Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εμφύλιος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εμφύλιος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 9 Ιανουαρίου 2013

Το χαστουκόδεντρο


hastoukodendro_240

Του Γιώργου Ν. Περαντωνάκη
Το κέντρο ενός μετεμφυλιακού κολλάζ
Η σύζυγος του Αντώνη Αμπατιέλου, αριστερού συνδικαλιστή, ο οποίος συνελήφθη και παρέμεινε ως πολιτικός κρατούμενος στις φυλακές μέχρι το 1964, Μπέτι Μπάρτλετ αναλαμβάνει σθεναρά έναν αγώνα για την απελευθέρωσή του.
Στο πλαίσιο αυτής της κινητοποίησης δραστηριοποιήθηκε στη γενέτειρά της Βρετανία και μάλιστα το 1963 ζήτησε να δει τη βασίλισσα Φρειδερίκη, η οποία επισκεπτόταν το Λονδίνο, εκείνη αρνήθηκε και, όταν η Μπέτι τη συνάντησε στον δρόμο, τη χαστούκισε. Ακόμα κι αν αυτό το χαστούκι ήταν ένας μύθος, το ιδεολόγημα που στηρίζεται σ’ αυτό, η συμβολική κίνηση δηλαδή που ήθελε να δει ο λαός, ήταν ένα διεγερτικό ερέθισμα για τον Άρη Μαραγκόπουλο να απλώσει σε τετρακόσιες σελίδες τη μυθιστορία του και να αναδείξει τη μεταπολεμική περίοδο ως τυφώνα εξελίξεων και σαρωτικών αναταράξεων.
Ο συγγραφέας συνεχίζει ένα είδος μυθιστορήματος στο οποίο έχει ασκηθεί και παλιότερα, αυτό του αποσπασματικού και παραθεματικού λόγου (θυμίζω ενδεικτικά τις Ωραίες ημέρες τού Βενιαμίν Σανιδόπουλου (1998) και το Αγάπη, κήποι, αχαριστία(2002)). Το προκείμενο έργο είναι ένα υβριδικό είδος το οποίο κινείται ανάμεσα στη βιογραφία, το μυθιστόρημα ντοκουμέντο, όπου παρουσιάζονται πειστήρια (έγγραφα, επιστολές κ.λπ.), τα οποία είναι ή φαίνονται αυθεντικά, και το μυθιστόρημα εποχής. Η ζωή τού ναυτικού συνδικαλιστή Αντώνη Αμπατιέλου στα χρόνια τού πολέμου και μετά, στις εμφυλιακές και μετεμφυλιακές συγκρούσεις, αποδίδεται με μια non fiction αισθητική, η οποία τονίζει τα πραγματικά πρόσωπα και γεγονότα, ενώ αφήνει πολύ λίγα στη μυθοπλαστική φαντασία, πέρα φυσικά από την αφηγηματικότητα με την οποία ντύνεται το όλο εγχείρημα.
Μυθιστόρημα - ντοκιμαντέρ με πολλές αναγνώσεις
Η ζωή τού Αντώνη Αμπατιέλου δεν γίνεται αντικείμενο μιας γραμμικής αφήγησης, αλλά μιας εκτεταμένης μονταζιακής γραφής που συναιρεί σε ένα φυγόκεντρο όλον τα περιστατικά τής ζωής του σε συνδυασμό με τον κοινωνικό και πολιτικό βίο, όχι μόνο της Ελλάδας αλλά και της διεθνούς σκηνής μεταξύ 1941 και 1968. Ένα πλήθος πραγματολογικού υλικού παρατίθεται με μια αλλόκοτη εκ πρώτης όψεως σύνδεση, ναι μεν βασισμένη στη χρονική σειρά, αλλά συνάμα υφασμένη με συνάψεις που ξεφεύγουν από την αυστηρότητα του χρονικού άξονα. Το μυθιστόρημα-ντοκιμαντέρ μοιάζει με τους κύβους των οποίων οι πλευρές είναι ζωγραφισμένες με διαφορετικό σχέδιο κι, ανάλογα με το πώς θα τοποθετηθούν, αναδεικνύουν και άλλο πίνακα.
Μ’ αυτόν τον τρόπο, ο Άρης Μαραγκόπουλος δεν εστιάζει απλώς στον ελλαδικό χώρο και στα παρεπόμενα του αδελφοκτόνου εμφύλιου πολέμου, αλλά ανοίγει τον φακό του σε μια πανοραμική απόδοση του διεθνούς σκηνικού στο πλαίσιο τού ψυχρού πολέμου που μαινόταν παγκοσμίως. Έτσι, δίπλα στην ατμόσφαιρα του ελληνικού εμφυλίου, που συνεχίστηκε και μετά την επίσημη λήξη του, βλέπουμε την παρέμβαση των διεθνών παραγόντων στην ελλαδική σκηνή, από τους έλληνες εφοπλιστές και το συνδικάτο ναυτικών στο Κάρντιφ μέχρι τους Άγγλους πράκτορες και την πολιτική τού Τσόρτσιλ στην Αθήνα, από τη δολοφονία τού Πολκ και την ταινία “Στέλλα” έως τον Μάη του ’68 και τη διεθνή κάλυψη της χούντας των συνταγματαρχών. Το κάδρο δείχνει καθαρά τον ξένο δάκτυλο που, αφού εξασφάλισε με τη Γιάλτα τη δυτική επιρροή στην Ελλάδα, συμμαχεί παρασκηνιακά με τις ντόπιες αρχές και υποβάλλει σε διώξεις τούς αριστερούς, που δεν ξέρουν ή δεν θέλουν να αποδεχτούν ότι η Σοβιετική Ένωση έχει αφήσει τη χώρα εκτός του κομμουνιστικού μανδύα.
Το χαστουκόδεντρο σαφώς είναι πολιτικό έργο, μολονότι περιλαμβάνει έναν ανθεκτικό έρωτα που τρέφεται και μεγαλώνει από την πολιτική. Είναι μυθιστόρημα τεκμηρίων, αν και η αφηγηματικότητα δεν περιθωριοποιείται τόσο από τον φόρτο των ντοκουμέντων που παρελαύνουν αθρόα. Η μόνη ένσταση θα μπορούσε να είναι ότι αυτή ακριβώς η συσσώρευση στραγγίζει κάθε συναίσθημα και αφήνει την εγκεφαλική πλευρά τής μυθιστορίας να πλήξει τον αναγνώστη. Ο τελευταίος βουτά στη θάλασσα των πραγματολογικών στοιχείων, των ιστορικών γεγονότων και των πολιτικών εξελίξεων, και δεν προλαβαίνει να πάρει ανάσα μέσω των συναισθημάτων που πνίγονται εν τη γενέσει τους. Στα πολιτικά θέματα δεν χωράνε συναισθηματισμοί…

hastoukodendro_exofylloΤο χαστουκόδεντρο
Άρης Μαραγκόπουλος
Εκδόσεις Τόπος, 2012
σελ. 444




Δευτέρα 25 Ιανουαρίου 2010

Εμφύλιος Πόλεμος, διαθλώμενες αναπαραστάσεις


 Εμφύλια βία και Ιστορία

Του ΣΤ. ΚΑΛΥΒΑ | Κυριακή 24 Ιανουαρίου 2010, Εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ




