Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ανθρωπολογία του χώρου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ανθρωπολογία του χώρου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 14 Νοεμβρίου 2012

Επιστροφή στο Λος Άντζελες

  
art-in-the-streets-at-moca-los-angeles250Της Σώτης Τριανταφύλλου

Το ντοκυμαντέρ «Εames: The Architect and the Painter”[1], που είδα πριν από λίγους μήνες στη Νέα Υόρκη, και το βίντεο του “Ιce Cube Celebrates the Eames”[2] εντείνουν τη Wanderlust που δεν με αφήνει να ησυχάσω: οι δρόμοι μού γνέφουν – αν δεν με συγκρατήσει κάποιος ή κάτι, θα με παρασύρει ο άνεμος όπως παρασέρνει τους θύσανους στην έρημο.
Διασχίζοντας την έρημο φτάνω στο Λος Άντζελες, στον δρόμο των Κλεφτών - ThievesHighway - τον επιπλωμένο με κτίρια του Victor Gruen, με εξωφρενικές κατασκευές: σπίτια-αγκινάρες, Blockhauser, επαύλεις φτιαγμένες στο εργαστήριο του τρελού επιστήμονα, του αρχιτέκτονα-Φρανκενστάιν· τεχνοτροπίες WASP, εμπνευσμένες από την ισπανική αποικιοκρατία. Aρχιτεκτονικές follies. Τόποι για το τέλειο έγκλημα: το πάρκινγκ του γηπέδου των Dodgers –που οι κάτοικοι του Μπρούκλυν δεν τους συγχώρησαν ποτέ για το ότι εγκατέλειψαν το Μπρούκλυν για να γίνουν ομάδα του Λος Άντζελες– το Eames House που αρέσει στον Ιce Tube (Mην ρίχνεις πέτρες σε γυάλινα σπίτια), το Chemosphere House, τα κοινότοπα dingbats, η καλιφορνέζικη παραλλαγή του κτιρίου-κουτιού.
Οδηγώντας από το downtown προς τη Σάντα Μόνικα, κι από το Μάλιμπου ώς το Balboa, μου αποκαλύπτεται μια πόλη που διαφημίζει τον εαυτό της: το βιβλίο του Robert Venturi “Learning from Las Vegas” –που απενοχοποίησε την αμερικανική αρχιτεκτονική μετά το 1972– θα μπορούσε να ονομάζεται “Learning from Los Angeles”∙ από τα πειράματα των Νέων Πολεοδόμων, από την αμφίβολη αισθητική των αρχιτεκτονικών follies, συναρμολογείται το Λος Άντζελες. Η Κοιλάδα του Σαν Φερνάντο, οι Λόφοι του Χόλλυγουντ, η ακτή του Ειρηνικού είναι ένα οικόπεδο όπου ξεδιπλώνεται η φαντασία, όπου το Zeitgeist τρέχει με ιλιγγιώδεις ρυθμούς ξεπερνώντας την εποχή του.
Τι συμβαίνει άραγε μέσα στα απλά, ξύλινα σπίτια; Τι συμβαίνει στα απρόσωπα κλιματιζόμενα γραφεία; Σιωπή· ο ήχος ενός ραδιοφώνου· τηλεοπτικές διαφημίσεις· η ζέστη του τσιμέντου. Θυμάμαι συχνά τον Φρανκ Ζάππα, το πώς έβλεπε, το πώς σχολίαζε τη Νότια Καλιφόρνια – αναρωτιέμαι αν ο Ιce Cube ακούει ποτέ Mothers of Invention, Captain Beefheart, Kim Fowley· αν συμμερίζεται την ιδέα της Κοιλάδας των Χαζοκόριτσων – Valley Girls.
