Ο χαμένος τα παίρνει όλα

Του Δημήτρη Δανίκα, Εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ 17/12/2009

Κουζίνα ψυχής, δηλαδή «Soul Κitchen». Με αρχιμάγειρα τον καρντάς Φατίχ Ακίν και σερβιτόρο τον Αδάμ Μπουσδούκο. Αδελφική φιλία επί γερμανικού εδάφους. Τίποτα δεν μας χωρίζει. Όλα, μα όλα μάς ενώνουν. Για να καταλάβετε, δηλαδή, σε ποια προπαγανδιστική παγίδα έχουμε πιαστεί. Αμφότεροι οι λαοί. Δεν ξέρω αν έγινα αντιληπτός επακριβώς. Διότι ένας σκηνοθέτης τουρκικής καταγωγής υπογράφει μια σουρεαλιστική, αγαπησιάρικη ιστορία δύο Ελλήνων αδελφών στο Αμβούργο το σημερινό. Να τρίβεις τα μάτια σου. Με το όνομα Καζαντζάκης παρακαλώ. Ο πρώτος, ο Ζήνος Καζαντζάκης είναι νομοταγής (Αδάμ Μπουσδούκος). Ο δεύτερος, ο Ηλίας (Μόριτζ Μπλάιμπτροϊ), μπαινοβγαίνει, λόγω τζόγου, στη φυλακή. Από εδώ αρχίζει η μούρλια η ελληνική. Όπου κι αν ταξιδέψω η Ελλάδα μού τρελαίνει την ψυχή.
Το στόρι αυτής της «παρανοϊκής» γλυκόπικρης κομεντί αποτυπώνει όλο το εύρος της νεοελληνικής φυλής. Ο Ζήνος, ιδιοκτήτης μαχαλά σε μια περιθωριακή συνοικία του Αμβούργου που ανεβαίνει όπως το Γκάζι στην Πειραιώς, έχει στήσει μια άθλια επιχείρηση με άθλια κουζίνα και άθλιο σερβίρισμα. Παρ΄ όλα αυτά, τα «κουρέλια» έρχονται και τρώνε «σκατά». Ο ίδιος το λέει ως εξής: «Οι άνθρωποι δεν καταλαβαίνουν το καλό, γι΄ αυτό τρώνε σκατά». Το παλικάρι, λοιπόν, πολίτης Γερμανός, είναι ερωτευμένος με μια κατάξανθη, θεογκόμενα η οποία γράφει, αν θυμάμαι καλά, σε κάποιο περιοδικό. Μέχρι εδώ όλα καλά.
Τα προβλήματα και τα σκουντουφλήματα αρχίζουν από τη στιγμή που γλιστράει ο Αδάμ και ένας καταραμένος σπόνδυλος ξεχαρβαλώνεται λειτουργικά. Σαν να σηκώνεσαι πρωί και να πέφτεις πάνω σε μια μαύρη γάτα με φουντωτή ουρά. Σακατεμένη η πλάτη του Αδάμ. Και κοίτα σύμπτωση. Η Ναντίν την κοπανάει κατά Σαγκάη μεριά. «Οι λόγοι είναι επαγγελματικοί. Έλα και εσύ μαζί». Το σκέφτεται ο Αδάμ. Και μέχρι να αποφασίσει, περνάει τα βράδια του μιλώντας και βλέποντας το κορίτσι του από το Δίκτυο. «Γδύσου, να την παίξω, να ξεχαρμανιάσω». Γυμνή η Ναντίν. Με το σπορ της παλάμης ο Αδάμ. Πορνογραφία ιδιωτικής χρήσεως. Στο μεταξύ μια δεύτερη πορνογραφία εξελίσσεται πίσω από την πλάτη του Ζηνόβιου Καζαντζάκη. Κάποιος Γερμανός γνωστός, λαμόγιο α λα ελληνικά, επιχειρεί να αγοράσει στο τσάμπα τον μαχαλά. Επακολουθεί και δεύτερη πορνογραφία. Ο αδελφός του, ο Ηλίας Καζαντζάκης με την κομπολόγα στην παλάμη, άρτι αφιχθείς από τα σίδερα της φυλακής, πιάνει δουλειά στον ίδιο μαχαλά. Συμπτώσεις μιας παρανοϊκής διαδρομής.
Διότι ο Ζήνος αποφασίζει κάποια στιγμή, μέσα στην ερωτική τρέλα την ελληνική, να εγκαταλείψει τη Soul Κitchen και σε αεροπλάνο με κατεύθυνση τη Σαγκάη να επιβιβαστεί. Η γκόμενα είναι γι΄ αυτόν η αληθινή, μοναδική, αναντικατάστατη κουζίνα ψυχής. Και το κάνει. Προηγουμένως μεταβιβάζει την ιδιοκτησία στον Ηλία τον αδελφό. Και εκείνος, ο Ηλίας, παίζει το Βar Restaurant στα χαρτιά. Ο τζόγος φίλοι μου, μετά τον έρωτα, είναι το δεύτερο βίτσιο κάθε πραγματικού ανδρός. Έτσι χάνει την κουζίνα ο Ζήνος ο τρελός. Έτσι ορμάει να αρπάξει την ιδιοκτησία ο καλός ο φίλος ο Γερμανός. Κι έτσι καθώς ο Ζήνος τρέχει στον διάδρομο του αεροδρομίου με κατεύθυνση τη Σαγκάη, πέφτει αντικρυστά πάνω στη Ναντίν η οποία επιστρέφει στο Αμβούργο παρέα μ΄ έναν κοντοπίθαρο Κινέζο με το όνομα Χαν. Εκείνος, ο Ζήνος, με απορία εκατομμυρίων μεγατόνων προλαβαίνει να της πει «γιατί δεν είσαι στη Σαγκάη;». Κι εκείνη στην ψύχρα τού απαντάει: «Εσύ γιατί δεν είσαι φυλακή;».
Έτσι, η Εύα «σκοτώνει» τον Αδάμ. Όμως η ταινία δεν τελειώνει εδώ. Πίσω έχει η ελληνική αχλάδα την ουρά. Συνοπτικά, πέντε πράγματα αξίζουν πέρα από τα χαριτωμένα και τα κωμικά. Το πρώτο η αιλουροειδής σκηνοθεσία του Φατίχ Ακίν. Τεχνικά και κινηματογραφικά η πιο δύσκολη δουλειά. Με πλαναρίσματα ιδιαίτερα και αεροπλανικά. Το δεύτερο αφορά το εξαιρετικό καστ και τις επιδόσεις όλων ανεξαιρέτως των ηθοποιών. Ακόμα και ο σωματότυπος του Αδάμ Μπουσδούκου και του Μόριτζ Μπλάιμπτροϊ σαν μια σταγόνα νερό. Το τρίτο, οι λεπτές νύξεις για τον λανθάνοντα ρατσισμό. Καθόλου τυχαίο αυτό. Γερμανός πάει να του φάει για ένα κομμάτι ψωμί τον μαχαλά. Ξανθιά η Γερμανίδα που τον «σκοτώνει» εν ψυχρώ.
Το τέταρτο η ψιλοβελονιά των χαρακτήρων.
Loser ο Ζήνος αλλά με μια καρδιά σαν μωρού παιδιού. Και το πέμπτο το soundtrack. Μόλις βγήκα από την αίθουσα έτρεξα στο πρώτο σιντιδάδικο. Κρίμα. Δεν έχει κυκλοφορήσει ακόμα.
Dj μουσικής, αισθημάτων, ελληνοτουρκικής κουζίνας ο Φατίχ. Το πιο γευστικό και πανάλαφρο σουβλάκι με πίτα φτιαγμένη στο χέρι και καλαμάκι αδερφικής κοπής!