Ο ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ κ. Στάθης Καλύβας απαντά στο σχόλιο του καθηγητήκ. Χάγκεν Φλάισερ, το οποίο είχε δημοσιευθεί στο «Βήμα της Κυριακής»στις 10 Ιανουαρίου 2010 με τίτλο: « Η “κόκκινη” και η “μαύρη” βία». Το κείμενο του κ. Φλάισερ ήταν απάντηση στο σχόλιο του κ. Καλύβα το οποίο είχε δημοσιευθεί στο «Βήμα της Κυριακής» (20 Δεκεμβρίου 2009) με τίτλο «Η Ιστορία ως τυμβωρυχία». Το κείμενο του κ. Καλύβα αφορούσε βιβλιοκριτική του κ. Φλάισερ σχετικά με την έκθεση που συνέθεσε το 1943 ο βρετανός ταγματάρχης Ντέιβιντ Γουάλας για τις ελληνικές ντιστασιακές οργανώσεις και η οποία είχε δημοσιευθεί στην εφημερίδα «Τα Νέα» (28.11.2009).
Με τον Χάγκεν Φλάισερ έχουμε ένα κοινό στοιχείο: και οι δύο φύγαμε από τη χώρα μας και σταδιοδρομήσαμε επιστημονικά στο εξωτερικό, εκείνος στην Ελλάδα, εγώ στην Αμερική. Θα πίστευα λοιπόν πως γνώριζε ότι, ως ξένοι, έχουμε την πολυτέλεια να επιλέγουμε τα καλύτερα στοιχεία της περιρρέουσας κουλτούρας. Κι όμως, όπως φαίνεται από το κείμενό του στο «Βήμα», από τα πολλά και καλά που διαθέτει η Ελλάδα εκείνος διάλεξε να κρατήσει την εμπάθεια. Η επίθεσή του μάλιστα εναντίον του Πέτρου Μακρή Στάικου με εντελώς ασύστατες κατηγορίες περί λογοκρισίας είναι πραγματικά θλιβερή. Εγώ αντίθετα επιλέγω να δω την απάντησή του ως αφορμή προβληματισμού σχετικά με τη μελέτη της εμφύλιας βίας.
Οπως είναι γνωστό, το στοιχείο που διαφοροποιεί τους εμφυλίους από τους υπόλοιπους πολέμους είναι ότι η βία ασκείται συχνά ανάμεσα σε ομοεθνείς και γείτονες, πράγμα που τους καθιστά αδελφοκτόνους, διάσταση που απέδωσε με ευαισθησία ο Παντελής Βούλγαρης στην ταινία «Ψυχή βαθιά». Η διάσταση αυτή ακριβώς καθιστά την εμφύλια βία ένα ιδιαίτερα δύσκολο αντικείμενο μελέτης, αφού οι περισσότεροι μελετητές το αποφεύγουν αντιδρώντας στην ιδεολογικοποίηση και εργαλειοποίησή του από τις πολιτικές παρατάξεις.
Στην περίπτωση του δικού μας Εμφυλίου, ως το 1974 έμεινε ουσιαστικά χωρίς αντίλογο η αντίληψη της τότε κυρίαρχης κουλτούρας, ότι για όλα τα δεινά του Εμφυλίου μας έφταιγε η Αριστερά. Τα πρώτα κυρίως χρόνια μετά τη λήξη του η βία μιας αποκλειστικά «ξενοκίνητης» Αριστεράς υπήρξε κεντρικό θέμα της επίσημης προπαγάνδας. Η άποψη αυτή ήταν τόσο ισχυρή ώστε η απριλιανή δικτατορία αναγκάστηκε να αναζητήσει σε αυτήν τη νομιμοποίηση που χρειαζόταν. Οπως ήταν φυσικό, το εκκρεμές αντιστράφηκε μετά το 1974 και οι ευθύνες μετατοπίστηκαν σχεδόν ολοκληρωτικά προς τη «Δεξιά», όπως βαφτίστηκε από την Αριστερά η νικήτρια παράταξη, που περιλάμβανε στην πραγματικότητα όχι μόνο τη Δεξιά αλλά και το πολιτικό Κέντρο. Καθώς η Αριστερά επένδυσε ετεροχρονισμένα στη θυματοποίησή της, τώρα η ρητορική στράφηκε αποκλειστικά στη βία της νικήτριας πλευράς, με έναν λόγο όμως που παρέμεινε, όπως και ο προηγούμενος, βαθύτατα παραταξιακός και συχνά προπαγανδιστικός. Αυτά βέβαια δεν είναι αποκλειστικά ελληνικά χαρακτηριστικά. Τα συναντούμε σε πολλές χώρες με αντίστοιχο παρελθόν. Πρώτα οι νικητές γράφουν την Ιστορία (για παράδειγμα, οι φασίστες στην Ισπανία ή οι κομμουνιστές στις Βαλτικές χώρες), για να επανέλθουν αργότερα οι ηττημένοι και να την ξαναγράψουν από την ανάποδη. Ο ικανός ερευνητής, όμως, κατέχοντας σε βάθος την εμπειρία περισσότερων χωρών από μία, έχει τη δυνατότητα να αποστασιοποιηθεί συναισθηματικά και ιδεολογικά από το παρελθόν και να το δει απαλλαγμένος από τα βαρίδια που κληροδότησαν τα πάθη της εποχής. Αυτό τον οδηγεί αναγκαστικά στον δύσκολο δρόμο της επιστημονικής έρευνας, δηλαδή της συστηματικής παρατήρησης, της επίπονης μέτρησης και της επεξεργασίας των στοιχείων καθώς αποζητά να αναδείξει τα χαρακτηριστικά της εμφύλιας σύγκρουσης με ακρίβεια και σαφήνεια.
Εναν τέτοιο δρόμο ακολουθώ κι εγώ προσπαθώντας να ερμηνεύσω βάσει στοιχείων το πώς διαπλέκονται οι πολιτικές επιλογές, οι ιδεολογικές επιταγές, οι τοπικές ή και προσωπικές έριδες, καθώς και η πανταχού παρούσα συγκυρία. Ομως ο κ. Φλάισερ και όσοι συντάσσονται με τις απόψεις του με κατηγορούν τα τελευταία χρόνια με απελπιστική μονοτονία για «πτωματομετρία», λες και αυτή είναι η μόνη διάσταση των μελετών μου. Το αυτονόητο δυστυχώς τους διαφεύγει: πως η μελέτη της εμφύλιας βίας περιλαμβάνει αναγκαστικά και την καταμέτρηση των νεκρών, στην καλύτερη δυνατή προσέγγιση που επιτρέπουν τα εκάστοτε υπάρχοντα στοιχεία. Η μελέτη του Εμφυλίου που θα αδιαφορούσε για τους αριθμούς των νεκρών θα ήταν σαν μελέτη εκλογών που αδιαφορεί για τα ποσοστά των ψήφων. Τον παράγοντα αυτόν, φυσικά, συνυπολογίζω κι εγώ στις μελέτες μου.
Ο κ. Φλάισερ όμως και κάποιοι άλλοι ενοχλούνται. Τι κι αν κορυφαίοι ακαδημαϊκοί οργανισμοί, όπως η Ευρωπαϊκή Ακαδημία Κοινωνιολογίας και η Αμερικανική Εταιρεία Πολιτικής Επιστήμης, έχουν βραβεύσει τις μελέτες αυτές, τι κι αν τα πιο έγκυρα διεθνή επιστημονικά περιοδικά τις δημοσιεύουν, τι κι αν οι συνάδελφοι από όλον τον κόσμο έχουν παραπέμψει σ΄ αυτές πάνω από χίλιες φορές; Για τον κ. Φλάισερ αυτά είναι ψιλά γράμματα! Εκτός κι αν πιστεύει ότι υπάρχει κάποια διεθνής συνωμοσία των εγκυρότερων διεθνών επιστημονικών θεσμών κατά της Μεγάλης Αλήθειας, που την κατέχει μόνο αυτός και η μικρή αθηναϊκή παρεούλα του.
Στις μελέτες μου, καθώς και πολλών άλλων σοβαρών ελλήνων και ξένων ερευνητών, εξετάζεται η βία και των δύο πλευρών, αυτή που υπάρχει σε κάθε εμφύλιο. Αντίθετα, οι ιστορικοί της περιόδου σαν τον κ. Φλάισερ, που εξακολουθούν να επιμένουν ιδεολογικά στις συζητήσεις του Εμφυλίου, συστηματικά αγνοούν ή υποβαθμίζουν τη βία της αγαπημένης τους πλευράς. Αν διαβάσει κανείς τα κείμενά τους, για τη βία της Αριστεράς υπάρχουν οι εξής εναλλακτικές: ή δεν υπήρξε ποτέ ή δεν αξίζει να ασχολείται κανείς με αυτήν γιατί εντάσσεται στη λογική τού «πόλεμος είναι και πεθαίνει κόσμος» ή ήταν περιθωριακό φαινόμενο, μια εξαίρεση που μπορεί να φορτωθεί στις πλάτες ορισμένων παρανοϊκών που ξέφυγαν από τον έλεγχο του κόμματος είτε, τέλος, ήταν αμυντική, άρα «καλά κάνανε στους φασίστες και στους δωσίλογους». Η μεγάλη ειρωνεία είναι πως, αν στα κείμενα αυτά αντικαταστήσει ο αναγνώστης το «Δεξιά» με το «Αριστερά» και το «δωσίλογοι» με το «κομμουνιστοσυμμορίτες», θα παραγάγει τέλεια δείγματα εθνικόφρονης προπαγάνδας του 1950!
Δεν μπαίνω στον κόπο να εξετάσω το υπόστρωμα αυτής της επιστημονικής παθολογίας και της αδιέξοδης εμμονής μιας παρέας στην ιδεολογική παραμόρφωση της πραγματικότητας. Αν μη τι άλλο, τα μεγάλα γεγονότα του 1989 θα έπρεπε να έχουν προβληματίσει όσους συνεχίζουν να αναπολούν με νοσταλγία «τη νικηφόρα επανάσταση που χάθηκε» πίνοντας το καφεδάκι τους στο Κολωνάκι και απολαμβάνοντας στο έπακρο τα αγαθά του καπιταλισμού. Αναστήματα της Αριστεράς του μεγέθους ενός Γρηγόρη Φαράκου ή ενός Λεωνίδα Κύρκου, άνθρωποι μπαρουτοκαπνισμένοι και βασανισμένοι, ωρίμασαν βαθιά μέσα στα χρόνια δίνοντας με τις αναγνώσεις τους του παρελθόντος μαθήματα σοφίας σε όλους μας. Αντίθετα, λιγοστοί εκ του ασφαλούς μελετητές, αντί να επωφεληθούν από τα πλεονεκτήματα που προσφέρει η χρονική απόσταση, έχουν πάθει παράκρουση με τον νέο μπαμπούλα που πρέπει να ξορκίσουν: τους «αναθεωρητές» της ιστορίας, όπως ονόμασαν τους ερευνητές, όπως εγώ, που εννοούμε να επιμένουμε στην επιστημονική μέθοδο και όχι σε βολικές, μυθολογικές αναγνώσεις.
Ξεχνούν όμως ότι οι σταλινικές πρακτικές επιβάλλονται μόνο σε σταλινικό περιβάλλον. Σήμερα, όσο και να φωνάζουν, όσο και να ασχημονούν, δεν μπορούν να αλλάξουν την πραγματικότητα: η εποχή των μονολόγων παρήλθε αμετάκλητα.

Η «κόκκινη» και η «μαύρη» βία

ΧΑΓΚΕΝ ΦΛΑΙΣΕΡ | Κυριακή 10 Ιανουαρίου 2010 Ο καθηγητής κ. Χάγκεν Φλάισερ απαντά στο σχόλιο του καθηγητή κ. Στάθη Ν. Καλύβα, το οποίο είχε δημοσιευθεί στο «Βήμα της Κυριακής», στις 20 Δεκεμβρίου 2009 με τίτλο «Ιστορία ως τυμβωρυχία». Ο κ. Καλύβας με το κείμενό του απαντούσε τότε σε παλαιότερη κριτική του κ. Φλάισερ.



Μονάδα Ιππικού του ΕΛΑΣ κοντά στη Λαμία το 
φθινόπωρο του 1944 (φωτογραφία Ντιμίτρι Κέσελ)       




«Εκτός έδρας» καθώς ο Δήμος Καλαβρύτων μου έκανε την τιμή να εντάξει την παρουσίαση των Πολέμων της μνήμης, του τελευταίου βιβλίου μου, στις εκδηλώσεις μνήμης της μεγάλης σφαγής- πληροφορήθηκα για δημοσίευμα του Στάθη Καλύβα με τον κραυγαλέο τίτλο «Η Ιστορία ως τυμβωρυχία»(«Το Βήμα», 20.12.2009). Μολονότι η συγκεκριμένη μομφή έχει αποδοθεί ενίοτε στον Καλύβα- λόγω της ερευνητικής εμμονής του με τις ανθρωποκτονίες («Ι focus on homicides»), τη μελέτη, καταμέτρηση και  
                                                         (ανα)κατανομή των θυμάτων της εμφύλιας βίας κυρίως με παραταξιακά κριτήρια-, δεν περίμενα να έχει περάσει κρίση αυτοκριτικής. Με την ανάγνωση του άρθρου λύθηκε η απορία, τέθηκε όμως άλλο ζήτημα: Πολλοί συνάδελφοι έκριναν ότι ένα τέτοιο λιβελογράφημα δεν αξίζει σχολιασμό, εντούτοις κατέληξα ότι επιβαλλόταν μια τελειωτική απάντηση.
Για να δικαιολογήσει ο Καλύβας τον μακάβριο τίτλο του, τον συνέδεσε με το ερώτημά μου γιατί «ξέθαψε», μαζί με τον δικηγόρο Π. Μακρή-Στάικο, την ήδη γνωστή κατοχική έκθεση του Βρετανού ταγματάρχη Ουάλας, χωρίς να αναφερθεί καν στις ευθύνες του για το ξέσπασμα του κατοχικού Εμφυλίου. Ασφαλώς γνωρίζει τη μεταφορική έννοια του ρήματος «ξεθάβω». Με την αστεία κατηγορία ότι «αποδοκιμάζω» τη «δημοσίευση ενός ιστορικού τεκμηρίου» , αποκρύπτει ότι, επισημαίνοντας περίεργα λάθη και κενά στο σχολιασμό, έθετα ερωτήματα που έμειναν όμως αναπάντητα. Επιπλέον ο Καλύβας ή/και οι συν αυτώ- όλοι αυτοανακηρυχθέντες θεματοφύλακες της ΕΛΕΥΘΕΡΗΣ έρευνας ΛΟΓΟΚΡΙΝΑΝ την από το 2002 δημοσιευμένη έκθεση: αφαιρώντας λαθραία από τη μετάφραση (τα «άβολα»;) κεφάλαια!
Στη συζήτηση για τον Εμφύλιο, ο Καλύβας πρωτοεμφανίστηκε το 2000 σε συλλογικό τόμο του Μαρκ Μαζάουερ, ισχυριζόμενος πως μετά την «κατάρρευση της ιδεολογικής ηγεμονίας της Δεξιάς»- την οποία τοποθετεί πρόωρα το 1974- έπαψαν οι αναφορές στην «κόκκινη βία» (που αποτελούσε τον τίτλο του άρθρου του). Μετά τη μεταπολίτευση, πράγματι, τα ψυχροπολεμικά «δεδομένα» της δεκαετίας του ΄40 αναπόφευκτα «αναθεωρήθηκαν» και σταδιακά ανατράπηκαν, καθώς ελευθερώθηκε το σταματημένο εκκρεμές της «πολιτικής ορθότητας». Αυτή η διαδικασία ενοχλούσε τους «νικητές του Εμφυλίου», που αντλούσαν επιχειρήματα από υπερβολές και απλουστεύσεις της (ετερογενούς!) ηττηθείσας παράταξης, δεν βρήκαν όμως συγκροτημένη έκφραση ώσπου εμφανίστηκε το αυτοαποκαλούμενο «νέο κύμα». Αυτό προσέφερε ορισμένες αξιόλογες μελέτες τοπικού κυρίως ενδιαφέροντος, χωρίς το «νέο» να ξεφεύγει κατ΄ ανάγκη από το νεοτερικό «διεπιστημονικό» περιτύλιγμα παλαιάς συνθηματολογίας. Οι άτυποι ηγέτες του, Καλύβας και Ν. Μαραντζίδης, εκδηλώνουν επίμονα τάσεις μονοπώλησης της «(νέας) ιστορικής ορθότητας» και πληθωρική οίηση, που εκφράζονται ήδη στον περίφημο Δεκάλογο της «φρέσκιας ματιάς» («Τα Νέα», 20.3.2004) με οδηγίες προς ναυτιλλομένους (ερευνητές). Η εμφανής έπαρση θυμίζει τους νεαρούς οικονομολόγους που κόμιζαν και εφάρμοζαν νέες συνταγές στην οικονομία: με τα γνωστά αποτελέσματα...
Ανάμεσα σε άλλα παράδοξα, ο Καλύβας ψέγει τον γράφοντα και για όσα υποστήριξε ο Ηλίας Νικολακόπουλος («Τα Νέα», 28.11.2009), συγχέοντας τις δύο ανεξάρτητες και τυπωμένες με διαφορετικό χρώμα κριτικές. Επιβεβαιώνεται έτσι η προβληματική τεκμηρίωση βίαια στρογγυλεμένων ισχυρισμών που είχα ήδη επισημάνει στο πρώτο άρθρο του. Απόδειξη και η νέα «ποσοτική προσέγγιση» στην κατοχική βία σε συλλογικό τόμο του 2009: Ο ισχυρισμός του ότι οι σχεδόν 2.000 βίαιοι θάνατοι στη Μεσσηνία οφείλονταν κατά 66,63% στην «κόκκινη βία», και μόνο 33,37% στη «μαύρη βία» (κατακτητών και δωσίλογων), στηρίζεται στις λίστες ανθρωποκτονιών του Κοσμά Αντωνόπουλου. Ο Καλύβας παραδέχεται ότι «δεν είναι δίχως προβλήματα» τα στοιχεία του νομάρχη της ΕΡΕ Αντωνόπουλου, τα οποία όμως παρουσιάζει σαν «μοναδικά» και ελεγμένα! Αγνοεί ότι άλλα μαρτυρολόγια αποδεικνύουν τη μεροληψία του Αντωνόπουλου και των στοιχείων του; Αγνοεί ότι εκείνος είχε «προηγούμενα», ως στέλεχος τοπικής αντι-εαμικής ανταρτικής οργάνωσης που διαλύθηκε από τον ΕΛΑΣ και έπειτα τροφοδότησε τα Τάγματα Ασφαλείας, ενώ ο πατέρας του εκτελέστηκε από το ΕΑΜ; Ετσι, ο γιοςσυγγραφέας-νομάρχης εκδικείται με τη γραφίδα «τον κόκκινο φασισμό», αλλά συχνά και την ιστορική αλήθεια! Κατανοητό, αλλά τότε κρίμα στον κόπο του πολιτικού επιστήμονα Καλύβα να καταρτίζει φανταχτερές γραφικές απεικονίσεις και στατιστικές με σαθρή βάση «δεδομένων».
Αλλωστε, ακόμη και ο Αντωνόπουλος αποδίδει το 53,7% των «εκτελεσθέντων» της Αργολίδας στους κατακτητές, ενώ ο Καλύβας αντιστρέφει την αναλογία, χρεώνοντας μόνο 45% στη μαύρη βία και «περίπου 55%» στην κόκκινη. Πρόκειται για βαρύνουσα τοποθέτηση, αφού η Αργολίδα είναι ο χώρος που εξετάζει στο «άρθρο-σταθμό» του 2000, όπου γενικεύει επαγωγικά τα εκεί ευρήματά του «πιθανότατα [για] ολόκληρη τη χώρα». Στο άρθρο της 20.12.2009, ο Καλύβας αναφέρει ότι η διεθνής έρευνα δεν αποσκοπεί στην «ανάδειξη πρωταθλητών και μειοδοτών [ εννοεί:“δευτεραγωνιστών” ;] της βίας». Οντως, αλλά δυστυχώς αυτό αναδεικνύει στον δημόσιο διάλογο εντός Ελλάδας- ενώ στο βιβλίο του «Logic of Violence» αυτοαναιρείται: απευθυνόμενος κυρίως σε αναγνώστες εκτός Ελλάδας, αντιπαραθέτει 40.000 θύματα της φασιστικής βίας σε «μόνο» 15.000 θύματα του ΕΑΜ, χωρίς οποιαδήποτε τεκμηρίωση!
Δεν αφορά λοιπόν εμένα ο αφορισμός του Καλύβα, όταν με εντάσσει στους ιστορικούς «που ρέπουν προς την επιλεκτική χρήση» των πηγών. Αρμοδιότεροι έχουν ήδη κρίνει επ΄ αυτού. Ούτε εξαρτώμαι από κομματικές δεσμεύσεις, ούτε θα εξέδιδα βιβλίο υπό την αιγίδα κομματικού ινστιτούτου, όπως έκανε ο Καλύβας. Αστοχη και η βολή εναντίον μου, για δήθεν «απόλυτη ταύτιση με το ΚΚΕ», ύστερα μάλιστα από τις πρόσφατες επιθέσεις του συγκεκριμένου πολιτικού χώρου σε δημοσιεύματά μου. Αλλωστε αντιτίθεμαι στο σφράγισμα ( των όποιων ) αρχείων. Ως προς άλλα ιστορικά δεδομένα συμβαίνει να συμφωνώ με το ΚΚΕ: λ.χ. ότι το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ υπήρξε σαφώς η μεγαλύτερη και δυναμικότερη αντιστασιακή οργάνωση- αλλά σε αυτό συμφωνούσε εκ πείραςκαι η Βέρμαχτ! Κλείνω παραφράζοντας τον Καλύβα: Είναι θλιβερό ένας επιστήμονας με υποσχόμενο ξεκίνημα να εκτροχιάζεται τόσο άσχημα ήδη στο μέσο της καριέρας του...