eames-the-architect-and-the-painterΕκτός από το downtown, η γεωγραφία του Λος Άντζελες χαρακτηρίζεται ως «το πουθενά»: γυμνοί δρόμοι, αστική αποσάρθρωση, περιβαλλοντική κατάρρευση – οι πόλεις-προάστια κλείνουν, κοιμούνται, στις δέκα το βράδυ. Συσσωματώματα επαύλεων-υπνωτήρια· οι εμπορικές και χρηματιστηριακές συνοικίες ερημώνουν στις πέντε το απόγευμα. Η αμερικανική δεξιά θεωρεί τους απολογητές της Νέας Πολεοδομίας συνωμότες που έχουν βάλει σκοπό να αφαιρέσουν από τους Αμερικανούς τα πολιτικά τους δικαιώματα, δηλαδή το δικαίωμά τους στην περιουσία· τo δικαίωμά τους στη μονοκατοικία και στο ιδιωτικό αυτοκίνητο. Η αμερικανική αριστερά θεωρεί τη Νέα Πολεοδομία μια ακόμα εκδήλωση της κεφαλαιοκρατικής σπατάλης, της απληστίας και του ρατσισμού, η οποία, είτε από πρόθεση, είτε από κακό υπολογισμό, θα εκδιώξει τις έγχρωμες κοινότητες και την underclass από τις ιστορικές γειτονιές αυξάνοντας τις τιμές των ακινήτων τόσο ώστε οι πράσινες, χαριτωμένες, λειτουργικές κοινότητες να είναι προσιτές μόνον στους λίγους. Οι Νέοι Πολεοδόμοι επιμένουν: «Χρειαζόμαστε πυκνές πόλεις, πόλεις που να μην εξαπλώνονται στον χώρο σαν χταπόδια· πόλεις που να περπατιούνται». Αλλά, στην αρχιτεκτονική και στην πολεοδομία, ό,τι μπορεί να πάει στραβά, θα πάει στραβά.
Πόλεις που να περπατιούνται. Πόλεις όπου να μπορείς να μετακινείσαι με ποδήλατο, με skateboard, με roller-skates, με δεκανίκια, με αναπηρικό καροτσάκι. Πόλεις με αστεροειδές πλέγμα, με κέντρο, με περίμετρο, με οπτικό ενδιαφέρον: καθώς περπατάς να βλέπεις χαμηλά σπίτια, πολυώροφα σπίτια, πάρκα, δεντροφυτεμένες αλέες, μπακάλικα, οπωροπωλεία, συνεργεία αυτοκινήτων, κουρεία, ψιλικατζίδικα. Υγιής πόλη, πόλη με θετικές δονήσεις: εκείνη που έχει corner shops –οικογενειακά μαγαζάκια που πουλάνε από εφημερίδες μέχρι κουβαρίστρες–, ένα ποτάμι· γέφυρες· ή θάλασσα, λιμάνι, προκυμαίες, υπαίθριες αγορές. Μερικές φορές, όταν το Λος Άντζελες μού διαφεύγει, όταν ακινητοποιούμαι σε μποτιλιάρισμα κάτω από τον ήλιο, σκέφτομαι: στη Φλόριντα είναι χειρότερα· στο Seaside όπου γυρίστηκε το «Truman Show” –ένας εφιάλτης της νεωτερικότητας– είναι χειρότερα. Κι όμως, εκεί, στη μέση του freeway, αισθάνομαι σαν να μοιράζομαι τις χειροπέδες μου μ’ ένα πτώμα. Στο βάθος, στην κορυφή του κτιρίου της US Bank, στον 73ο όροφο, φαντάζομαι τον Κινγκ Κονγκ. Ο Κινγκ Κονγκ πάνω από την πόλη.
Οδηγώντας στο Strip παραβλέπω τον σεξισμό των διαφημιστικών πινακίδων: γύρω μου απλώνεται η Αμερική των στριπτιζάδικων, των καζίνο, των γαμήλιων παρεκκλησιών, των πάρκινγκ γύρω από τα προαστιακά σούπερ-μάρκετ. Το Strip, μια αμερικανική επινόηση: οδηγώντας στη φωταγωγημένη έρημο, θυμάμαι το άλμπουμ των Ed Palermo Big Band, το αφιερωμένο στον Φρανκ Ζάππα: Take Your Clothes Off When You Dance.