Δεκαετία γοητείας και λαθών: ΜΕΓΑΛΗ ΕΚΘΕΣΗ ΓΙΑ «ΤΟΥ 60 ΤΟΥΣ ΕΚΔΡΟΜΕΙΣ» ΣΤΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΜΠΕΝΑΚΗ

«Του Μικ Τζάγκερ δεν του άρεσε που πρώτα τον έβριζαν και μετά τον έβαλαν σε μουσείο. Εμένα μου αρέσει που μπαίνω στο μουσείο γιατί μέσα στο μουσείο είναι και η μούσα, που μπορεί να γίνει και μουσίτσα», είπε ο Διονύσης Σαββόπουλος με αφορμή την έκθεση, της οποίας ο τίτλος είναι παρμένος από στίχο τραγουδιού του.
Η έκθεση αποτελεί μέρος του μεγάλου αφιερώματος «Σαββόπουλος και φίλοι- Το Περιβόλι του Τρελού. 60΄s το ροκ του μέλλοντός μας». Με τον Τάσο Σακελλαρόπουλο συνεργάστηκαν ο Λάμπρος Λιάβας και η Αλεξάνδρα Χαριτάτου, ενώ ο σχεδιασμός είναι του Σταμάτη Ζάννου.


Διαπόμπευση  τεντιμπόιδων  με βάση τον  «νόμο 4000»,  το 1962
«Η χούντα ανέτρεψε τη ζύμωση, αλλά τελικά προστέθηκε και αυτή στην ελληνική δεκαετία του ΄60», λέει στα «ΝΕΑ» ο ιστορικός Τάσος Σακελλαρόπουλος. «Η αντίδραση, και αυτή περίμενε στη γωνία. Αποτελεί και εκείνη εξέλιξη της δεκαετίας του ΄60. Άφησε και αυτή τα πολιτικά, πολιτισμικά και καλλιτεχνικά της ίχνη». Η έκθεση «Του ΄60 οι εκδρομείς- Πώς ζήσαμε τα 60΄s στην Ελλάδα», που επιμελείται ο ιστορικός του Μουσείου Μπενάκη, βαδίζει χρόνο με τον χρόνο και τα έχει όλα. Τους αγώνες της νεολαίας, το πολιτικό κίνημα, το κίνημα ειρήνης, τις μουσικές εξελίξεις - τόσο με το έντεχνο τραγούδι όσο και με τον Διονύση Σαββόπουλο, αλλά και με την επιστροφή στις ρίζες (Δόμνα Σαμίου, Λάκης Χαλκιάς) όπως και με το ελληνικό ποπ τραγούδι.
«Είναι ένα μωσαϊκό με ποπ διάσταση της γοητευτικής, δύσκολης και πλούσιας εκείνης δεκαετίας. Μέσα από το υλικό που παρουσιάζεται γίνεται όμως προσπάθεια να υπάρξει σύνδεση και με τη σημερινή εποχή και τον απόηχο αυτής της δεκαετίας στους νεώτερους ανθρώπους». Τι άφησε, εν τέλει, εκείνη η εποχή; «Αφήνει μια ζύμωση που πραγματοποιήθηκε και μια νεολαία που προσπάθησε να ανατρέψει την αισθητική των γονιών της και να μεταλλάξει τον απόηχο του Εμφυλίου», λέει ο επιμελητής της έκθεσης.
«Η νεολαία για πρώτη φορά αποτελεί τάξη κοινωνική στην Ελλάδα και διεθνώς σε Ευρώπη και Αμερική. Είχε αρχίσει να ανατρέπει τα ήθη, αλλά τελικά δεν πρόλαβε. Άφησε όμως- λόγου χάρη- το ροκ και το ποπ της εποχής που το ακούμε μέχρι σήμερα. Τότε μελοποιήθηκαν Σεφέρης, Ρίτσος, Ελύτης. Όσο για το πολιτικό σκέλος: αν η δεκαετία αυτή άφησε κάτι στη μεταπολιτευτική πολιτική ζωή είναι τα λάθη της. Λάθη που έγιναν και τα οποία δεν έπρεπε να ξανακάνουν τα πολιτικά κόμματα. Το ΄40 είχε αίμα, το ΄50 έφερε αναδιοργάνωση, το ΄60 είχε διεκδικήσεις (και την Ένωση Κέντρου στην εξουσία), αλλά με τη συντήρηση διαρκώς παρούσα».