Ο κ. Χάγκεν Φλάισερ είναι καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. 


Η Ιστορία ως τυμβωρυχία

ΣΤΑΘΗΣ Ν. ΚΑΛΥΒΑΣ | Κυριακή 20 Δεκεμβρίου 2009

Σε πρόσφατο άρθρο μου («Μία δεκαετία ερευνητικής ανανέωσης», «Το Βήμα» 18.10.09) αναφερόμουν στην οξεία αλλεργία που έχει προκαλέσει στους εγχώριους θεματοφύλακες της πολιτικά ορθής ιστοριογραφίας η ανανέωση της ιστορικής έρευνας για τη δεκαετία του ΄40. Τη δημοσίευση του άρθρου αυτού συνόδευσαν οι συνηθισμένες αντιδράσεις που ανακυκλώνονται εδώ και κάμποσα χρόνια με περισσότερο ή λιγότερο κόσμιο τρόπο. Ετσι, κάποιος ισχυρίστηκε ότι η ιστορική έρευνα αποτελεί μονοπώλιο των ιστορικών, απαιτώντας να αποκλειστούν απ΄ αυτήν οι υπόλοιπες κοινωνικές επιστήμες («Τα Νέα», 19.11.09), άλλος ξιφούλκησε εναντίον των «μισθοφόρων της Νέας Δεξιάς» («Ελευθεροτυπία», 5.12.09), ενώ ένας τρίτος θεώρησε καλό να δημοσιοποιήσει τις φαντασιώσεις του για τα «γαλάζια άτια του ανορθολογισμού» («Αthens Review of Βooks», Δεκέμβριος 2009). Τείνω να αντιμετωπίζω τέτοιους είδους σχόλια με επιείκεια, ιδίως στον βαθμό που μπορούν να θεωρηθούν ατυχή αλλά αναπόφευκτα επακόλουθα προκεχωρημένης ηλικίας. Δεν ισχύει όμως το ίδιο για πρόσφατη βιβλιοκρισία του Χάγκεν Φλάισερ («Τα Νέα», 28.11.09), ο οποίος μέμφεται τον Πέτρο Μακρή-Στάικο για τη δημοσίευση της έκθεσης του βρετανού ταγματάρχη Ντέιβιντ Ουάλας και επικρίνει τον γράφοντα για το εισαγωγικό του σημείωμα στο ίδιο βιβλίο. Και αυτό γιατί πρόκειται για έναν κατά τεκμήριον σοβαρό ιστορικό, ο οποίος άλλωστε επαναλαμβάνει παρόμοιες αιτιάσεις με αξιοσημείωτη τακτικότητα. Σύμφωνα με τον Φλάισερ, η δημοσίευση της έκθεσης Ουάλας είναι ιστορικά και πολιτικά ύποπτη:



Πεζοπόρο τμήμα του τακτικού   στρατού, σε πορεία στην περιοχή της Κόνιτσας, κατά την περίοδο του Εμφυλίου
«ξεθάβεται», όπως γράφει, για να εξυπηρετήσει τους στόχους των μελών του «νέου κύματος» τα οποία ασχολούνται με «πραγματικές ή μη αυθαιρεσίες του ΕΑΜ εις βάρος ελλήνων αντιφρονούντων» για να στηρίξουν την «πάγια θέση τους ότι η “κόκκινη” τρομοκρατία επεσκίαζε τη “μαύρη” (των κατακτητών και δωσιλόγων)». Ο Φλάισερ ελέγχει ως εσφαλμένο τον ισχυρισμό που διατυπώνω στο εισαγωγικό μου σημείωμα, ότι ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και ο Ψυχρός Πόλεμος συγχωνεύονται σταδιακά στην Ελλάδα του 1943-44, ισχυρισμό που ο ίδιος ταυτίζει με την άποψη ότι «ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμοςμόνο εκ παραδρομής και μόλις για δύο χρόνια (1941-43) πήρε τη μορφή αντιφασιστικού πολέμου». Τέλος, με ψέγει για το συμπέρασμά μου ότι το    ιστοριογραφικό     μήνυμα του Ουάλας παραμένει επίκαιρο και σήμερα. Δέχθηκα με χαρά την πρόταση του Μακρή-Στάικου να προλογίσω την έκθεση Ουάλας, ένα ιστορικό τεκμήριο αναμφισβήτητης σημασίας που φωτίζει τις ενδοβρετανικές συγκρούσεις σε σχέση με το ΕΑΜ και τη διαμόρφωση της βρετανικής πολιτικής στην Ελλάδα και που παρέχει στον έλληνα αναγνώστη τη δυνατότητα να δει την ορεινή Ελλάδα του 1943 μέσα από τα μάτια ενός οξυδερκούς βρετανού παρατηρητή. Στο εισαγωγικό μου σημείωμα υπογράμμιζα τη διπλή ιστοριογραφική αξία της έκθεσης. Η ανάλυση του Ουάλας μάς υπενθυμίζει την ανάγκη να προσεγγίσουμε το πολυσυζητημένο θέμα των «πραγματικών προθέσεων» του ΚΚΕ και του ΕΑΜ όχι ως ασπρόμαυρη επιλογή ανάμεσα στη βίαιη κατάληψη και μονοπώληση της εξουσίας από τη μία ή την απλή πολιτική συμμετοχή σε μια δημοκρατική πολιτεία από την άλλη, αλλά ως μια πολύ πιο σύνθετη στρατηγική στην οποία ο ρόλος των ελιγμών έπαιζε κεντρικό ρόλο. Στην ανάγκη της σύνθετης ανάγνωσης αναφέρεται εξάλλου και το σχόλιό μου για την ιστοριογραφική επικαιρότητα της έκθεσης. Επιπλέον, πρόκειται για ένα κείμενο που μας επιτρέπει να αντιληφθούμε τον τρόπο με τον οποίο η αντιφασιστική διάσταση του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου διαπλέκεται με τη σύγκρουση καπιταλιστικής Δύσης και κομμουνιστικής Ανατολής- τον Ψυχρό Πόλεμο δηλαδή. Ο ίδιος ο Ουάλας είναι πολλαπλά μοιραίος άνθρωπος, καθώς ενσαρκώνει με τον πιο ανάγλυφο τρόπο τη διττή αυτή διάσταση του πολέμου: εργάστηκε για την αποτροπή των σχεδίων του ΚΚΕ συμμετέχοντας συγχρόνως στον αντιφασιστικό αγώνα, στον οποίο θυσίασε την ίδια του τη ζωή όταν τον χτύπησε γερμανικό βόλι στη Μενίνα της Ηπείρου το 1944. Με άλλα λόγια, είναι τελείως προφανές ότι οι πολιτικές συγκρούσεις στην ορεινή Ελλάδα του 1943-44, που θα κορυφωθούν στη μάχη της Αθήνας τον Δεκέμβριο του 1944, καθόλου δεν αναιρούν τον αντιφασιστικό χαρακτήρα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά συνυπάρχουν με αυτόν. Ολα αυτά είναι εντελώς αυτονόητα και θα περίμενε κανείς ότι δύσκολα θα προσέφεραν πεδίο παρανοήσεων. Δεν συμβαίνει όμως κάτι τέτοιο. Για τον Φλάισερ η δημοσίευση της έκθεσης Ουάλας αποτελεί αφορμή για μία ακόμα δίκη προθέσεων. Δεν είναι η πρώτη φορά: παλαιότερα είχε αποφανθεί ότι απεργάζομαι την επιστροφή της Ελλάδας στα «πέτρινα χρόνια»! Οσο για την απαξιωτική αναφορά του σε έρευνες που ασχολούνται με «πραγματικές ή μη αυθαιρεσίες του ΕΑΜ εις βάρος ελλήνων αντιφρονούντων», δεν αποτελεί εμφανή κακοήθεια η εκτόξευση υπονοουμένων αντί της αναφοράς σε συγκεκριμένες«φανταστικές αυθαιρεσίες»; Αντίστοιχης ποιότητας είναι ο ισχυρισμός περί της δήθεν «πάγιας θέσης» των «εκπροσώπων» του «νέου κύματος» ότι η «κόκκινη» τρομοκρατία επεσκίαζε τη «μαύρη» (των κατακτητών και δωσιλόγων). Πρόκειται για ισχυρισμό που υπονοεί και αναπαράγει τη γνωστή καραμέλα περί νομιμοποίησης των δωσιλόγων και των ταγματασφαλιτών. Από τον Φλάισερ θα περίμενε κανείς μια πιο εκλεπτυσμένη ανάλυση. Προφανώς αγνοεί τις σχετικές δημοσιεύσεις, ειδάλλως θα είχε αντιληφθεί ότι η προσεγγιστική εκτίμησή μου για τα θύματα της Κατοχής πανελλαδικά διαφέρει από τη δική του: αναφέρω 40.000 θύματα των κατακτητών και των συνεργατών τους και 15.000 θύματα του ΕΑΜ (βλ. Stathis Ν. Κalyvas, Τhe Logic of Violence in Civil War, Cambridge University Ρress 2006, 249). Αν, τέλος, ήταν ένας ελάχιστα καλόπιστος αναγνώστης, ο Φλάισερ θα είχε προ πολλού αντιληφθεί ότι αντικείμενο της μελέτης της εμφύλιας βίας, για την οποία υπάρχει εκτεταμένη διεθνής βιβλιογραφία που επίσης αγνοεί, καθόλου δεν είναι η ανάδειξη πρωταθλητών ή μειοδοτών της βίας, λες και προσδίδει ηθικό προβάδισμα το ποιος σκότωσε τους λιγότερους... Εκεί όμως όπου η κακοπιστία συναντά το πιο ακραίο αντιεπιστημονικό ένστικτο είναι όταν αποδοκιμάζεται η ίδια η δημοσίευση ενός ιστορικού τεκμηρίου. Η λέξη μάλιστα που χρησιμοποιεί ο Φλάισερ είναι καθ΄ όλα ενδεικτική: «ξεθάβεται», μας λέει, η έκθεση Ουάλας, ορολογία που εξισώνει την ιστορική έρευνα με την... τυμβωρυχία. Προφανώς, θεωρεί ότι ορισμένα ιστορικά τεκμήρια θα ήταν καλύτερο να παραμένουν «θαμμένα», μια θέση που τον οδηγεί στην απόλυτη ταύτιση με το ΚΚΕ, το οποίο ως γνωστόν απαγορεύει την πρόσβαση των ερευνητών στο αρχείο του. Η αντίληψη αυτή, σε συνδυασμό με αντίστοιχες που ξέσπασαν όταν δημοσιεύθηκε το ημερολόγιο Βλαντά, δείχνει ότι δυστυχώς στην Ελλάδα ευδοκιμεί ένα είδος ιστορικών που ρέπουν προς την επιλεκτική χρήση των ιστορικών τεκμηρίων. Είναι θλιβερό ένας ιστορικός με αξιόλογη συμβολή κατά το παρελθόν να εκτροχιάζεται τόσο άσχημα στη δύση της καριέρας του.