la4Ύστερα, Wilshire Center, Windsor, Miracle Mile, Beverly Hills, Westwood, Santa Monica. Kαι στροφή προς τα νότια, στο Βένις. Γράφει ο Ray Bradbury: «Τον παλιό καιρό, το Βένις της Καλιφόρνια, είχε πολλά να προσφέρει σε ανθρώπους που τους άρεσε να είναι θλιμμένοι. Είχε ομίχλη σχεδόν κάθε μέρα και, σ’ όλο το μήκος της ακτής, ακουγόταν το μουγκρητό των μηχανημάτων της εξώρυξης του πετρελαίου· κι ακόμα, ο παφλασμός του σκοτεινού νερού στα κανάλια και το τρίξιμο της άμμου πάνω στα τζάμια των παραθύρων όταν ο άνεμος φυσούσε δυνατά στους χερσότοπους και τα έρημα δρομάκια. Στην άκρη ενός καναλιού βρίσκονταν παλιά βαγόνια από καραβάνια τσίρκων πεταμένα στο χώμα - και στα κλουβιά, αν κοιτούσες καλά, τα μεσάνυχτα, ζούσαν ψάρια και οστρακόδερμα που σάλευαν μαζί με την πλημμυρίδα: ήταν λες και τα τσίρκα του χρόνου είχαν καταδικαστεί σε θάνατο από μια κατάρα και σκούριαζαν σιγά-σιγά και διαλύονταν.»[3] Στο Βένις παρκάρω και κάθομαι στην άμμο: στην άλλη όχθη του Ειρηνικού βρίσκεται η Ιαπωνία.
O Mike Davis θεωρεί το Λος Άντζελες πολεοδομικό τερατούργημα[4] – ποτέ δεν θα συμφωνήσουμε: καταλήγουμε σε διαφορετικά συμπεράσματα επειδή δεν βλέπουμε την ίδια πόλη. Ήδη από το Beyond Blade Runner: Urban Control, The Ecology of Fear (1992), ο Μike Davis διατύπωνε μια καταστροφολογική θεωρία – όμως η συντέλεια δεν ήρθε· το Λος Άντζελες διέψευσε όλες τις σκοτεινές προφητείες.
Πράγματι, οι πολεοδομικές ουτοπίες του 20ού αιώνα δεν υλοποιήθηκαν – παραμένουν, εν πολλοίς, ουτοπίες. Η Garden City, η Radiant City, η Βroadacre City παραμένουν σχέδια πάνω σε χαρτιά, μακέτες, ελλειπτικά τοπικά πειράματα. Μερικά από αυτά σάπισαν, ενώ άλλα παρεξηγήθηκαν. Οι «Νέες Πόλεις» χτίστηκαν από το μηδέν και επέστρεψαν στο μηδέν: δεν μπορείς να ζήσεις χωρίς παρελθόν, χωρίς ουλές, χωρίς ίχνη. Δεν μπορείς να ζήσεις κοντά σε άλλους μόνο και μόνο επειδή σε συνδέει μια δραστηριότητα (το γκολφ, το τένις, η θέση στελέχους πολυεθνικής επιχείρησης) ή μια ηλικία: στο Λος Άντζελες, οι ηλικιωμένοι που έχουν την οικονομική άνεση να νοικιάσουν μια «όαση», περιορίζονται –στην πραγματικότητα, υποβάλλονται εθελοντικά σε κατ’ οίκον περιορισμό– σε καταπράσινες, ολοκάθαρες κοινότητες, μακριά από το πλήθος, μακριά από τους ήχους και τις εικόνες που ρυπαίνουν την ζωή όπως τη φαντάζονται οι senior citizens. Γαλήνη. Σιωπή πριν από τον θάνατο. Άραγε οι ηλικιωμένοι κάτοικοι των senior communities –όπως το Mulholland Park– υποπτεύονται ότι είναι τα πολυτελή απορρίμματα του αμερικανικού πληθυσμού; Ότι ζουν περισσότερο απ’ όσο συμφέρει στην κοινωνία; Ότι η υγεία τους, η κλινική τους ευταξία στοιχίζει ακριβά; Έχουν ακούσει άραγε ότι αυτές οι κατοικίες, που μοιάζουν τις μακέτες των πολεοδομικών οραμάτων, αποκαλούνται «Θάλαμοι αναμονής για τον Κάτω Κόσμο»;
Ωστόσο, όλα τα προβλήματα του Λος Άντζελες –το ότι, για παράδειγμα, μερικές συνοικίες είναι παραδομένες στις συμμορίες ή το ότι στην ευρύτερη περιοχή ευδοκιμεί η βιομηχανική, μαζική κουλτούρα– δεν αρκούν για να απορριφθεί το πολεοδομικό του μοντέλο. Χρειάζεται ποικιλία για να φτιαχτεί ένας κόσμος· δεν είναι πάντα επιθυμητή η «περπατήσιμη» πόλη, η χωρίς πλοκάμια, η φιλική στα παιδιά με τα πατίνια. Το κάθε πολεοδομικό σχήμα ευνοεί διαφορετικές υποκουλτούρες, διαφορετικούς τρόπους ζωής – και πάλι, χρειάζονται πολλές υποκουλτούρες, πολλοί τρόποι ζωής για να φτιαχτεί ένας πολιτισμός.