Το τσάμικο και η Μπιάφρα


Στον χώρο θα εκτίθενται φωτογραφίες προσώπων («Του 60 οι εκδρομείς») και στις τέσσερις σπαρμένες στον χώρο νησίδες αντικείμενα που περιγράφουν πώς ζήσαμε τη δεκαετία αυτή. Αντικείμενα σχετικά με τη μουσική, ρούχα εποχής, εσωτερικά σπιτιών, συσκευές, ένα φλίπερ, παιχνίδια, διαφημίσεις, μικρές ηλεκτρικές συσκευές και συσκευές ήχου. «Θα καταδεικνύονται η δροσιά, η φρεσκάδα, η γοητεία της εποχής και πώς όλα αυτά κατέληξαν στη χούντα», λέει ο Τάσος Σακελλαρόπουλος. Σε μια φωτογραφία ο Παπαδόπουλος, Πάσχα, χορεύει τσάμικο στη Σχολή Αστυνομίας και σε άλλη ο Παττακός αγριοκοιτάζει μια κοπέλα με μίνι σε καλλιστεία μιας γιορτής κρασιού. Και μαζί το Βιετνάμ, η Μπιάφρα, οι Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, Κέννεντυ και Τζόαν Μπαέζ, το Γούντστοκ.
Με κατάληξη τον άνθρωπο στο φεγγάρι. 
Πηγή Εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ 

Η παλιά ταβέρνα... αντιστέκεται στο γκουρμέ

«Οι νεοταβέρνες είναι  προϊόν του life style»  λέει ο Γ. Πίττας
«Στην ταβέρνα, ο ανθρώπινος ψυχισμός διαστέλλεται. Στον χώρο- που για χρόνια υπήρξε κορμός της λαϊκής διασκέδασηςδιασταυρώνονται πιρούνια, βλέμματα, γέλια, φλερτ και σκέψεις. Σε αντίθεση με τον χώρο των καλών γκουρμέ εστιατορίων όπου ο κόσμος παραμένει κλειστός στους γύρω του. Οι παλιές ταβέρνες είναι χώροι που εμπεριέχουν μια δυναμική».
O συγγραφέας Γιώργος Πίττας δίνει τον δικό του ορισμό για την ταβέρνα στα «ΝΕΑ» και τη διαχωρίζει από τις νεοταβέρνες που αποτελούν την κυρίαρχη τάση των τελευταίων χρόνων. «Πάντα υπάρχει η σχέση ουσίας και φόρμας. Το χαρακτηριστικό της νεοταβέρνας είναι πως σερβίρει το φαγητό της μαμάς. Δημιουργείται όμως παρέα σ΄ αυτούς τους χώρους; Διαμορφώνεται σχέση με τους πελάτες; Μάλλον, έχουν δανειστεί τη φόρμα των παλιών μαγαζιών χωρίς να έχουν την ουσία τους», συμπληρώνει και κρατάει το βιβλίο του «Η Αθηναϊκή Ταβέρνα» (363 σελίδων) όπου εμπεριέχεται υλικό άνω των είκοσι ετών για τις ταβέρνες της Αθήνας.
«Ο κόσμος διαμορφώνει την τάση της νεοταβέρνας. Φτιάξαμε αυτόν τον χώρο για να είμαστε στον ρυθμό της εποχής. Σερβίρουμε φαγητό της μαμάς και πολλά “πειραγμένα” πιάτα (κάρι, ρόκα) αφού τα ζητάει ο κόσμος. Έχουμε θαμώνες που επιζήτησαν την αλλαγή», λέει η Σοφία Περδικάρη, ιδιοκτήτρια της νεοταβέρνας «Κανέλλα» της οδού Κωνσταντινουπόλεως. Το μαγαζί συγκεντρώνει όλα τα χαρακτηριστικά της νέας τάσης, με μίνιμαλ διακόσμηση, σπιτικά φαγητά και οικείο περιβάλλον. «Από το 1993 είχαμε το μαγαζί που το 2005 μετονομάσαμε σε “Κανέλλα”. Το Γκάζι άρχισε να ζωντανεύει μετά το 2001 με τη δημιουργία νέων θεάτρων. Έχουμε πολύ θεατρικό κοινό ενώ με την κρίση πέσαμε γύρω στο 10% αφού ο χώρος είναι μικρός (15 τραπέζια μέσα) και δεν επηρεαστήκαμε πολύ. Υπάρχει προσωπική σχέση με τους πελάτες και φιλικό κλίμα από τη μεριά μας. Επιδιώκουμε επίσης να έχουμε σταθερούς εργαζομένους (από τους 15 σήμερα οι 13 είναι από την αρχή)», συμπληρώνει η ιδιοκτήτρια της «Κανέλλας».
Ο κ. Πίττας προβάλλει στα «ΝΕΑ» τις ενστάσεις του: «Οι νεοταβέρνες είναι προϊόν του life style. Για να μαγειρέψεις πρέπει να αγαπήσεις πρώτα τον πελάτη. Δεν νομίζω πως υπάρχει το κλίμα της παλιάς ταβέρνας. Αν ενώσεις δύο τραπέζια σ΄ αυτά τα μαγαζιά θα γίνει χαμός. Στην παλιά ταβέρνα αυτό είναι αυτονόητο». Η εργασία του για να εντοπίσει, αποδελτιώσει, φωτογραφίσει και αποτυπώσει τις πάνω από 300 ταβέρνες ήταν δύσκολη και γεμάτη εκπλήξεις. Σήμερα επίσης θυμάται την αρχική αφορμή για να καταγράψει τους παλιούς χώρους. «Σκέφτηκα να ξεκινήσω, όταν έβλεπα αγαπημένους μου χώρους να γκρεμίζονται και να κλείνουν. Η πρώτη ταβέρνα που θυμάμαι να γκρεμίστηκε ήταν του Καραχάλιου πίσω από τις Φυλακές Αβέρωφ. Εμείς εξάλλου από μαθητές στη Λεόντειο πηγαίναμε σε κουτούκια, ίσως και ως ένδειξη ανδρισμού», λέει και επισημαίνει: «Γύρω στο 1990 άρχισα να συστηματοποιώ αυτά που μάζευα και όταν πια έκλεισαν ο Απότσος και ο Ορφανίδης δούλεψα πιο επισταμένα».
Τι κάνει όμως έναν πετυχημένο αρχιτέκτονα επίπλου (ο κ. Πίττας υπήρξε ιδρυτικό μέλος της ομάδας του Νέου Κατοικείν) και επιχειρηματία να ασχοληθεί με τις παλιές ταβέρνες; «Σ΄ αυτόν τον κόσμο έβρισκα κάποια μήκη κύματος που με άγγιζαν, ήταν κοντά σε μένα. Στο καλό εστιατόριο δεν συνάδει να κοιτάς γύρω. Στην ταβέρνα ισχύει το αντίστροφο. Υπάρχει ροή μηνυμάτων, μια κινητικότητα», παρατηρεί ο κ. Πίττας και συμπληρώνει: «Ιστορικά πάντως η μεγάλη ακμή της ταβέρνας σημειώνεται μετά την έλευση των Μικρασιατών προσφύγων και σχετίζεται με την ανάπτυξη της Αθήνας ως πόλης και του Πειραιά ως μεταπρατικού κέντρου και μεγάλου λιμανιού. Μετά τον Εμφύλιο επίσης η ταβέρνα καταλαμβάνει κεντρικό ρόλο (τότε αναπτύσσονται διάφοροι τύποι ταβέρνας όπως η χασαποταβέρνα, η Πλακιώτικη κ.ά.) ενώ παίρνει διαστάσεις με τη Μεταπολίτευση σε μια παρεΐστικη ατμόσφαιρα».