Ο κ. Στάθης Ν. Καλύβας είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Υale.  


Προς τι η προβολή ενός μοιραίου ανθρώπου; 

Γράφει ο Χάγκεν Φλάισερ




Η ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΝΤΕΪΒΙΝΤ ΟΥΑΛΑΣ ΣΤΗΝ ΚΑΤΟΧΙΚΗ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ Η ΕΚΘΕΣΗ ΠΟΥ ΣΥΝΕΤΑΞΕ ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΙΑΚΕΣ ΟΡΓΑΝΩΣΕΙΣ ΗΤΑΝ ΚΑΘΟΡΙΣΤΙΚΕΣ ΓΙΑ ΤΗ ΜΕΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΒΡΕΤΑΝΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΟΥ ΕΑΜ ΚΑΙ ΠΥΡΟΔΟΤΗΣΑΝ ΤΗΝ ΕΜΦΥΛΙΑ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ
Το να ξεθαφτεί, στο σωτήριο έτος 2009, η απόρρητη έκθεση του ταγματάρχη Ουάλας, θα μπορούσε να το περιμένει κανείς από δύο ενδιαφερόμενες πλευρές: πρώτον, από ιστορικούς προσκείμενους στο ΚΚΕ για να τεκμηριώσουν τη «μακιαβελική» πρόθεση της αγγλικής πολιτικής να επιβάλει την παλινόρθωση ενός ανεπιθύμητου μονάρχη στον «δύστροπο» ελληνικό λαό. Δεύτερον, από εκπροσώπους του αυτοαποκαλούμενου «Νέου Κύματος» στην ιστοριογραφία που εντρυφούν σε πραγματικές ή μη αυθαιρεσίες του ΕΑΜ εις βάρος Ελλήνων αντιφρονούντων, στηρίζοντας έτσι την πάγια θέση τους ότι η «κόκκινη» τρομοκρατία επισκίαζε τη «μαύρη» (των κατακτητών και δωσιλόγων).
Τελικά πρόλαβαν οι δεύτεροι (Καλύβας, Μακρής-Στάικος), και δεν φείδονται επαίνων για το «υπόδειγμα πολιτικής ανάλυσης» του μορφωμένου ταγματάρχη. Ως επιλήψιμο επισημαίνουν κυρίως την (κατανοητή) αδυναμία του Ουάλας να ανακαλύψει βασιλόφρονες αντιστασιακούς, ενώ αγνοούν πραγματολογικά λάθη όπως την αναφορά στην εκτέλεση 106 αριστερών στο Κούρνοβο (6-6-1943), υποτίθεται, από τους Γερμανούς (σ. 65). Ως γνωστόν, εκτελεστές αυτήν τη φορά ήταν οι Ιταλοί... Τέλος, οι επιμελητές επικρίνουν τον γράφοντα (ΧΦ), επειδή είχε αναφερθεί στην άποψη του Ουάλας, ότι « οι Έλληνες... ε ίναι ένας βασικά αδιόρθωτος και άχρηστος λαός χωρίς μέλλον ». Στην υπερασπιστική τους προσπάθεια για τον Ουάλας, προβάλλουν το καταπληκτικό επιχείρημα ότι εκείνος «ουδέποτε αποκάλεσε τους Έλληνες "Ασιάτες" όπως ο Μάγερς». Τι είναι άραγε χειρότερο;
Με ανάμεικτα αισθήματα διάβασα την πλήρη έκθεση. Ήδη το 1972, τη χρονιά που το Φόρεϊν Όφις άνοιξε τα αρχεία του, είχα βρει ως νεαρός υποψήφιος διδάκτωρ παραπομπές σε κρίσιμα αποσπάσματά της. Αυτά, όπως και άλλες αναφορές από ή για τον Ουάλας δεν μου άφηναν αμφιβολίες για τη μοιραία συμβολή του στον καθορισμό της βρετανικής πολιτικής στην κατοχική Ελλάδα. Στη διατριβή μου και, μια δεκαετία αργότερα, στην επαυξημένη ελληνική έκδοσή της ( Στέμμα και Σβάστικα , 1988), απέρριψα την επικρατούσα άποψη σχετικά με τον ρόλο του Ουάλας, ότι δηλαδή, παρά τους αρχικούς δισταγμούς, τελικά συμπαρατάχθηκε με τον Έντυ Μάγερς. Ο «Έντυ» είχε καταλήξει πως για την αποφυγή εμφύλιας (ή εαμοβρετανικής) σύγκρουσης, έπρεπε να αφαιρεθεί από την εαμική προπαγάνδα η εκμετάλλευση του πολιτειακού ζητήματος. Αυτό προϋπέθετε δέσμευση του Βασιλιά πως δεν θα επέστρεφε μεταπολεμικά στην Ελλάδα πριν από ένα ελεύθερο δημοψήφισμα. Στη βάση αυτή θα αποφεύγονταν η μονοπώληση του αγώνα από το ΕΑΜ, αλλά και η υποβόσκουσα ενδοσυμμαχική σύγκρουση. Η ως άνω άποψη για τον Ουάλας προωθήθηκε κυρίως από τον Κομνηνό Πυρομάγλου. Εκείνος, άλλοτε υπαρχηγός του Ζέρβα, μεταπολεμικά συνεργαζόμενος με την Αριστερά, μοχθούσε με σωρεία δημοσιευμάτων να «αποδείξει» ότι δεν υφίστατο ιδεολογικό χάσμα μεταξύ κατοχικής και μεταγενέστερης στάσης του. Ως εκφραστής μιας συγκροτημένης «δημοκρατικής»- σοσιαλίζουσας τάσης στον ΕΔΕΣ, υποτίθεται, πως συνέβαλλε τα μέγιστα για τη σύσφιγξη ενός ενιαίου μετώπου κατά την κάθοδο της αντιστασιακής αντιπροσωπείας στο Κάιρο (ΕΑΜ/ΕΛΑΣ, ΕΔΕΣ, ΕΚΚΑ), με τους «δημοκρατικούς» πολιτικούς της Μέσης Ανατολής και την πλειοψηφία των Βρετανών παραγόντων. Σύμφωνα με την εκδοχή αυτή, το σχέδιο ναυάγησε μόνο όταν ο Γεώργιος επιστράτευσε τα ανώτατα κλιμάκια του ξένου παράγοντα (Τσώρτσιλ κ.λπ.), και η παρέμβασή τους άνοιξε τον ασκό του Αιόλου.

Διαβουλεύσεις
Ωστόσο, τα πράματα ήταν πιο περίπλοκα. Η ανατροπή της βρετανικής πολιτικής στα τέλη του ΄43 έδειξε ότι ακόμη και ο Τσώρτσιλ δεν κατάφερε να επιβάλει τη φιλοβασιλική γραμμή όταν οι βρετανικές υπηρεσίες του Καΐρου, κατ΄ εξαίρεση, τα είχαν βρει μεταξύ τους. Αυτό συνέβη μετά την άφιξη της αντιπροσωπείας στο Κάιρο, όταν ο σκληροτράχηλος πρέσβης Λίπερ, ξεπέρασε πρόσκαιρα τα αντιεαμικά (και αντιSΟΕ) συμπλέγματά του: γοητευμένος από τη «δροσιστική και αναζωογονητική επίδραση» της «νέας δύναμης από τα ελληνικά βουνά» και ιδίως από τον εκπρόσωπο του ΕΑΜ Ανδρέα Τζήμα, ξαφνικά «συναινεί απεριόριστα» με τα επιχειρήματά του. Οι- ιδεολογικά ασταθείςυπουργοί της εξόριστης κυβέρνησης προσαρμόζονται ασθμαίνοντας στο νέο κλίμα και ευθυγραμμίζονται με την προτροπή στον Βασιλιά να μη γυρίσει στην Ελλάδα απρόσκλητος «προς αποφυγήν ταραχών και ενδεχομένως αιματοχυσίας».
Μολαταύτα, το νεόδμητο βρετανοελληνικό «πολιτειακό μέτωπο» δεν είναι τόσο αρραγές όσο φαινόταν. Αυτό οφειλόταν κυρίως στους Ουάλας- Πυρομάγλου που, έπειτα από κατ΄ ιδίαν διαβουλεύσεις, διαφοροποιούνται απέναντι στον Λήπερ. Ο Ουάλας, απαλλαγμένος πια από την επίβλεψη του Μάγερς, διατυπώνει ανοιχτά τις αντιρρήσεις του και στην εν λόγω έκθεση, ενώ οι κινήσεις του Πυρομάγλου επιβεβαιώνουν την έλλειψη, για εκείνη την περίοδο, ουσιαστικής διαφοροποίησης με τον Ζέρβα. Ο Πυρομάγλου διασπά τη φαινομενική ενότητα του αντάρτικου, όταν προβάλλει τον ΕΔΕΣ ως υποδειγματικό εταίρο για τους Αγγλοαμερικανούς, ενημερώνοντας τους πρέσβεις ότι θεωρεί «πολύ σημαντικότερο» να μειωθεί η επιρροή του ΕΑΜ, παρά να αναβληθεί η επιστροφή του Βασιλιά. Τότε, ο Λίπερ κάνει νέα μεταστροφή, ξαναβρίσκοντας τον παλαιό εαυτό του: η σκαιότατη αποπομπή της αντιστασιακής αντιπροσωπείας πείθει την Αριστερά ότι οι Βρετανοί ήταν αποφασισμένοι να επιβάλουν τον επίορκο μονάρχη στον λαό «Του».