Downtown_LosAngelesnightfreewayΈτσι, ο Eazy-E, ένας πρώην έμπορος ναρκωτικών, ίδρυσε τη δισκογραφική εταιρεία Ruthless με τα λεφτά που κέρδισε από το pushing. Μετά από πολλές απογοητεύσεις, ο Dr. Dre και ο Ice Cube άρχισαν να γράφουν ραπ κομμάτια για τη Ruthless. Aν δεν είχαν προηγηθεί οι Public Enemy, η Ruthless θα είχε αποτύχει και ο Easy-E ίσως είχε επιστρέψει στο pushing. Πώς θα χαρακτήριζε κανείς – λόγου χάρη κάποιος σαν εμένα, που τη μια μέρα περιφέρεται στο Laurel Canyon και την επόμενη στο Skid Row– πώς θα χαρακτήριζε τις φτωχογειτονιές του Λος Άντζελες; Ruthless –ανηλεείς, άσπλαχνες– όπως η δισκογραφική εταιρεία του Eazy-E. Και διαπεραστικές, στριγκές όπως ο κλαυθμηρισμός του ράπερ από το Κόμπτον του L.A.
Τι μπορεί να σου συμβεί όταν έχεις γεννηθεί το 1964 στο δυτικό Κόμπτον: να προσχωρήσεις στους Bloods ή στους Crips· να δοκιμάσεις την τύχη σου στην τοπική ραπ –rap is easy– να γίνεις nerd και να γραφτείς στα μαθήματα αστρονομίας του δήμου παραδίδοντας το όπλο σου στις αρχές έναντι εκατό δολαρίων σε είδος, όχι σε ρευστό. Tέλος, έχεις τετραπλάσιες πιθανότητες να δολοφονηθείς –αν δεν προλάβεις να δολοφονήσεις– απ’ ό,τι σε άλλες αμερικανικές κοινότητες ίσου μεγέθους. Στις 26 Μαρτίου 1995, ο Eazy-E πέθανε από AIDS: το 1993, υποστήριξε δημοσίως τον Θίοντορ Μπριζένο, τον μοναδικό αστυνομικό που εξέφρασε τη δυσαρέσκειά του για τον ξυλοδαρμό του Ρόντνεϋ Κινγκ. Όλα αυτά είναι συστατικά της Νότιας Καλιφόρνια – κι όλες οι μεγαλουπόλεις έχουν κάτι να κρύψουν.
Στο Λος Άντζελες, στις συνοικίες-κοράκια, εφτά χιλιάδες άνθρωποι ζουν σε χαρτόκουτα που γράφουν απ’ έξω KELLOG’S CORNFLAKES· PERSIL ΓΙΑ ΠΛΥΝΤΗΡΙΑ· ΣΤΙΓΜΙΑΙΟΣ ΚΑΦΕΣ, ή σε κουρελιασμένες σκηνές σκεπασμένες με κουβέρτες· ο ήλιος είναι ανελέητος. Στις βόρειες πόλεις η κατάσταση είναι χειρότερη: το χιόνι, η βροχή, η λάσπη –don’t eat the yellow snow– εδώ δεν χιονίζει ποτέ και βρέχει σποραδικά από τον Νοέμβριο μέχρι τον Απρίλιο. Στους μισογκρεμισμένους τοίχους, σιβυλλικά γκραφίτι: Στον Άδη τα νοίκια είναι φτηνά – θρησκευτικές προτροπές: Μετανοήστε! Υπογραφή: Εκκλησία του Ιησού Χριστού Αγίων της Έσχατης Ημέρας. Μετά από έναν βιασμό στο αφώτιστο δρομάκι, ένα ακόμα γκραφίτι: Nevermore. Ποτέ πια.