Παλιές αθηναϊκές ταβέρνες

● Η Ταβέρνα του Δαμίγου Κυδαθηναίων 41, Πλάκα ● Η ταβέρνα του Μπαϊρακτάρη Πλατεία Μοναστηρακίου ● Τσομπανάκος Ανακρέοντος 2, Καισαριανή ● Το Κουτούκι της Χαρίκλειας Άρτης 29, Μεταμόρφωση ● Μπαρμπα-Γιάννης Εμμανουήλ Μπενάκη και Δερβενίων, Εξάρχεια ● Ο Πλάτανος Διογένους 4, Πλάκα ● Τριχωνίδα Δομοκού 7, Πλατεία Αττικής ● Το Τριφύλλι Παναθηναϊκού 7, Αμπελόκηποι ΚΑΙ ΜΙΑ ΠΕΙΡΑΙΩΤΙΚΗ... ● Οινοπαντοπωλείον Το Ειδικόν Οικονόμου, Σαλαμίνας και Ψαρών, Ταμπούρια
Ο Κόπολα σε κουτούκι της Αγοράς
Στην καρδιά της πόλης, στην Κεντρική Αγορά της Αθήνας, συνεχίζεται η 150χρονη (!) ιστορία της ταβέρνας που κάποτε επέλεγαν οι επαγγελματίες της Αγοράς για να κάνουν διάλειμμα ή για να φάνε μετά το σχόλασμα. Ο Δημήτρης Κολιολιός δουλεύει στο «Δίπορτο» απ΄ το 1957 και σημειώνει: «Η Αγορά κάποτε ήταν ζωντανή πιάτσα. Τα τελευταία χρόνια έγινε γκέτο με πόρνες και τοξικομανείς- αν και τώρα πάει να αλλάξει προς το καλύτερο», συμπληρώνει ο ιδιοκτήτης. «Εδώ βρίσκουμε ένα οικείο περιβάλλον με φαγητό που μόνο η γιαγιά θα μας έφτιαχνε. Αυτή είναι και μια όψη της παλιάς όμορφης Αθήνας», λένε στα «ΝΕΑ» οι 26χρονοι Θοδωρής Αγάθος και Σπύρος Ρέβης. Οι δυο αξιωματικοί του Εμπορικού Ναυτικού τσουγκρίζουν τα ποτήρια τους και απολαμβάνουν την ατμόσφαιρα του υπόγειου κουτουκιού «Δίπορτο» της οδού Σωκράτους με τα ξύλινα βαρέλια. «Το “Δίπορτο” θυμίζει την ταινία “Underground” του Κουστουρίτσα», λέει ο δικηγόρος Νίκος Περδίκης που τρώει εκεί απ΄ το 1982. «Έχεις γεύση όταν φεύγεις από εδώ και όχι μόνο από το φαγητό» συμπληρώνει ο κ. Περδίκης στο κουτούκι που πρόσφατα επέλεξε και ο Φρανσις Φορντ Κόπολα για να φάει. «Έχετε κι εσείς εστιατόριο; τον ρώτησα, και μετά μου εξήγησαν πως είναι σκηνοθέτης» θυμάται ο κ. Κολιολιός γελώντας.

«Η φιλοσοφία μας είναι η κλασική αξία μας»
«Κρατήσαμε απαράλλαχτη την ταβέρνα γιατί αυτό ακριβώς το ύφος μάς έχει καθιερώσει, αυτό κάνουμε σωστά, κρατάμε την ίδια νοοτροπία σταθερή. Η φιλοσοφία μας είναι η κλασική αξία μας», σημειώνει ο Κώστας Φιλίππου που ανήκει στην τρίτη γενιά ιδιοκτητών της ταβέρνας Φιλίππου στο Κολωνάκι. Με διάσημους θαμώνες (Γιάννης Μόραλης, Παναγιώτης Κανελλόπουλος κ.ά.)
η ταβέρνα της οδού Ξενοκράτους μετράει 86 χρόνια λειτουργίας! «Η ταβέρνα άνοιξε το 1923 σαν κρασοπουλειό, τότε κατέβαινες εννιά χωμάτινα σκαλιά. Το 1935 ο παππούς κέρδισε βραβείο για το κρασί του αφού ήταν και οινοπαραγωγός. Στη συνέχεια εξελίχθηκε σαν ταβέρνα και από το 1968 έχει τη σημερινή μορφή, συμπληρώνει ο κ. Φιλίππου ενώ υπογραμμίζει:
«Ο κόσμος που έρχεται ανήκει σε όλες τις κοινωνικές κατηγορίες. Επίσης, μας προτιμάει η νεολαία και μάλιστα γίνεται μια ωραία ανακύκλωση. Αυτοί που κάποτε έρχονταν ως παιδιά, σήμερα φέρνουν εδώ τα δικά τους». Η κυρία Φώφη Ακριθάκη τρώει στου Φιλίππου πάνω από 30 χρόνια: «Η ταβέρνα είναι επέκταση της δικής μου κουζίνας», ενώ η Ειρήνη Χαραλαμπίδου λέει: «Μπορείς να φας φτηνά και φαγητά κατσαρόλας όταν την ίδια στιγμή η Αθήνα έχει γίνει ένα απέραντο fast food».