Ο Χάγκεν Φλάισερ είναι καθηγητής Νεώτερης Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών 


Και μερικές ακόμη  απόψεις 

 
Το «νέο κύμα» και η τριλογία της σύγχυσης

Γράφει ο Ηλίας Νικολακόπουλος

 Πριν από πέντε χρόνια, ο Στάθης Καλύβας και ο Νίκος Μαραντζίδης δημοσίευσαν στα ΝΕΑ (20-3-2004) ένα άρθρο με δέκα σημεία, με το οποίο διεκδίκησαν να γίνουν εκφραστές ενός «νέου κύματος» στην ιστοριογραφία της δεκαετίας του ΄40. Το άρθρο αυτό προκάλεσε εκτεταμένη συζήτηση (αλλά και αντιπαραθέσεις συχνά σε οξείς τόνους), η οποία έμεινε γνωστή ως «Διάλογος για την Ιστορία» 

(κυκλοφόρησε          και ως αυτοτελές τομίδιο από το Βιβλιοδρόμιο ). Σήμερα, πέντε χρόνια μετά, εκτός από τον αρχικό δεκάλογο, οι πρωταγωνιστές του «νέου κύματος» έχουν πλέον καταθέσει και ένα σαφές δείγμα γραφής, που εξειδικεύει τις επιλογές τους. Πρόκειται κυρίως για τρία βιβλία στις Εκδόσεις της Εστίας με επιμέλεια του Νίκου Μαραντζίδη (και συνεπιμέλεια στα δύο τελευταία του Γιώργου Αντωνίου).    

Ερμηνευτική επιλογή  

Το πρώτο βιβλίο της τριλογίας, ο συλλογικός τόμος Οι άλλοι Καπετάνιοι, είχε κυρίως επικοινωνιακή στόχευση, ως απάντηση στο δημοφιλές κατά τη δεκαετία του ΄70, βιβλίο του D. Εudes, Οι Καπετάνιοι, ένα έργο ιστορικής μυθοπλασίας έντονα χρωματισμένο από το ιδεολογικό κλίμα της εποχής που γράφτηκε. Χρησιμοποιώντας ως πρόσχημα την απαίτηση για «αξιολογική ουδετερότητα», ο Ν. Μαραντζίδης συγκροτεί ένα πλασματικό σύνολο, τους «άλλους καπετάνιους», με πρόσωπα που, στη μεγάλη τους πλειονότητα, υπήρξαν ένοπλοι συνεργάτες των αρχών Κατοχής, όπως ο «γλυκομίλητος» Μιχάλ Αγάς με τα «ρωμαλέα ουμανιστικά αισθήματα» (σελ. 233 και 238). Είναι επομένως τουλάχιστον παραπλανητική η επιλογή μιας φωτογραφίας με αντάρτες του ΕΔΕΣ για το εξώφυλλο ενός βιβλίου το οποίο, περίπου κατά 80%, αναφέρεται σε δωσίλογους. Βέβαια στην εισαγωγή επισημαίνεται, έστω και φευγαλέα, ότι «η περίπτωση του ΕΔΕΣ (...) δεν είναι συγκρίσιμη με αυτήν του Πούλου». Διαπίστωση που αναιρείται όμως στην αμέσως επόμενη φράση: «Οι καπετάνιοι αυτοί παρουσιάζουν ένα βασικό κοινό γνώρισμα: την αντιεαμική τους στάση» (σ. 20). Πρόκειται για μία κρίσιμη ερμηνευτική επιλογή που διατρέχει όλες τις επεξεργασίες του «νέου» (και στο σημείο αυτό εξαιρετικά παλιού) «κύματος»: ότι, δηλαδή, από τα μέσα του 1943 η κύρια αντίθεση στην Ελλάδα δεν αφορούσε την αντιπαράθεση Αντίσταση- Κατοχή, αλλά τη σύγκρουση κομμουνισμός- αντικομμουνισμός.

Επιστημονικές εκπτώσεις 
 
Σημαντικότερα είναι τα προβλήματα που ανακύπτουν από το δεύτερο, εξίσου επικοινωνιακού τύπου, βιβλίο της τριλογίας, το Ημερολόγιο 1947-1949 του Δ. Βλαντά. Γιατί στη συγκεκριμένη περίπτωση οι ενστάσεις, εκτός από ζητήματα ερμηνείας, θίγουν και θέματα επιστημονικής δεοντολογίας. Πράγματι, όποιος έχει στοιχειώδη γνώση της κομματικής διαδρομής του Δ. Βλαντά, αντιλαμβάνεται ότι το δημοσιευόμενο Ημερολόγιο έχει προκύψει από μεταγενέστερη μεταγραφή, χωρίς αυτό να σημαίνει πως ο βασικός κορμός δεν αναπαράγει το αρχικό κείμενο. Την επισήμανση αυτή, με αναλυτική και τεκμηριωμένη επιχειρηματολογία, παρουσίασε η Ιωάννα Παπαθανασίου στο περιοδικό Ιστορικά (τχ. 47, Δεκέμβριος 2007, σελ. 457-473). Οι επιμελητές του Ημερολογίου προτίμησαν να δημοσιεύσουν την απάντησή τους στο περιοδικό Νέα Εστία (τεύχος 1811, Μάιος 2008, σελ. 965-983), επιλέγοντας έναν διάλογο εκ του μακρόθεν αφού, αναγκαστικά, η ανταπάντηση της Ι. Παπαθανασίου δημοσιεύεται μόλις τώρα στο τεύχος 49 (Ιανουάριος 2009, σελ. 472-480) των Ιστορικών.
Από την πληθώρα των στοιχείων που παραθέτει η Ι. Παπαθανασίου, ιδιαίτερο ενδιαφέρον για ένα ευρύτερο κοινό έχουν όσα σχετίζονται με το τραγικό τέλος του Γ. Γεωργιάδη, αξιωματικού του ελληνικού στρατού που προσχώρησε στον ΕΛΑΣ και στη συνέχεια εντάχθηκε στον ΔΣΕ. Τη διαταγή για την εκτέλεσή του στις 24-2-1949 υπογράφει ο ίδιος ο Βλαντάς, ο οποίος συμμετείχε ενεργά και στη σύνταξη του κατηγορητηρίου. Όμως στο δημοσιευόμενο Ημερολόγιο η τελευταία αναφορά στην υπόθεση Γεωργιάδη εντοπίζεται στην εγγραφή με ημερομηνία 24-12-1948. Και μετά σιωπή. Μια σιωπή που κράτησε 32 χρόνια, μέχρι τη δημοσίευση, το 1981, του βιβλίου του Δ. Βλαντά Εμφύλιος πόλεμος 1945-1949, στο οποίο σημειώνει: «Έστω για αποκατάσταση της μνήμης του Γεωργιάδη, τονίζω ότι αυτός δεν ήταν ο υπεύθυνος της ήττας μας στην Έδεσσα». Καμιά αναφορά φυσικά στο γεγονός ότι ο ίδιος επέβλεψε την «ανάκριση» και διέταξε την εκτέλεσή του. Η σιωπή για την υπόθεση Γεωργιάδη θα αρκούσε για να φωτίσει την προσωπικότητα του Δ. Βλαντά, τον οποίο ο Ν. Μαραντζίδης αναγορεύει σε «μία από τις αυθεντικότερες όψεις του κομμουνιστικού φαινομένου στην ελληνική του έκδοση» (σ. 20). Ένας εύκολος τρόπος ώστε να ταυτιστεί συνολικά ο ελληνικός κομμουνισμός με μία από τις αποκρουστικότερες εκδοχές ηγετικών στελεχών του, τα οποία αναδείχτηκαν κατά την ύστερη ζαχαριαδική περίοδο, λειτούργησαν ως κυνηγοί κεφαλών (ο Δ. Βλαντάς ήταν π.χ. υπεύθυνος των ανακρίσεων στις οποίες υποβλήθηκε ο Κ. Καραγιώργης μέχρι τον τραγικό θάνατό του), για να καταλήξουν, ορισμένοι τουλάχιστον από αυτούς, θύματα της μισαλλοδοξίας που είχαν υπηρετήσει.
Απαντώντας στην Ι. Παπαθανασίου, οι επιμελητές του βιβλίου αναγκάζονται να παραδεχθούν ότι « Το Ημερολόγιο Βλαντά (...) στη χειρότερη περίπτωση μερικώς μόνον έχει αλλοιωθεί» (σελ. 983). Αν αυτή την απλή παραδοχή την είχαν εξ αρχής εντάξει στην εισαγωγή του βιβλίου κανείς δεν θα αμφισβητούσε την αυτονόητη αξία του συγκεκριμένου αρχειακού τεκμηρίου (ανεξάρτητα από τον μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό ανακατασκευής του). Και δεν θα χρειάζονταν οι μεγαλόστομες διακηρύξεις ότι συνιστά «ένα συναρπαστικό αφήγημα της τραγικής μοίρας πολλών ανθρώπινων υπάρξεων» (σ. 965)- όταν στην καλύτερη των περιπτώσεων αποτελεί ένα πλαδαρό αφήγημα, με άφθονο ναρκισσισμό, που όπως και οι ίδιοι παραδέχονται «δεν αλλάζει την εικόνα μας για τον Εμφύλιο, για τον ΔΣΕ ή για τη λειτουργία του κόμματος» (σ. 981).
 