la250Το Skid Row περιγράφεται συχνά σαν την Ιερουσαλήμ του 21ου αιώνα: λεπροί και σεληνιασμένοι, σακάτηδες και ξεδοντιασμένοι· κραυγές, βρυχηθμοί ασύλων· μυρωδιά κάτουρου· ανοιχτές πληγές εκτεθειμένες στον μολυσμένο αέρα· μια γυναίκα πλένει το μωρό της σ’ έναν κουβά και το σκουπίζει με το σφουγγαρόπανο. Ο Robocop δεν εμφανίζεται ποτέ· οι σειρήνες της πυροσβεστικής ακούγονται από μακριά· κάπου-κάπου αστράφτει το στροβοσκοπικό φως των περιπολικών: όποιος συλλαμβάνεται κατηγορείται για εμπορία ναρκωτικών, όχι για απλή κατοχή· έτσι, η πολιτεία της Καλιφόρνια απαλλάσσεται από την υποχρέωση της αποτοξίνωσης. Σύμφωνα με τον νόμο, αν δεν είσαι pusher, αν δεν είσαι dealer, αν είσαι «απλό» πρεζάκι, τίθεσαι υπό επιτήρηση και η Κομητεία οφείλει να σε βοηθήσει να θεραπευτείς.
Στο Λος Άντζελες τα προβλήματα δημόσιας υγείας μετατρέπονται σε ποινικά αδικήματα. Πράγμα που δεν με εμπόδισε να πάω στο «Smell», στη γωνία Main και Δεύτερης και ν’ ακούσω τους Black Fiction, τους Antelope κι άλλες εφήμερες μπάντες σ’ ένα περιβάλλον που μύριζε μαριχουάνα αλλά όπου δεν επιτρεπόταν η κατανάλωση οινοπνεύματος. Το «Smell» δεν έχει άδεια πώλησης οινοπνευματωδών: στην περιοχή του Skid Row, είναι δύσκολο να βρεις μπίρα – οι ενέσεις είναι πιο προσιτές. Για να είμαι δίκαιη: δίπλα στο «Smell» υπάρχει ένα θορυβώδες western μπαρ, όπου πράγματι μπορείς να βρεις μπίρες. Όλη νύχτα, κάθε νύχτα.
la2Η Νέα Υόρκη είναι κατακόρυφη, το Λος Άντζελες οριζόντιο. Μια πόλη γραμμική, γεωμετρική, ασύμμετρη: όταν φτάνω από τον αυτοκινητόδρομο 40, παίρνω τον δρόμο για τη δύση, για τον ωκεανό. Κι έπειτα στον 101, ο άνεμος θροΐζει πάνω στους αμμόλοφους – στη Γκαβιότα στρίβει προς την ενδοχώρα· μια φορά, πατώντας το γκάζι –step on it! step on it!– είδα το παρμπρίζ να θρυμματίζεται και τα θρύψαλα να σκορπίζονται στον σιωπηλό αέρα. Καμιά ταχύτητα δεν μου αρκεί: τα αυτοκίνητα είναι μια μυστική ιερουργία, το κεφάλι μου ένα πυροτέχνημα.
Ταξιδεύοντας, ακτινοβολώντας σαν μαύρο σώμα, βλέπω, με τα μάτια μου, την ύλη να υψώνεται, γελώντας, σαν μια πόλη που ξυπνάει. Σαν μια πόλη γεμάτη οδόσημα κι αμφίβια σκούτερ – βλέπω την ύλη να διαλύεται σαν μια βροχή από αστρικά θραύσματα. 



[1] Jason Cohn, Bill Jersey, 2011.
[2]http://www.youtube.com/watch?v=FRWatw_ZEQI (μέρος των εκθέσεων http://www.pacificstandardtime.org). Προτού γίνει ράπερ ο Ιce Tube ήταν φοιτητής της αρχιτεκτονικής.
[3] Death is a Lonely Business, Alfred A. Knopf, 1985.
[4] City of Quartz: Excavating the Future in Los Angeles, 1990.