«Κάποια στιγμή θα επιστρέψουμε στο αυθεντικό»
«Η ταβέρνα έχει ανθρωπιά, ο άνθρωπος απογυμνώνεται απ΄ την ημέρα», λέει ο Γιάννης Γαλανόπουλος, ιδιοκτήτης της ταβέρνας «Μεταξού» στο Μεταξουργείο. Απόφοιτος του Οικονομικού της Νομικής, αλλά και με σπουδές Δημοσιογραφίας, εργάστηκε μέχρι το 1986 σε διάφορες εταιρείες, καθώς και σε εφημερίδα του Πύργου. «Το 1987 τα παράτησα όλα και αποφάσισα να γίνω ταβερνιάρης. Υπήρξα εξάλλου θαμώνας σε πολλές ταβέρνες, άρα και εδώ. Φτιάχνονται προσωπικές σχέσεις εδώ μέσα. Τα γκουρμέ δεν έχουν προσωπικότητα. Εδώ λειτουργούμε παρεΐστικα, υπάρχει και ζωντανή μουσική χωρίς μικρόφωνα», εξηγεί ο κ. Γαλανόπουλος που πήρε τη σκυτάλη πριν από τρία χρόνια από την κυρία Ντίνα Μεταξά, που ήταν ιδιοκτήτρια από το 1960 (αρχικά λειτουργούσε ως μπακάλικο). Ο κ. Γαλανόπουλος είναι ιδιοκτήτης δύο ακόμη ιστορικών ταβερνών του Κολωνού (του «Χαμηλού» και της «Κοτταρού»). «Το 1991 πήρα την “Κοτταρού” στην οδό Αγίας Σοφίας, μετά του “Χαμηλού” και πιο πρόσφατα τη “Μεταξού”. Δεν τις πειράζω, σέβομαι τους χώρους, απλώς αναμόρφωσα τη “Μεταξού”, κρατώντας όμως το ύφος. Η κουζίνα ήταν έξω και το μαγαζί αναμορφώθηκε. Το παλιό εξάλλου είναι και το αυθεντικό, εκεί θα επιστρέψουμε κάποια στιγμή όλοι», λέει με αισιοδοξία ο κ. Γαλανόπουλος.

«Όποιος αναζητάει ντεκόρ, ας πάει αλλού!»

«Μια ντομάτα στα τέσσερα, γαλέο κι ένα καραφάκι», οι παραγγελίες δίνουν και παίρνουν στο ουζερί «Λέσβος», στην οδό Εμμανουήλ Μπενάκη.
Το τζουκ μποξ είναι σε δράση, το ιστορικό ξυπνητήρι (που σήμαινε το κλείσιμο στα παλιά χρόνια) υπάρχει εδώ ακόμη και ο κ. Μπάμπης- ένας εκ των τριών ιδιοκτητών του παλιού μαγαζιού- ξεδιπλώνει τη φιλοσοφία του: «Το κρατήσαμε όπως παλιά, αφού έτσι κι αλλιώς οι πελάτες το προτιμούν για το καλό φαγητό.
Όποιος αναζητάει ντεκόρ, θα το βρει αλλού. Εδώ συχνάζουν επαγγελματίες του κέντρου, νεολαία, φοιτητές, πολιτικοί, καλλιτέχνες και σερβίρουμε μόνο ψάρι από Μυτιλήνη, Χαλκίδα ή Κόρινθο και όσπρια», λέει ο ιδιοκτήτης απ΄ τον Πολυχνίτο Λέσβου.
Όχι πολύ μακριά, στην οδό Θεμιστοκλέους, το «Αθηναϊκόν» κρατάει κάτι απ΄ την ατμόσφαιρα του παλιού μαγαζιού της οδού Σανταρόζα. Παλιά εξώφυλλα περιοδικών και φωτογραφίες από τη θρυλική παρέα των Λευτεριστών (την παρέα του ποιητή και δημοσιογράφου Λευτέρη Παπαδόπουλου) κοσμούν τον χώρο που γεμίζει κυρίως τα μεσημέρια. «Από το 1985 ήλθαμε εδώ, όταν γκρεμίστηκαν τα Δικαστήρια της οδού Σανταρόζα. Υπήρξα θαμώνας στο παλιό μαγαζί και σταμάτησα τη Νομική όταν το ανέλαβα μαζί με τον συνέταιρό μου Κώστα Παπαδόπουλο που επίσης σταμάτησε την τότε Βιομηχανική! Απ΄ το 1985 μάλιστα δούλευα ως φοιτητής- σερβιτόρος με ιδιοκτήτες τους Σμυρνιούς Οδυσσέα Προβελεγγιάδη και Αντώνη Μουστακέα», θυμάται οΑργύρης Πορφυρίου.
Τι του έχει μείνει πάντως απ΄ το παλιό μαγαζί; «Θυμάμαι την στεντόρεια φωνή του ποιητή Νίκου Καρούζου και τις κουβέντες των Λευτεριστών! Εδώ τώρα, συχνάζουν δικηγόροι, επαγγελματίες του κέντρου και νεολαία», υπογραμμίζει ο κ. Πορφυρίου.
Πηγή: Εφημεριδα ΤΑ ΝΕΑ



Τρίτη 15 Δεκεμβρίου 2009

Φωτογραφίες


Το πρόσωπο, το σύνθημα έχουν πάψει να εμπνέουν, ξεφτίζουν. Η "στάση"για την ανασυγκρότηση των συνθημάτων, των λόγων, των ιδεών. Η  "στάση" όμως μπορεί να ανατρέψει την καθεστηκυία τάξη και να φέρει στο προσκήνιο νέα πρόσωπα, νέες ιδέες, νέα συνθήματα. Μέχρι να γίνει  απαραίτητη μια νέα "στάση" για να ...










Το περιβάλλον συναντά τις νέες τεχνολογίες. Η ψηφιακή εποχή προβάλλει τα θέλγητρά της στα "σιωπηλά" πλατάνια της έρημης χειμωνιάτικης πλατείας, με τους σκοτεινούς φανοστάτες και τον στερεμένο μικρό καταρράκτη. Το βέλος σημαδεύει το πολύβουο κέντρο  του οικισμού με την τουριστική αγορά στο φόρτε της.












"Έπαυλις η Γαλήνη" γράφει η πινακίδα της οικίας. Σιωπηλή, με κλειστά παράθυρα και πόρτες, ντυμένη στα χρώματά της. Μυστηριώδης για το τι κρύβει στο εσωτερικό της. Μένει εκεί ακοίμητος σύντροφος της μικρής πλατείας, των πλατανιών κια της εκκλησίας. Γαλήνια, σιωπηλή,  απόμακρη, ...