Κακοπιστία και ιδεολογικές αγκυλώσεις




Το πιο αξιόλογο έργο της τριλογίας αποτελεί πάντως ο πρόσφατος συλλογικός τόμος για την ιστοριογραφία της δεκαετίας του ΄40, με τίτλο Η εποχή της Σύγχυσης. Τίτλος εξαιρετικά αμφίσημος, αφού η σύγχυση σίγουρα δεν αφορά τη δεκαετία του ΄40 ούτε τη σχετική ιστοριογραφία αλλά αντανακλά τα αδιέξοδα στα οποία έχει οδηγηθεί το «νέο κύμα». Τον αρχικό σχεδιασμό του βιβλίου οι επιμελητές τον αποδίδουν στον Γιάννη Ιατρίδη, τον οποίο αναγορεύουν σε μέντορά τους, αισθανόμενοι πλέον την ανάγκη να αναζητήσουν προπάτορες και κυρίως να διαμορφώσουν συμμαχίες. Η συνεχής ενασχόλησή τους με τον κομμουνισμό φαίνεται να τους έχει διδάξει τη σημασία των μετωπικών οργανώσεων, χωρίς όμως να υποτιμούν και τον ρόλο του κομματικού ινστρούχτορα, ο οποίος κατακεραυνώνει τους ιδεολογικούς αντιπάλους. Ρόλο που, αυτάρεσκα, έχει αναλάβει στον συγκεκριμένο τόμο ο Στάθης Καλύβας (σελ. 199-254).
Έτσι, σε αντίθεση με τα υπόλοιπα άρθρα του τόμου που επιχειρούν μια κριτική επισκόπηση της βιβλιογραφίας σε ένα συγκεκριμένο πεδίο, ο Στ. Καλύβας θέτει στο στόχαστρό του τρία συλλογικά και συνθετικά έργα, τα οποία ψευδώς χαρακτηρίζει ως «εγκυκλοπαίδειες». Πρόκειται για την Ιστορία του Νέου Ελληνισμού που κυκλοφόρησε από « ΤΑ ΝΕΑ», την Ιστορία των Ελλήνων που κυκλοφόρησε από την Ελευθεροτυπία και την Ιστορία της Ελλάδας του 20ού αιώνα που κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Βιβλιόραμα. Η συνοπτική καταδικαστική απόφαση την οποία απαγγέλλει είναι ότι πρόκειται για έργα που χαρακτηρίζονται από «έντονη ιδεολογικοποίηση και μονομέρεια», προωθούν μία «εθνικο-λαϊκή μυθοποιητική σύνθεση» και ταυτίζουν «την Αριστερά με το έθνος».
Η επιχειρηματολογία με την οποία ο Στ. Καλύβας προσπαθεί να υποστηρίξει την κριτική του αποδεικνύεται ωστόσο ακραίο μείγμα άκρατης κακοπιστίας και ιδεολογικών αγκυλώσεων. Ταυτίζει τα τρία έργα, κάτι που με κανέναν τρόπο δεν ισχύει. Συγχέει ηθελημένα το περιεχόμενο των έργων με τη δημοσιογραφική τους παρουσίαση. Μία έλλειψη που εντοπίζει σε ένα κείμενο (π.χ. σχετικά με τη δολοφονία της ηθοποιού Ελένης Παπαδάκη) αφήνεται να εννοηθεί ότι αφορά και τα τρία έργα, ενώ το συμβάν ρητά π.χ. μνημονεύεται στην Ιστορία των « ΝΕΩΝ». Σχολιάζοντας την περιγραφή του ένοπλου δωσιλογισμού από τον Π. Πιζάνια στην Ιστορία των « ΝΕΩΝ», τον κατηγορεί ότι «ενοποιεί πλασματικά ένα πολύμορφο φαινόμενο και του προσδίδει μια κοινή κοινωνιολογική βάση που ποτέ του δεν είχε» (σ. 222). Τουλάχιστον ο Πιζάνιας αναφέρεται αποκλειστικά στον ένοπλο δωσιλογισμό και δεν τον ενοποιεί με τον ΕΔΕΣ, όπως κάνει ο Ν. Μαραντζίδης. Επιχειρηματολογεί, τέλος, για ελλιπή πραγματολογική τεκμηρίωση, υποκρινόμενος πως αγνοεί ότι τα περισσότερα κείμενα των συνθετικών αυτών έργων βασίζονται σε προγενέστερη δημοσιευμένη έρευνα των συγγραφέων τους. Μια τέτοια μομφή, διατυπωμένη από τον Καλύβα, είναι μάλιστα ιδιαίτερα προκλητική, όταν δέκα χρόνια μετά την πρώτη του σχετική δημοσίευση για την «κόκκινη βία» στην Αργολίδα, ακόμη περιμένουμε τη στατιστικά ελέγξιμη εκδοχή της που είχε υποσχεθεί.
Να εξοβελιστούν
Εκτός από την κακοπιστία, η κριτική του Καλύβα χαρακτηρίζεται όμως και από μια ακραία ιδεολογική αγκύλωση στο ζήτημα του δωσιλογισμού και της «κόκκινης βίας». Αυτό που φαίνεται να τον ενοχλεί ιδιαίτερα είναι η άποψη (συνοπτικά διατυπωμένη από τον Χρ. Χατζηιωσήφ) ότι στη διάρκεια της Κατοχής, οι άνθρωποι παρ΄ όλο που «είχαν στις πράξεις τους πολύ περιορισμένες επιλογές» τελικά «οι περισσότεροι έκαναν μία ηθική επιλογή». Άποψη που έρχεται προφανώς σε αντίθεση με την προσχηματική «αξιολογική ουδετερότητα» που υιοθετεί το «νέο κύμα» στη μελέτη του δωσιλογισμού. Η αμετροέπεια του Στ. Καλύβα απογειώνεται στις τελευταίες σελίδες του άρθρου του (249-254) όπου ταξινομεί σε κατηγορίες τους συγγραφείς των τριών έργων. Υπάρχουν κατ΄ αρχάς οι μη κατονομαζόμενοι (Γ. Μαργαρίτης, Χρ. Χατζηιωσήφ, Ι. Παπαθανασίου κ.ά.), οι οποίοι προφανώς θα πρέπει να εξοβελιστούν στο πυρ το εξώτερον. Σε μία δεύτερη κατηγορία- κάτι ανάλογο με το καθαρτήριο της Καθολικής Εκκλησίας- ανήκουν συγγραφείς με «επαγγελματισμό και σοβαρότητα», «ακόμα και αν δεν ξεχωρίζουν πάντοτε για την πρωτοτυπία τους». Στην κατηγορία αυτή έχει την τιμή να ανήκει και ο υπογράφων, με συντροφιά τον Χάγκεν Φλάισερ, την Τζελίνα Χαρλαύτη, την Αγγέλα Καστρινάκη κ.ά. Στην τρίτη και κορυφαία κατηγορία ανήκουν ορισμένοι «νεώτεροι ερευνητές» που αρθρώνουν «έναν διαφορετικό λόγο στο περιθώριο των συλλογικών έργων». Το γεγονός ότι όλα τα άρθρα που επαινεί ο Στ. Καλύβας δημοσιεύτηκαν στην Ιστορία της Ελευθεροτυπίας στην οποία «πρωταγωνιστικό ρόλο» (πάντα κατά τον Καλύβα) διαδραμάτισε ο εξοβελιστέος Γ. Μαργαρίτης αποτελεί απλώς μία ασήμαντη αντίφαση.
Στο μόνο σημείο που θα συμφωνήσω με τον Καλύβα είναι στην καταληκτική φράση του με την οποία προτρέπει «τη νέα γενιά ερευνητών» (προφανώς του «νέου κύματος») σε «πρωτογενή και συνθετικά έργα υψηλού επιπέδου». Τα αναμένουμε με εξαιρετικό ενδιαφέρον.
 
  
«Νέα Κύματα» και παλιά μυθεύματα 

Γράφει ο Πέτροτ. ΜακρήςΣτάικος



ΑΝΑΨΕ ΦΩΤΙΕΣ Η ΕΚΘΕΣΗ ΠΟΥ ΣΥΝΕΤΑΞΕ ΤΟ 1943 ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΙΑΚΕΣ ΟΡΓΑΝΩΣΕΙΣ
Ο 30ΧΡΟΝΟΣ ΑΠΕΣΤΑΛΜΕΝΟΣ ΤΟΥ ΦΟΡΕΪΝ ΟΦΙΣ ΝΤΕΪΒΙΝΤ ΟΥΑΛΑΣ. ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΚΑΘΗΓΗΤΕΣ ΣΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ Χ. ΦΛΑΪΣΕΡ ΚΑΙ Η.
ΝΙΚΟΛΑΚΟΠΟΥΛΟ («ΒΙΒΛΙΟΔΡΟΜΙΟ» 28/11/2009), Η ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΟΥΑΛΑΣ ΥΠΗΡΞΕ ΚΑΘΟΡΙΣΤΙΚΗ ΓΙΑ ΤΗ ΜΕΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΒΡΕΤΑΝΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΟΥ ΕΑΜ ΚΑΙ ΣΥΝΑΚΟΛΟΥΘΑ ΓΙΑ ΤΟ ΞΕΣΠΑΣΜΑ ΤΟΥ ΕΜΦΥΛΙΟΥ, ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟΝ ΘΡΟΝΟ ΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Β΄. ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ, ΠΟΥ ΒΑΣΙΖΕΤΑΙ ΣΤΗ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΗ ΑΦΕΤΗΡΙΑ ΤΟΥΣ, ΔΙΝΟΥΝ Ο ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΗΣ- ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ-ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ Π. ΜΑΚΡΗΣ-ΣΤΑΪΚΟΣ ΚΑΙ Ο ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΣΤΟ ΓΕΪΛ ΣΤ. ΚΑΛΥΒΑΣ, ΠΟΥ ΥΠΟΓΡΑΦΕΙ ΤΗΝ ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ. ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΑ Ο Π. ΜΑΚΡΗΣ-ΣΤΑΪΚΟΣ ΜΙΛΑ ΓΙΑ ΠΑΙΔΙΚΕΣ ΑΣΘΕΝΕΙΕΣ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ, ΚΑΙ ΑΠΑΝΤΑ ΜΕ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΣΤΟ «ΒΙΒΛΙΟΔΡΟΜΙΟ»

Με την πεποίθηση ότι η δημοσιοποίηση αγνώστων όσο και σημαντικών κειμένων που αφορούν γεγονότα της κατοχικής περιόδου συμβάλλει στην κατανόηση της εποχής εκείνης, μετέφρασα την- μέχρι πρόσφατα- απόρρητη έκθεση του David Wallace σχετικά με την βρετανική πολιτική και τα αντιστασιακά (ορθότερα: ανταρτικά) κινήματα στην Ελλάδα. Το μεταφρασμένο κείμενο, με σύντομες παρατηρήσεις μου και ένα εισαγωγικό σημείωμα του καθηγητή Στάθη Καλύβα, κυκλοφόρησε τον Νοέμβριο από τις Εκδόσεις Ωκεανίδα.
Στο «Βιβλιοδρόμιο» της 28.11.2009, μάλιστα δε στο «σαλόνι» του, οι κ. Fleischer και Νικολακόπουλος ασχολούνται τόσο με την έκθεση Wallace όσο και με το πρόσωπό μου. Στο απυρόβλητο δεν μένει ούτε ο Στάθης Καλύβας, ο οποίος εμφανίζεται ως, δήθεν, συνεπιμελητής του βιβλίου.
Κεντρικό σημείο της πολεμικής του κ. Fleischer αποτελεί η άποψή του ότι ο David Wallace, με την έκθεση και τη δράση του στο Κάιρο, τον Αύγουστο και τον Σεπτέμβριο του 1943, έπεισε τον Reginald («Rex») Leeper (πρέσβη της Μ. Βρετανίας στην εξόριστη ελληνική κυβέρνηση) να αλλάξει άποψη και να αποκρούσει το πολιτικό αίτημα των έξι «αντιπροσώπων» των αντιστασιακών οργανώσεων για την μη επιστροφή του βασιλέως Γεωργίου Β΄ στην Ελλάδα πριν από την διεξαγωγή δημοψηφίσματος. Σύμφωνα με την συλλογιστική του κ. Fleischer, περαιτέρω συνέπεια του γεγονότος αυτού υπήρξε το να πεισθεί το ΕΑΜ (βλ. το ΚΚΕ) ότι οι Βρετανοί θα επαναφέρουν τον βασιλέα «με τη βία», κάτι που προκάλεσε τον εμφύλιο πόλεμο τον Οκτώβριο του 1943. Επομένως, μας λέει ο κ. Fleischer, ο Wallace υπήρξε «ο μοιραίος άνθρωπος» για την Ελλάδα και, συνεπώς, απορεί για τον λόγο της προβολής του μέσω του βιβλίου μου.
Μύθοι της Αριστεράς
Το οικοδόμημα του κ. Fleischer αποτελεί, δυστυχώς, αναπαραγωγή ενός μύθου της Αριστεράς, στη διαμόρφωση του οποίου συντέλεσε αποφασιστικά ο ίδιος. Όπως προκύπτει από το βιβλίο του Στέμμα και Σβάστικα (τ. 2, σ. 194), ο κ. Fleischer γνωρίζει- ήδη από το 1996- πως από τις αρχές Αυγούστου του 1943 το ΚΚΕ αρχίζει να προετοιμάζεται για την βίαιη κατάκτηση της εξουσίας και ότι ο στρατιωτικός του εγκέφαλος, ο Έκτωρ Μακρίδης καλείται να συντάξει σχέδιο κατάληψης της πρωτεύουσας, με άξονα το τρίγωνο Μακρυγιάννη- Φιλοπάππου- Θησείο. Γνωρίζει, εξάλλου, πως την ίδια εποχή οι Γιάννης Ιωαννίδης και Δημήτρης Γληνός αποφασίζουν την σύνταξη καταλόγων προγραφών που σε λίγο θα παραδοθούν στην ΟΠΛΑ, τούτο δε με βάση το σκεπτικό του Ιωαννίδη, «επανάσταση κάνουμε». Αυτό που- ειλικρινά ή μη, άγνωστο- εμφανίζεται να αγνοεί στο βιβλίο του ο κ. Fleischer, είναι ο λόγος για την αιφνίδια κινητοποίηση του ΚΚΕ. Και αν όμως τον αγνοούσε το 1996, αποκλείεται να μην τον γνωρίζει σήμερα. Σύμφωνα με την έκθεση Μακρίδη, όπως την δημοσίευσε ο Γρηγόρης Φαράκος ( Ο ΕΛΑΣ και η Εξουσία, Β΄, σ. 108 και εξ.), ήδη από τον Ιούλιο του 1943 η ηγεσία του ΚΚΕ ανέμενε αποχώρηση των Γερμανών από την Ελλάδα το φθινόπωρο. Στη συνέχεια: Ο Μακρίδης συντάσσει το σχέδιο, τον Οκτώβριο αρχίζουν οι δολοφονίες της ΟΠΛΑ στις συνοικίες της πρωτεύουσας, διανέμονται όπλα στον εφεδρικό ΕΛΑΣ και στα ανώτερα κλιμάκια της ΕΠΟΝ «κατεβαίνει» η γραμμή «πάμε για κατάληψη της εξουσίας». Ταυτόχρονα εκδηλώνεται και η απρόκλητη επίθεση του ΕΛΑΣ κατά του Ζέρβα, έτσι ώστε να περιέλθει υπό την κατοχή του η περιοχή του ΕΔΕΣ. Όπως γίνεται εύκολα αντιληπτό, όλα αυτά ουδεμία σχέση έχουν με τον David Wallace και την αναφορά του.
Συμπληρωματικά: Στην φωτογραφία που συνοδεύει το κείμενο του κ. Fleischer, η λεζάντα περιέχει την άποψη του Wallace για τους αντάρτες του ΕΛΑΣ και τον «στρατηγό» Στέφανο Σαράφη. Η επιλογή του κειμένου (προφανώς από τον ίδιο) δεν είναι τυχαία, αποσκοπεί δε στην κατάδειξη της μεροληψίας της έκθεσης. Ιδού, λοιπόν, τι γράφει ο νεαρός Βρετανός για τον Άρη Βελουχιώτη: «Πολύ ευπαρουσίαστος, πραγματικά ατρόμητος, αληθινός ηγέτης, είναι ήρωας για τους άνδρες του ΕΛΑΣ. Είναι φιλικός, ευχάριστος και διαθέτει μεγάλη αίσθηση του χιούμορ». Η τελευταία μου παρατήρηση σχετικά με τον κ. Fleischer αφορά τους δήθεν «πανηγυρισμούς του δίδυμου Καλύβα/Μακρή-Στάικου» για τις συνέπειες της έκθεσης Wallace. Με λύπη μου διερωτώμαι πώς ένας καθηγητής πανεπιστημίου καταντάει να γράφει παρόμοιες ανοησίες, προκειμένου να δυσφημήσει τους ιδεολογικούς του αντιπάλους.