Τρίτη 9 Οκτωβρίου 2012

Αμπελώνες χωρίς ορίζοντα

kalliteraki250Του Αλέξη Ζήρα 
Φύλο, αρχέτυπα και ιστορία μεταξύ του 19ου και του 20ου αιώνα
Από τη σύγχρονη πεζογραφία μας, τουλάχιστον των τελευταίων τριάντα ετών, δεν έχουν λείψει τα μυθιστορήματα που συνδέουν την ιστορία της Κρήτης από το 1850 και έπειτα με θρύλους και θρυλικές μορφές του νησιού.
Και μια απλή παρατήρηση αρκεί, νομίζω, για να επιβεβαιώσει αυτό το γεγονός, της ισχυρής δηλαδή παρουσίας των τοπικών μύθων, συνυφασμένων με τις οικογενειακές παραδόσεις και τον προσωποκεντρικό χαρακτήρα της νησιωτικής κοινωνίας. Άλλωστε, το θέμα της ηγεσίας και της οργανικής σχέσης της με το λαϊκό φαντασιακό έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην Κρήτη. Κοντά στη Μάρω Δούκα, τη Ρέα Γαλανάκη, την Ιωάννα Καρυστιάνη, τον Γιώργη Γιατρομανωλάκη, έρχεται τώρα και η Ευτυχία Καλλιτεράκη, συνομήλική τους, κάτι που για μένα έχει τη σημασία του, να μπει σ’ αυτό τον κύκλο των ομόρριζων πεζογράφων που η κρητική τους καταγωγή, η μνήμη της γης και η μνήμη των ανθρώπων της, αποτελεί έναν από τους άξονες της δημιουργίας τους. Το βιβλίο της Αμπελώνες χωρίς ορίζοντα, παρ’ ότι δεν το λέει με τρόπο ρητό, είναι ένα βιβλίο προσωπικής γενεαλογίας που όμως ανοίγεται σε θέματα γενικότερα. Μια μυθοπλασία με υλικά της σπαράγματα αναμνήσεων μεταβιβασμένων από γενιά σε γενιά, μαρτυρίες, θρύλους και ανδραγαθήματα, τεκμήρια που διασώθηκαν σε ιστορικά αρχεία και βιβλία. Πράγμα που σημαίνει ότι η συγγραφέας δούλεψε ερευνητικά, προτού ζωντανέψει μυθιστορηματικά τον κόσμο της και ανατάμει το ψυχικό εκτόπισμά του.
Η ιστορία, με γιώτα κεφαλαίο, είναι πάντα υπαρκτή στο προσκήνιο του βιβλίου της Καλλιτεράκη, και φαίνεται να επηρεάζει πλαγίως πλην σαφώς τις τύχες και τις επιλογές όλων των προσώπων. Η χρονική όμως στιγμή που προσδιορίζει και την εικόνα της εποχής είναι η στροφή του 19ου προς τον 20ό αιώνα. Το διάστημα που ξεκινάει από τις συνεχείς εξεγέρσεις και τις αιματηρές συγκρούσεις με τους Τούρκους και φθάνει ως περίπου το 1915-1920, με την απόλυτη επικράτηση του Βενιζέλου στο τότε πανελλήνιο. Τις απαρχές της δημιουργίας μιας σχεδόν ιερής πολιτικής μορφής που δεν είναι άσχετη με τον τρόπο λειτουργίας του θεσμού της ηγεσίας στη λαϊκή φαντασία. Αλλά πέρα από αυτά, οι Αμπελώνες χωρίς ορίζοντα προβάλλουν ένα απολύτως μεταιχμιακό σημείο για την κοινωνία της Κρήτης: την κάπως καθυστερημένη μετάβαση από τον αγροτικό χαρακτήρα της στην εμπορική, αστικόμορφη τάξη. Και μαζί την αλλαγή των ηθών: τη ραγδαία εισαγωγή νέων τρόπων της ατομικής αξιολόγησης, τα «νέα τζάκια», τη μεταφορά του πλούτου, τις μιμήσεις των ξένων ηθών και, ασφαλώς, τη μοιραία υποχώρηση, δειλή στην αρχή, της αρχέγονης, ανδροκρατούμενης κοινωνίας της νήσου. Φαινόμενα που έχουν αντίκτυπο στην ανερχόμενη θέση της γυναίκας και προφανώς στην αποσύνθεση της δομής του παραδοσιακού σογιού, αναλλοίωτης επί αιώνες. Η Ρωξάνη και η Μερόπη, τα δυο βασικά γυναικεία πρόσωπα που με το όνομά τους τιτλοφορούνται τα δυο μέρη του μυθιστορήματος, από αυτή την πλευρά έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς ανεξάρτητα από το ότι η μια βγαίνει από μια πάμπτωχη αγροτική οικογένεια και η άλλη από ένα αστικό σπίτι, με τις νοοτροπίες τους, τους προβληματισμούς τους, και, ιδίως, με την επιθετική διεκδίκηση της ελευθερίας και της ερωτικής τους διαθεσιμότητας, δείχνουν στον αναγνώστη πολύ παραστατικά την αυγή των νέων καιρών. Την ανατολή του νέου εμποροβιομηχανικού, ατομικιστικού κόσμου σε περιφερειακή νησιωτική κοινωνία.