Η επιγραφή δηλωτική των προθέσεων του ιδιοκτήτη του αγροτικού μηχανήματος που έχιε μετατραπεί σε όχημα. Ο τόπος, το "εύμορφο Πήλιο", έχει θέλξει τον ορειβάτη Κυριάκο, που παραμένει πιστός λάτρης του. Η ταύτιση του ανθρώπου με το αντικείμενο και τον τόπο. Μια δηλωτική έκφραση που κετέχει και τη θέση ταυτότητας.




Η έκφραση διαφορετικών γεννεών στο χώρο του σχολείου. Η προτομή του ευεργέτη στέκει ανάμεσα στα γκράφιτι που σχεδίασαν μαθητές. Η έκφραση του παρελθόντος συμπυκνώνεται στην αυστηρή μορφή  του πλούσιου αιγυπτιώτη εμπόρου που σημαδεύει μια ολόκληρη ιστορική περίοδο. Από την άλλη η χρωματική και συνθηματική σύνθεση των παιδικών γκράφιτι που δηλώνουν την ένταυση και ανησυχία της σύγγχρονης εποχής. Ένας σιωπηλός διάλογος  που θα συνεχίζεται για μακρύ διάστημα.




Η φωτογραφία ανήκει στα νέα εθνογραφικά εργαλεία, καθώς μέσα από την στιγμιαία απεικόνιση ο ερευνητής έχει τη δυνατότητα να ανασυνθέσει μέρος του πεδίου και των υποκειμένων που παρατηρεί. Η προσέγγιση της φωτογραφίας πρέπει να γίνει σε παράθεση με το υπάρχον υλικό της έρευνας ή άλλο σχετικό υλικό ώστε να γίνει εφικτή μια  συνολική κι όχι αποσπασματική αναπαράσταση. Σημαντικό σημείο της καταγραφής είναι ποιος κάνει την φωτογράφιση. Είναι ο ερευνητής, είναι κάποιος από τα υποκείμενα μελέτης, είναι άλλος; Επίσης η ανάγνωση και ανάλυση της φωτογραφίας από ποιόν και πότε την κάνει. Μια φωτογραφία μπορεί να προσεγγιστεί και να αναλυθεί με  πολλαπλούς τρόπους μέσα από διαφορετικά υποκειμενικά πρίσματα.

Δευτέρα 14 Δεκεμβρίου 2009

Διάσκεψη της συγνώμης

«Συγνώμη. Θα μπορούσαμε να κάνουμε κάτι για να σταματήσουμε την καταστροφική κλιματική αλλαγή. Δεν το κάναμε, όμως». Ο Ομπάμα, ο Μεντβέντεφ, η Μέρκελ, ο Σαρκοζί, ο Μπράουν, ο Λούλα και ο Θαπατέρο, με άσπρα μαλλιά, ρυτίδες και κουρασμένο ύφος απολογούνται για τα (μη) πεπραγμένα τους.
Βρισκόμαστε στο 2020 και οι άνθρωποι που κάποτε κυβερνούσαν τις ισχυρότερες χώρες του πλανήτη ζητούν μια όψιμη συγνώμη για την ευκαιρία που άφησαν να πάει χαμένη 11 χρόνια νωρίτερα στην Κοπεγχάγη.
Ευγενείς προθέσεις
Τα πράγματα, βέβαια, δεν είναι απαραίτητο να εξελιχθούν σύμφωνα με το απαισιόδοξο σενάριο των αφισών τις οποίες τοιχοκόλλησε η Greenpeace στο αεροδρόμιο της πρωτεύουσας της Δανίας για να υποδεχθεί τους μεγάλους ηγέτες. Εξάλλου, οι μεγάλες διασκέψεις συνήθως διαπνέονται από αισιοδοξία και καλές προθέσεις.
Οι πολιτικοί ποζάρουν χαμογελαστοί μπροστά στις κάμερες και στον φωτογραφικό φακό, διατυμπανίζουν πόσο πολύ νοιάζονται για τη σωτηρία του πλανήτη και για το μέλλον των παιδιών μας και, αφού κάνουν τις δημόσιες σχέσεις τους, αποχωρούν έχοντας καταλήξει -στην καλύτερη των περιπτώσεων- σε κάποιες «κοινές» αποφάσεις με ελάχιστα πάντως δεσμευτικό χαρακτήρα.
Από αύριο και για δέκα ολόκληρες μέρες, αρχηγοί κρατών και αντιπροσωπείες από 192 χώρες θα προσπαθούν, θεωρητικά, να σώσουν τον κόσμο. Θα μιλήσουν για πολλά ζητήματα.
Υπάρχουν, όμως, και άλλα που δεν θα τα αγγίξουν καθόλου ή που δεν θα τα πουν με το όνομά τους: Το νερό, το τόσο πολύτιμο και οσονούπω δυσεύρετο, θα απουσιάζει ως θέμα από τη μεγαλύτερη διάσκεψη της δεκαετίας που γίνεται με θέμα το περιβάλλον. Μπορεί πολλές περιοχές της Γης να αντιμετωπίζουν τρομακτικό πρόβλημα λειψυδρίας, οι επιστήμονες εδώ και χρόνια να προειδοποιούν ότι οι πόλεμοι του 21ου αιώνα θα γίνονται -κυρίως- για το νερό και στην Αφρική να βλέπουμε τα πρώτα δείγματα.