Η επιστροφή των Βουρβόνων

Γράφει ο Ηλίας Νικολακόπουλος




Στο τεύχος του Βιβλιοδρομίου της 5-6/12/2009 δημοσιεύθηκε μία εκτενής επιστολή του κ. Πέτρου Μακρή- Στάικου ως απάντηση στα άρθρα που οι καθηγητές Ηλίας Νικολακόπουλος και Χάγκεν Φλάισερ είχαν δημοσιεύσει («ΤΑ ΝΕΑ», Βιβλιοδρόμιο 28-29/11/2009) σχετικά με την έκθεση που συνέθεσε το 1943 ο Βρετανός ταγματάρχης Ντέιβιντ Ουάλας για τις ελληνικέςαντιστασιακές οργανώσεις. Ο Η. Νικολακόπουλος τονίζει:
Δεν θα ασχοληθώ με το ύφος της επιστολής («ανοησίες», «θλιβερή σαλάτα» ή ο υπαινιγμός για «παιδικές ασθένειες»). Όποιος έτυχε να μην την έχει διαβάσει, ας την αναζητήσει στο Διαδίκτυο. Αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα για το πού μπορεί να οδηγηθεί κάποιος όταν χάνει την ψυχραιμία του. Όμως, ακόμη κι αν παρακάμψουμε το ύφος της επιστολής, είναι δύσκολο να εντοπίσει κανείς επί της ουσίας σημεία που θα μπορούσαν να δώσουν λαβή σε κάποιο διάλογο. Ας επιχειρήσουμε εν τούτοις να συνοψίσουμε ορισμένα.
Ο κ. Στάικος ενίσταται γιατί τον εντάσσουμε, μαζί με τον Στάθη Καλύβα, σε «κάποιο φανταστικό “Νέο Κύμα”». Τον όρο όμως έχει εισάγει ο ίδιος ο Καλύβας (μαζί με τον Ν. Μαραντζίδη) ήδη από το 2004 (ΤΑ ΝΕΑ, 20-21/3/2004) ως το διακριτό στίγμα για την ερμηνευτική προσέγγιση που ακολουθούν. Προσφάτως τον έχουν αντικαταστήσει με τον όρο «μετα-αναθεωριτική σχολή», γεγονός που απλώς επικυρώνει πως δεν έχουμε να κάνουμε με πλάσμα φαντασίας.
Ενίσταται επίσης γιατί στη λεζάντα μιας φωτογραφίας αναπαράγονται οι χαρακτηρισμοί του Ουάλας για τον ΕΛΑΣ («μασκαράδες που διοικούνται από δασκάλους») και τον Σαράφη («χαζός», «κακότροπος», «ένα μηδενικό»). Ως απόδειξη για την αντικειμενικότητα του Ουάλας παραθέτει το μισό μόνον απόσπασμα από όσα αναφέρει για τον Άρη Βελουχιώτη. Παραλείποντας βέβαια τους υπόλοιπους χαρακτηρισμούς: «σαδιστής», «ανελέητος», «τυχοδιώκτης».
Ενίσταται, τέλος, γιατί δεν εντάσσουμε στο «Νέο Κύμα» και «τον διαπρεπή Βρετανό ιστορικό Richard Clogg» που πρώτος δημοσίευσε την έκθεση το 2002. Πρόκειται για διπλή κακοπιστία και στρέβλωση. Πρώτον, όσον αφορά την εμπορική και «ιδεολογική» προβολή του βιβλίου (το οποίο τελείως καταχρηστικά διαφημίζεται ως «απόρρητη έκθεση»), όταν πρόκειται για κείμενο δημοσιευμένο και σχολιασμένο πριν από 7 χρόνια. Δεύτερον, και κυριότερο, γιατί αποσιωπάται ο σχολιασμός της έκθεσης από τον Ρίτσαρντ Κλογκ, ο οποίος όπως και εμείς αναδεικνύει την κρίσιμη σημασία του πολιτειακού, επισημαίνει τη σχετλιαστική αντιμετώπιση του ΕΑΜ και παρατηρεί ότι ο Ουάλας φιλοδοξούσε να συμπεριφερθεί ως «μπολσεβίκος πολιτικός κομισάριος» στη Βρετανική Στρατιωτική Αποστολή (ΒΣΑ). Αν ο κ. Στάικος διέθετε επιστημονική δεοντολογία θα όφειλε στην εισαγωγή του να αντιπαρατεθεί με τον σχολιασμό εκείνου που πρώτος εντόπισε και δημοσίευσε την έκθεση, και όχι να υπεκφεύγει σε μια υποσημείωση χαρακτηρίζοντάς τον «πολιτικά χρωματισμένο». Ο ίδιος προφανώς διεκδικεί για τον εαυτό του το μονοπώλιο της αχρωματοψίας.
Η αχρωματοψία του μετατρέπεται σε αμηχανία όταν αποσιωπά τελείως τον ρόλο του Ουάλας και χαρακτηρίζει «μύθο της Αριστεράς» τις ολέθριες συνέπειες που είχε η εκδίωξη από το Κάιρο της αντιπροσωπείας των αντιστασιακών οργανώσεων (ΕΑΜ, ΕΔΕΣ, ΕΚΚΑ) τον Αύγουστο του 1943. «Μύθο» που αποδίδει στον Χ. Φλάισερ, παραλείποντας να αναφέρει ότι με την άποψη αυτή συμφωνούν επίσης οι Έντι Μάγιερς και Κρις Γουντχάουζ, πιθανόν και αυτοί «κρυπτοκομμουνιστές». Όμως, αν κάτι προκύπτει αβίαστα από την έκθεση Ουάλας είναι ότι απέβλεπε κυρίως στην υπονόμευση της πολιτικής που είχε έως τότε ακολουθήσει η ΒΣΑ, η οποία επιθυμού- σε να αποτρέψει τις εμφύλιες συγκρούσεις στην Ελλάδα. «Υπάρχει μεγάλος κίνδυνος το πνεύμα των κατευναστών του Μονάχου, εκείνων που εκδιώχθηκαν από τους διαδρόμους του Ουέστμινστερ, να επιστρέψει στα ελληνικά βουνά» σχολιάζει αναφερόμενος στη ΒΣΑ. Και στη συνέχεια αναρωτιέται ρητορικά αν «αξίζει τον κόπο» να προσπαθήσουν οι Βρετανοί να αποτρέψουν έναν εμφύλιο πόλεμο στην Ελλάδα.
Προφανώς, ορισμένες τουλάχιστον βρετανικές υπηρεσίες δεν δίστασαν να τον υποδαυλίσουν.
Τελικά ο κ. Στάικος εμφανίζεται εξαιρετικά βέβαιος για την ερμηνεία των γεγονότων της Κατοχής: το ΕΑΜ, ο ΕΛΑΣ και το ΚΚΕ ουδέποτε έκαναν Αντίσταση, την οποία έκαναν σημαντικές «οργανώσεις κατασκοπείας» που διατηρούσαν οι βασιλόφρονες (μήπως αναφέρεται και στους Χίτες;). Κατά την άποψή του, το ΚΚΕ «από τις αρχές Αυγούστου του 1943 προετοιμάζεται για βίαιη κατάκτηση της εξουσίας» (κι ας επισημαίνει στην έκθεσή του ο Ουάλας το αντίθετο, σελ. 66-73). Ως ακλόνητη απόδειξη αναφέρει την έκθεση Μακρίδη για την κατάληψη της Αθήνας. Παραβλέποντας τα ενδογενή προβλήματα της «έκθεσης» η οποία συντάχτηκε «κατ΄ εντολή» του Ν. Ζαχαριάδη στις 16 Αυγούστου 1946(!), με σκοπό να εκθέσει την κατοχική ηγεσία του ΚΚΕ προετοιμάζοντας το κομματικό κατηγορητήριο για τον Γ. Σιάντο. Και προφανώς αγνοεί πως αρκετούς μήνες πριν από το, άγνωστο στο πρωτότυπο, σχέδιο Μακρίδη, ο ΕΔΕΣ είχε καταστρώσει σχέδιο το οποίο προέβλεπε την «κατάληψη της εξουσίας εν Ελλάδι» και την «άμεση επιβολή της Δημοκρατικής Επαναστάσεως (...) διά της ταχίστης καταλήψεως των νευραλγικών σημείων της πρωτευούσης». Με αντίστοιχα στρατιωτικά σχέδια ως επιχείρημα, μπορεί να τεκμηριώσει κανείς ότι σταθερός στόχος της ελληνικής πολιτικής, επί πολλά χρόνια, ήταν να καταλάβει την Κωνσταντινούπολη, τη Σόφια, το Μοναστήρι και τα Τίρανα. 



Παρασκευή 18 Δεκεμβρίου 2009

Ο κινηματογράφος από την ανθρωπολογική πλευρά: Ψυχή Βαθιά

Οι αναρτήσεις των κινηματογραφικών κριτικών - σχολίων από τα έντυπα ΜΜΕ θέλουν να παοτελέσουν αρχικό ερέθισμα για σκέψεις και προβληματισμούς πάνω στην ταινία αλλά και τις διαφορετικές οπτικές όπως αυτές παρουσιάζονται μέσα από τα άρθρα.

«Έξυσε παλιές πληγές το “Ψυχή Βαθιά”» 

Κάθονται στο ίδιο τραπέζι στο ΚΑΠΗ στα Γιάννενα, παίζουν τάβλι, συζητούν, θυμούνται τα γεγονότα μιας εποχής που έζησαν ως αντίπαλοι, αλλά εξακολουθούν να έχουν την ίδια- αναπάντητη- απορία: «Γιατί έγινε αυτός ο πόλεμος;» 

Ο 87χρονος  Λευτέρης (δεξιά)  από τα Άνω Πεδινά  Ιωαννίνων και ο  76χρονος Πέτρος  από τη Λευκοθέα  κάθονται στο ίδιο  τραπέζι στο ΚΑΠΗ  στα Γιάννενα,  παίζουν τάβλι,  συζητούν και  θυμούνται τα  γεγονότα μιας  εποχής που  έζησαν από  αντίπαλα  στρατόπεδα
«Τα λέμε σήμερα σε νεώτερους και δεν τα πιστεύουν. Λέτε ψέματα, μας απαντούν. Δεν μπορούν να φανταστούν τη φρίκη ενός εμφύλιου πολέμου, όπου αδελφός σκότωνε αδελφό. Ούτε η γυναίκα μου δεν με πίστευε. Προχθές που είδαμε την ταινία του Βούλγαρη, πείστηκε και θέλει να πάει να τη δει πάλι. Εγώ δεν αντέχω να ξαναπάω. Έκλαιγα όταν την έβλεπα».