Πρωτεϊκές γυναικείες μορφές 

kalliteraki_efΤόπος στους Αμπελώνες είναι η πόλη αλλά και η περιοχή γύρω στα Χανιά. Σε όλο το μήκος της αφήγησης κατονομάζονται χωριά, τοποθεσίες και σημεία που εντείνουν την αληθοφάνεια της μυθοπλασίας της Καλλιτεράκη. Συνδετική μορφή ανάμεσα στις μεταξύ τους άγνωστες Ρωξάνη και Μερόπη, στα έντονα πάθη τους που εντέλει μένουν ανολοκλήρωτα, είναι ο Μάρκος, πλούσιος γαιοκτήμονας, εραστής της πρώτης και παρ’ ολίγο ανόσιος εραστής της δεύτερης, η οποία τυχαίνει να είναι και εγγονή του. Παρ΄ότι ο Μάρκος είναι διαρκώς παρών, νέος ή μεσήλικας, εξάπτοντας τα γυναικεία σώματα, τις φαντασιώσεις και τα όνειρα τους, ως χαρακτήρας του βιβλίου είναι ανεξέλικτος, έτσι ώστε την προσοχή μας να προσελκύουν περισσότερο οι εκ των πραγμάτων μεταβλητές και πρωτεϊκές γυναικείες μορφές. Δεν θα ήμουν υπερβολικός αν έλεγα ότι οιΑμπελώνες είναι ένα αφήγημα που εστιάζεται ως το τέλος στον γυναικείο ψυχισμό. Αναλύει, παρακολουθεί: δοκιμασίες, πάθη, αντιφάσεις, ανυψώσεις και καταβυθίσεις που συνδέονται με την ταυτότητα του φύλου και αναδεικνύουν την ενίοτε οδυνηρή αφύπνιση της θηλυκής αυτεξουσιότητας. Πρωταγωνίστριες, ουσιαστικά όσο και τυπικά είναι οι γυναικείες μορφές της Καλλιτεράκη. Αυτές συλλαμβάνουν έστω και βιωματικά το πνεύμα των νέων καιρών κι αυτές ανταποκρίνονται στις κλήσεις και στις προκλήσεις του. Αλλά, από μιαν άλλη πλευρά, αυτές παρόμοια υφίστανται την πίεση των ηθικών κανόνων, παλιών και νέων. Αυτές κυρίως, αγρότισσες ή αστές, νοσούν ψυχικά. Περιδινίζονται σ’ έναν ατέρμονα κύκλο καταθλίψεων, εμμονών, εμπαθειών, μανιών, φαντασιώσεων που η ιδιαίτερα παραστατική περιγραφή τους από τη συγγραφέα θέλει να μας δείξει πόσο η ψυχοσωματική κατάσταση είναι άμεσα εξαρτημένη από τους εκάστοτε ηθικούς κώδικες.