Η Κοπεγχάγη πάντως, θα μείνει «στεγνή». Ισως γιατί οι συμμετέχοντες θεώρησαν ότι η αιτία όλων των κακών είναι το διοξείδιο του άνθρακα και, αν επιλυθεί αυτό το πρόβλημα, τα υπόλοιπα θα πάρουν σιγά-σιγά τον δρόμο τους. Ισως, πάλι, οι εγκέφαλοί τους να είναι προγραμματισμένοι ώστε να μελετούν τα προβλήματα μεμονωμένα και όχι σφαιρικά, ακόμα κι αν αυτά είναι αλληλένδετα.
Στη διάσκεψη λίγοι θα τολμήσουν να προφέρουν ευθαρσώς τη λέξη «χρήμα», που, ουσιαστικά, αποτελεί την κινητήρια δύναμη αυτής της διάσκεψης και θα κυριαρχήσει στις περισσότερες διαβουλεύσεις, επίσημες και παρασκηνιακές.
«Η Κοπεγχάγη ενδέχεται να σηματοδοτήσει τη μεγαλύτερη μεταφορά κεφαλαίου από τον Βορρά προς τον Νότο μέσα στα επόμενα 20 χρόνια, υπερσκελίζοντας το ποσό που λαμβάνουν σήμερα ως βοήθεια οι αναπτυσσόμενες χώρες» σχολίαζε η βρετανική «Guardian».
Ορισμένοι κάνουν λόγο για μια αναδυόμενη «βιομηχανία» της κλιματικής αλλαγής, η οποία περιλαμβάνει από την ανάπτυξη της «πράσινης» τεχνολογίας μέχρι το σύστημα της αγοράς ρύπων, το οποίο εξελίσσεται σε μια ιδιαίτερα επικερδή επιχείρηση και αναμένεται να αποτελέσει βασικό άξονα της όποιας συμφωνίας τυχόν επιτευχθεί. Η προοπτική του κέρδους και όχι ο φόβος για το μέλλον έχει κάνει πολλές μεγάλες βιομηχανίες να αναθεωρήσουν τις απόψεις τους περί ανυπαρξίας του φαινομένου του θερμοκηπίου. Οι πιο κυνικοί μάλιστα συγκλίνουν στην άποψη ότι η «μοιρασιά της πίτας» είναι αυτή που θα καθορίσει την επιτυχία ή την αποτυχία της διάσκεψης στην Κοπεγχάγη.
«Σε λάθος βάση»
Και ενώ όλοι έχουν στραμμένα τα βλέμματα στη Δανία, βλέποντας την επικείμενη διάσκεψη ως την ύστατη σανίδα σωτηρίας, ορισμένες «αιρετικές» φωνές ισχυρίζονται ότι ακολουθούμε εντελώς λανθασμένη πορεία. «Οι συνομιλίες της Κοπεγχάγης πρέπει να αποτύχουν», λέει ο Τζέιμς Χάνσεν, ένας από τους επιστήμονες που εργάστηκαν όσο λίγοι για να αφυπνίσουν την ανθρωπότητα ως προς το πρόβλημα του φαινομένου του θερμοκηπίου.
Ο Χάνσεν, επικεφαλής του Ινστιτούτου Διαστημικών Σπουδών Goddard της NASA, με έδρα τη Νέα Υόρκη, λέει σε συνέντευξή του στη βρετανική «Guardian» ότι «η όλη προσέγγιση στο θέμα ξεκινάει από τόσο λάθος βάση, ώστε θα ήταν καλύτερα να ξεκινήσουμε ξανά από το μηδέν. Αν καταλήξουμε σε μια συμφωνία τύπου Κιότο, θα ξοδέψουμε πολύτιμα χρόνια ώσπου να καταλάβουμε τι ακριβώς εννοεί».
Ο Τζέιμς Χάνσεν είναι ριζικά αντίθετος με την αρχή της αγοράς ρύπων και όλη την επιχείρηση που στήνεται γύρω από αυτήν: «Είναι κάτι ανάλογο με το πρόβλημα της δουλείας ή του ναζισμού που αντιμετώπισαν ο Αβραάμ Λίνκολν και ο Ουίνστον Τσόρτσιλ αντίστοιχα. Με τέτοια θέματα δεν κάνεις συμβιβασμούς. Δεν μπορείς να λες "θα μειώσουμε τη δουλεία κατά 50% ή 40%". Δυστυχώς», συνεχίζει ο κορυφαίος αμερικανός επιστήμονας, «οι ηγέτες μας δεν έχουν τα κότσια να αδράξουν την ευκαιρία και να πουν τι πρέπει πραγματικά να γίνει. Αντίθετα, συνεχίζουν να κάνουν τα ίδια». 
Πηγή: Εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ

Η αξία των κινημάτων - Μάικλ Ουόλτσερ: «Το τίμημα της ισότητας δεν είναι παρά η επαναλαμβανόμενη εξέγερση. Οι κοινωνικές ανισότητες δεν θα θεραπευτούν χωρίς μια νέα εξέγερση»


Ο αμερικανός φιλόσοφος Μάικλ Ουόλτσερ μίλησε στις 16 Οκτωβρίου 2009 στο Τορίνο, σε θεωρητικό συμπόσιο αφιερωμένο στον ιταλό φιλόσοφο Νορμπέρτο Μπόμπιο (1909-2004). Το κείμενο που ακολουθεί είναι ένα απόσπασμα της ομιλίας του:
Υπάρχουν σοσιαλιστικές και σοσιαλδημοκρατικές επιδιώξεις. Αυτό που διακρίνει, όμως, τους αριστερούς από όλους τους άλλους δεν είναι μόνον αυτές οι επιδιώξεις, αλλά και -ίσως κυρίως- ο τρόπος υλοποίησής τους.
Ας θυμηθούμε το παλιό απόφθεγμα της αριστεράς: «Η απελευθέρωση της εργατικής τάξης πρέπει να είναι έργο της ίδιας της εργατικής τάξης». Αν η απελευθέρωση δεν είναι αυτοαπελευθέρωση, δεν έχει αξία. Το σημαντικό επομένως δεν είναι η τελική υλοποίηση των σοσιαλιστικών στόχων, αλλά η διαδικασία μέσα από την οποία θα υλοποιηθούν.
Προτίθεμαι να υιοθετήσω εδώ την οπτική του μεγάλου αναθεωρητή Εντουαρντ Μπερνστάιν. Σκεφτόμαστε τον σοσιαλισμό σαν έναν αθέατο σκοπό, αλλά αυτό στο οποίο συγκεντρώνουμε τις δυνάμεις μας και για το οποίο ενεργοποιούμαστε αληθινά είναι τα μέσα για την επίτευξή του.
Εδώ βρίσκεται η βαθύτερη και πραγματική φιλοδοξία μας. Για να είμαστε ειλικρινείς, τα πρόσωπα που θα θέλαμε περισσότερο να είμαστε δεν είναι οι πολίτες ενός μελλοντικού σοσιαλιστικού κράτους, αλλά οι ακτιβιστές και οι αγωνιστές που παλεύουν για την υλοποίησή του. Ετσι το ερώτημα «ποιος σοσιαλισμός;» πρέπει να γίνεται αντιληπτό με χρονικούς όρους: σοσιαλισμός στην πορεία της υλοποίησης ή υλοποιημένος σοσιαλισμός;
Πρέπει να επιλέξουμε σοσιαλισμό στην πορεία της υλοποίησης, για να δείξουμε ότι έχουμε κατανοήσει πως μπορεί να μη δούμε ποτέ την υλοποίησή του.
Ο δικός μας είναι ένας «συμμετοχικός» σοσιαλισμός και αυτό που έχουμε να πούμε αφορά κόμματα, συνδικάτα, κινήματα και οργανώσεις διάφορων τύπων και τους ακτιβιστές και αγωνιστές τους, που είναι πολιτικά στρατευμένοι στην αριστερά. Αλλά αφορά και τον πολιτικό κόσμο στον οποίο είμαστε ενταγμένοι. Σήμερα στη Δύση η δημοκρατία και το κράτος πρόνοιας είναι ο κανόνας. Αυτό σημαίνει όμως και ότι υποβάλλονται σε μια μορφή αντίθετης πίεσης, πράγμα που είναι ένα «φυσικό» γεγονός. Σε κάθε πολιτική οργάνωση, σε κάθε κράτος, σε κάθε κοινωνία, υπάρχει μια συνεχής τάση προς τον αυταρχισμό και προς την ιεραρχία. Οταν απουσιάζουν αντίρροπες δυνάμεις, ο ισχυρός γίνεται πιο ισχυρός, ο πλούσιος πιο πλούσιος. Αυτό συμβαίνει παντού και πάντοτε. Η εξήγηση αυτής της «φυσικής» τάσης εύκολα μπορεί να γίνει κατανοητή: όποιος κατέχει πλούτο και εξουσία κατέχει και τα μέσα για να τα υπερασπίζεται και να τα αυξάνει.
Η θέση μου απαιτεί όμως μια πιο γενική εξήγηση της «φυσικής» τάσης. Ας εξετάσουμε την πιο κοινή της μορφή: την πολιτική εξουσία. Εκείνοι που την κατέχουν τη χρησιμοποιούν για να ενισχύουν τη θέση τους και την ευημερία φίλων και συμμάχων, καταπιέζοντας και αποκλείοντας ομάδες που θα μπορούσαν να προσφέρουν κοινωνική βάση για την αντιπολίτευση -θρησκευτικές ή εθνικές μειονότητες, αδύναμες ομάδες κάθε τύπου, εργαζόμενους, γυναίκες, μετανάστες- και υποχρεώνοντας τη διανόηση να συμμορφωθεί ή περιθωριοποιώντας την. Για να ασκούν τον έλεγχό τους, προσπαθούν να συσσωρεύουν «εξουσία πάνω στην εξουσία», όπως έγραφε ο Χομπς, ενισχύοντας την εκτελεστική εξουσία, δυναμώνοντας τον στρατό, δημιουργώντας μια μυστική αστυνομία, διαφθείροντας τη δημόσια διοίκηση, θέτοντας φραγμούς στην ελευθερία του τύπου.
Και το να αντιτάσσεται κανείς σε αυτή την τάση είναι φυσικό, αλλά, ενώ η τάση είναι συνεχής, η αντιπολίτευση είναι σποραδική. Μπορούμε να σκεφτούμε τη δραστηριότητα αγωνιστών ενάντια στην εξουσία και την ιεραρχία σαν «μόνιμη εργασία», αλλά η εργασία αυτή λειτουργεί μόνον όταν παράγει αναλαμπές μαζικής αγωνιστικής δραστηριότητας (κινητοποιήσεις, ξεσηκωμούς, εξεγέρσεις). Η αύξηση της εξουσίας και του πλούτου μπορεί να αναχαιτιστεί ή, πιο ρεαλιστικά, να διακοπεί και εν μέρει να ανατραπεί μόνον με μια μαζική αντιπολίτευση. Οι δημοκρατικές νίκες είναι δυνατές, αλλά πρέπει να επαναλαμβάνονται, επειδή η αύξηση εξουσίας και πλούτου είναι συνεχής.
Η θέση μου βρίσκει αντιστοιχίες με εκείνη των επαναστατών του 18ου αιώνα, που έγραφαν: «Το τίμημα της ελευθερίας είναι η διαρκής επαγρύπνηση». Εγώ όμως λέω: «Το τίμημα της ισότητας είναι η επαναλαμβανόμενη εξέγερση».
Χρησιμοποιώ τον όρο «εξέγερση» για να περιγράψω πράγματα όπως το εργατικό κίνημα της δεκαετίας του 1930, που αντιπάλευε την εξουσία του κεφαλαίου, το κίνημα για τα πολιτικά δικαιώματα της δεκαετίας του 1960, που αμφισβητούσε τη φυλετική ιεραρχία, και τον φεμινισμό της δεκαετίας του 1970, που αμφισβητούσε την ιεραρχία των φύλων. Αυτά τα κινήματα, παρ' όλο που δεν υλοποίησαν μέχρι το τέλος τις υψηλές βλέψεις των αγωνιστών τους, κατόρθωσαν ωστόσο να αλλάξουν την κατανομή της εξουσίας και του πλούτου στις Ηνωμένες Πολιτείες. Αντιτάχθηκαν στην τάση για «εξουσία πάνω στην εξουσία» και μετατόπισαν την ισορροπία των δυνάμεων με μικρούς αλλά σημαντικούς τρόπους.
Σε μια καπιταλιστική κοινωνία οι ανισότητες της φυλής και του φύλου πιθανότατα δεν είναι αναγκαίες για την ύπαρξη μιας ιεραρχικής τάξης, αλλά σίγουρα είναι αναγκαία η κυριαρχία του κεφαλαίου πάνω στην εργασία. Γι' αυτό και αυτή η κυριαρχία επαναβεβαιώθηκε σαφώς στις τρεις τελευταίες δεκαετίες. Επομένως αυτό που ίσχυε στη δεκαετία του 1930 ισχύει και πάλι σήμερα: οι ανισότητες της αμερικανικής κοινωνίας δεν θα θεραπευθούν χωρίς μια νέα εξέγερση.
Αυτή η θεμελιώδης αλήθεια φανερώθηκε ήδη στην αβέβαιη μάχη της κυβέρνησης Ομπάμα για την ενίσχυση του κράτους πρόνοιας και για το σταμάτημα της πορείας προς όλο και μεγαλύτερη ανισότητα. Χωρίς ένα λαϊκό κίνημα που θα υποστηρίζει αυτούς τους στόχους, υπάρχουν μεγάλα όρια σε αυτό που ο πρόεδρος και οι σύμβουλοί του μπορούν να υλοποιήσουν. * 
Πηγή: Εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