Ο Μάρκος, θα έλεγε κανείς ότι ο καταλυτικός του ρόλος στην αφήγηση περιορίζεται στα πάθη που προκαλεί, στην αισθησιακή έλξη που δημιουργεί, στην κάπως ζωώδη αρρενωπότητα η οποία κατακλύζει τα όνειρα της 17χρονης Ρωξάνης και μετά της έφηβης Μερόπης. Η παρουσία του είναι ο νόμος, ο διαχρονικός κανόνας˙ η διαρκής επιθυμία του να παραμείνουν τα πράγματα ως έχουν, αμετακίνητα, υπό τον έλεγχό του. Ως προς την ανταπόκρισή του στις εξελίξεις που απαιτούν οι νέοι καιροί, τόσο ως νέος όσο και ως μεσήλικας, ο τρόπος που προσλαμβάνει τα πράγματα είναι στατικός, ριζωμένος στην αμετακίνητη όψη των κοινωνικών σχέσεων και των θεσμών, ανεπηρέαστος σχεδόν από το χρόνο. Το ίδιο και η συνείδησή του, είναι κλειστή. Υπερασπίζεται ως το τέλος του την κυριαρχία της γης, την εξουσία του Πύργου, του τσιφλικού του που χτίστηκε από τους Ενετούς και πέρασε έπειτα στους Τούρκους και στην οικογένειά του. Απέναντι στο στατικό αρσενικό πρότυπο, τα κυμαινόμενα συναισθήματα των γυναικών τις κάνουν πιο ζωντανές, πιο σάρκινες, πιο ενδιαφέρουσες ως επινοημένα πρόσωπα. Κι αυτό οπωσδήποτε δεν είναι τυχαίο. Είναι άμεσα συνδεδεμένο με τον προβληματισμό της ίδιας της συγγραφέως, με την έγνοια της να δείξει, χωρίς προγραμματικές απολυτότητες αρσενικού θηλυκού, τις κάθετες ψυχικές τομές στη συμπεριφορά, στις σκέψεις και στις ενέργειες ενός πλήθους γυναικείων μορφών. Όχι μόνο των δυο κεντρικών αλλά και αυτών που κινούνται στην περιμετρική της μυθοπλασίας.
«Ποιά είμαι;» αναρωτιέται η Ρωξάνη, η οποία έστω και με την στοιχειώδη ικανότητά της να βλέπει πέρα από τα όριά της, νομίζω ότι είναι ο πιο ολοκληρωμένος χαρακτήρας του μυθιστορήματος. «Είμαι εγώ, μόνη μου, μόνη μου», συνεχίζει. Και με τη γνώση αυτού του κορυφαίου συναισθήματος, της μοναξιάς, είναι προφανές ότι έχει βγει από τη μοιραία σχέση εξάρτησής της από τον κύκλο της φυσικής ζωής. Αντιδρά στο μοιραίο, άλογο πάθος όσο και στην μοιραία παθητικότητα του φύλου της. Και ως εύλογη συνέπεια, ως απάντηση στην αδιέξοδη σχέση της με τον Μάρκο έρχεται, μαζί με τη συνειδητοποίηση της ταυτότητάς της, η ανάγκη για φυγή: «Εκείνη την ημέρα έκανε για πρώτη φορά σκέψεις που άλλοτε δεν θα μπορούσε να διανοηθεί. Αυτόματα της πέρασε από το νου πως ήταν σχεδόν έτοιμη να προχωρήσει μόνη της χωρίς κανένα στο πλάι της. Για πρώτη φορά συνειδητοποίησε πόσο μόνη της ήταν, με τις σκέψεις και τις αποφάσεις όλες δικές της, χωρίς τη βοήθεια κανενός». Μα και η νεώτερη και εύπορη Μερόπη, από μια παραπλήσια αν και ημιτελή διάθεση απόδρασης είναι κυριευμένη. Παρά τον υποτίθεται επιτυχημένο της γάμο. Περνάει λοιπόν μια παρατεταμένη κρίση και στην κορύφωσή της, στο μεταίχμιο του κοριτσίστικου ρομαντισμού και του γυναικείου πραγματισμού, προτού γίνει μητέρα και μεταμορφωθεί σε ρυθμιστή του οικογενειακού νόμου και της τάξης, προτού γίνει ένα είδος θηλυκού Μάρκου εντέλει, φαντάζεται μια υποθετική στιχομυθία με τον άντρα της : «Θέλω να φύγω [...] δε νιώθω μαζί σου ούτε πόνο ούτε χαρά [...] Μου λείπει η άλλη σκιά [...] μια άλλη σκιά που να μην είναι η δικιά σου».

kalliteraki   Αμπελώνες χωρίς ορίζοντα
   Ευτυχία Καλλιτεράκη
   Εκδόσεις Ψυχογιός, Αθήνα 2012
   σελ. 223