Πριν από 63 χρόνια, βρίσκονταν σε αντίθετα χαρακώματα στον Γράμμο και το Βίτσι, στρέφοντας ο ένας το όπλο κατά του άλλου, στον Εμφύλιο που σπάραζε τότε την Ελλάδα. Δύο αντίπαλοι τότε είναι φίλοι σήμερα. Ο 87χρονος κ. Λευτέρης από τα Άνω Πεδινά Ιωαννίνων και ο 76χρονος κ. Πέτρος από τη Λευκοθέα κάθονται στο ίδιο τραπέζι στο ΚΑΠΗ στα Γιάννενα, παίζουν τάβλι, συζητούν και θυμούνται τα γεγονότα μιας εποχής που έζησαν από αντίπαλα στρατόπεδα. Ο κ. Λευτέρης υπηρετούσε τη στρατιωτική του θητεία στην 1η Μοίρα Καταδρομών του Στρατού. Η πρώτη τους παράκληση στη συζήτησή τους με «ΤΑ ΝΕΑ» ήταν να μην αναφερθούν τα επώνυμά τους. Γιατί το ζήτησαν δεν το εξήγησαν, λες και αισθάνονται ενοχές για τότε, για το γεγονός ότι χωρίς να καταλάβουν πώς, βρέθηκαν αντίπαλοι στον Εμφύλιο. Το βέβαιο είναι πως και οι δύο εξακολουθούν να έχουν την ίδια - αναπάντητη- απορία: «Γιατί έγινε αυτός ο πόλεμος;».
Ζωντάνεψε μνήμες. Η ταινία του Παντελή Βούλγαρη «Ψυχή Βαθιά» τους ζωντάνεψε μνήμες και, όπως λένε στα «ΝΕΑ» οι δύο άνθρωποι που θα μπορούσαν να ήταν πρωταγωνιστές της, «έξυσε σε μας τους επιζώντες παλιές πληγές, αν και πλέον δεν υπάρχει κανένα ίχνος εχθρότητας γι΄ αυτούς που είχαμε τότε απέναντί μας».
Ο κ. Πέτρος ήταν μόλις 14 χρόνων όταν στρατολογήθηκε στον Δημοκρατικό Στρατό. «Δύο χρόνια πριν βρεθώ στο βουνό ασχολούμουν με τα πρόβατα της οικογένειάς μου. Με συνέλαβαν τα αποσπάσματα και με κατηγόρησαν ότι προωθούσα όπλα στους αντάρτες», περιγράφει. «Δεν είχα ιδέα από αυτά, παιδάκι ήμουν, αλλά με βασάνισαν άσχημα με φάλαγγα και ξυλοδαρμό. Με έπνιγε το δίκιο, γιατί με κατηγορούσαν άδικα. Όπως και άλλα παιδιά της ηλικίας μου, βρεθήκαμε στο βουνό. Χωρίς να το καταλάβουμε κρατούσαμε ένα όπλο στο χέρι. Από το τάγμα το δικό μου, ξεκινήσαμε 400 και απομείναμε μόνο 17... Έπειτα από 12 χρόνια γύρισα στο σπίτι μου, γιατί, μέσω Αλβανίας, μαζί με χιλιάδες άλλους βρέθηκα στην Τασκένδη». Σταματά για λίγο και συνεχίζει: «Μας έβαλαν σε καράβια- περίπου 5.000 άτομα σε κάθε καράβι- για να μας μεταφέρουν έπειτα από μεγάλη ταλαιπωρία στην Τασκένδη. Τρεις φορές τραυματίστηκα από θραύσματα όλμων. Μια φορά στο Γκάλο, μια στην Αμμούδα, στην Αλεβίτσα και την τρίτη φορά στην Οξυά. Πολλά από αυτά τα βλήματα είναι ακόμη στο κορμί μου...Θυμάμαι ότι κοντά στη Φλώρινα, σε μια μάχη είχαμε 850 νεκρούς. Κανείς τραυματίας. Όλοι νεκροί...». Γυρνώντας στον κ. Λευτέρη, ρωτά: «Εσύ, Λευτέρη, τραυματίστηκες καμιά φορά τότε;».
«Η μεγαλύτερη σφαγή». Εκείνος τραβάει μια ρουφηξιά από το τσιγάρο του και απαντά: «Όχι. Όσο σε ακούω, σκέφτομαι πώς γλίτωσα τότε. Άκουγα τις σφαίρες να σφυρίζουν δίπλα μου σαν αγριομέλισσες, αλλά καμιά δεν με πέτυχε. Αλλά πώς να ξεχάσω τη φρίκη να πέφτουν νεκροί δίπλα μου στρατιώτες και αξιωματικοί; Η μεγαλύτερη σφαγή έγινε κοντά στον Πύργο της Στράτσιανης, όπου σκοτώθηκαν δεκάδες στρατιώτες, όταν από λάθος ενός λοχία δόθηκαν λάθος συντεταγμένες στο Πυροβολικό και την Αεροπορία και μας πετσόκοψαν. Τι είδαν τα μάτια μας τότε, Πέτρο...».
Φονικές μάχες. Οι δύο ηλικιωμένοι φίλοι, βυθισμένοι στις σκέψεις τους, σταματούν για λίγο να μιλάνε. Φέρνουν με κινηματογραφική ταχύτητα στο μυαλό τους σκηνές από τότε. Προσπαθούν και οι δύο να εντοπίσουν τις μάχες που είχαν βρεθεί στα αντίπαλα αναχώματα, αναφέροντας τοποθεσίες μαχών.

-«Στον Πύργο ήσουν;».

- Στη Στράτσιανη, τη Γράμουστα, τη Γύφτισσα, τη Μουργκάνα, τον Τσάρνο, το Κάτω και Πάνω Νεστόριο, τα Μπρούσια, την Οξυά, το Μαλιμάτι, τη Νεροπηγή, την Κρυσταλοπηγή, το Κοτύλι, τη Χελώνα, την Αλεβίτσα, τα Πατώματα...».
Ατελείωτος αριθμός συμπλοκών. Θυμούνται όλες τις φονικές μάχες και βουρκώνουν όσο σκέφτονται ότι σήμερα θα μπορούσε ένας από τους δύο, ή και οι δύο, να μην ήταν στη ζωή από δικά τους βόλια... «Πολεμήσαμε το ΄40 όλοι μαζί ενωμένοι, πετάξαμε τους Ιταλούς στη θάλασσα και μετά χωριστήκαμε και ο ένας σκότωνε τον άλλο. Τι να κερδίσουμε; Τίποτε...», μονολογεί ο κ. Πέτρος.


«Πλέον δεν υπάρχει κανένα ίχνος εχθρότητας γι΄ αυτούς που είχαμε τότε απέναντί μας»
«Να μην ξαναδούμε στην Ελλάδα τέτοιες μέρες...»

Oι στρατιώτες τότε είχαν βγάλει και ένα τραγούδι, μέρος του οποίου θυμάται ο Λευτέρης: «Εσείς βουνά της Γράμουστας, Βίτσι και Μαλιμάδι/ Ποτέ μη λουλουδίσετε, χορτάρι μη φυτρώσει/ Για το κακό που έγινε, εδώ μέσα στην Ελλάδα/ Για να σκοτώνει πατέρας τα παιδιά και αδελφός τον αδελφό...».
«Το λέγαμε και κλαίγαμε», θυμάται ο 86χρονος.

«Κι εμείς είχαμε ένα τραγούδι» - παρεμβαίνει ο Πέτρος- «και το λέγαμε όταν πεζοπορούσαμε στα βουνά ή σταματούσαμε για λίγη ξεκούραση. Θυμάμαι μόνο λίγες λέξεις, που έλεγαν “...αδέλφια φαντάροι, είμαστε όλα παιδιά του Λαού...”. Κανένας δεν ήθελε εκείνο τον πόλεμο, αλλά έγινε...».
Και τους δύο είναι φανερό ότι τους ενοχλεί η αναπόληση αυτών των άσχημων στιγμών. Θέλουν να ξεχάσουν. Συμφωνούν και οι δύο: «Νερό κι αλάτι όλα.

Πάει, ξεχάστηκαν όλα. Κρίμα στα χιλιάδες παιδιά που σκοτώθηκαν τότε και τα κόκαλα των περισσοτέρων είναι ακόμη διασκορπισμένα στον Γράμμο και το Βίτσι». Και συμπληρώνουν: «Πήγαμε οι δυο μας πρόσφατα στον Γράμμο, είδαμε τοποθεσίες που πολεμήσαμε και συγκινηθήκαμε. Να μην ξαναδούμε στην Ελλάδα τέτοιες μέρες...».

 Πηγή: Εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ 

Το μίσος που γράφει Ιστορία

Σκέψεις με αφορμή τη «Βαθιά Ψυχή» του Παντελή Βούλγαρη, Του Βασίλη Καραποστόλη 
Με τον δικό της τρόπο μια ταινία- η «Ψυχή βαθιά» του Παντελή Βούλγαρη- ξαναφέρνει μπροστά μας αυτές τις μέρες ένα ερώτημα στο οποίο ποτέ δεν δόθηκε ικανοποιητική απάντηση: Γιατί άραγε στην Ελλάδα οι πολιτικές συγκρούσεις μοιάζουν από την πρώτη στιγμή να ωθούνται προς τα έσχατα; Γιατί αυτή η τάση προς το αμετάκλητο; Καθώς ξαναζωντανεύει στην οθόνη ο Εμφύλιος ο θεατής αναγνωρίζει σ΄ εκείνα τα τραχιά και τυραννισμένα πρόσωπα μιας περασμένης εποχής κάτι που δεν έπαψε να το ζει, σχεδόν καθημερινά, αν και όχι με το όπλο στο χέρι. Αναγνωρίζει ο καθένας ότι με τους όποιους αντιπάλους του δεν τον χωρίζει μεγάλη απόσταση. Κι αυτό ακριβώς καθορίζει τη σχέση τους. Οι Έλληνες βρίσκονται πολύ κοντά ο ένας με τον άλλον, γι΄ αυτό και συγκρούονται τόσο σφοδρά. Παράδοξο το φαινόμενο, όχι όμως και ακατανόητο. Μια σκηνή στην ταινία είναι σχετικά μ΄ αυτό αρκετά εύγλωττη. Παρουσιάζει μαχητές του Δημοκρατικού Στρατού ταμπουρωμένους απέναντι σε φαντάρους των κυβερνητικών δυνάμεων. Δύο παρατάξεις, δύο στρατόπεδα κι ανάμεσά τους λίγα μέτρα ορεινής γης, μερικά κοτρώνια και θάμνοι που είναι τόσο οικεία στους αντιμαχόμενους όσο είναι και τα πρόσωπα των αντιπάλων τους. Πράγματι, από τις φραστικές βολές που εκτοξεύονται εκατέρωθεν αυτό που αποκαλύπτεται πρώτα απ΄ όλα είναι η οικειότητα ανάμεσα σε εμπόλεμους, η πληγωμένη και αθεράπευτη αλληλογνωριμία τους. Ανταλλάσσουν πειράγματα ανάκατα με βρισιές, προκαλούν και προσκαλούν ταυτόχρονα, φοβερίζουν και καυχώνται και οι καυχησιές τους δεν κάνουν άλλο από το να σκεπάζουν τις αμφιβολίες και τους δισταγμούς τους. Να ποιο είναι το πρόβλημα λοιπόν. Ενώ διατηρείται στο βάθος η αμφιβολία, στην επιφάνεια κοχλάζει το μένος. Οι Έλληνες αμφιβάλλουν για το αν οι ενάντιοι άλλοι- οι ανταγωνιστές τους, οι αντίδικοι, οι αντιφρονούντες- είναι τόσο άχρηστοι ώστε να τους αξίζει η ολοκληρωτική εξαφάνιση, η εξολόθρευση. Αμφιβάλλουν επειδή ζυμώνονται μεταξύ τους, συγχρωτίζονται αδιάκοπα, στενοχωριούνται όταν επιστρέφουν στο σπίτι εγκαταλείποντας το καφενείο, την αγορά, τις συζητήσεις που ανάβουν τα αίματα. Δεν θέλουν να σκέπτονται τους άλλους μέσα από το ιδιωτικό τους καταφύγιο, προτιμούν να τους συναντούν, να τους περιεργάζονται, να τρίβονται ο ένας πάνω στον άλλο. Έτσι γνωρίζονται καλύτερα απ΄ την καλή κι απ΄ την ανάποδη. Είναι μια γνώση ποτισμένη από κάποια συγκατάβαση που έρχεται συχνά να την ανατρέψει η πολιτική αντιπαράθεση. Αυτό συνέβη και τότε. Απότομα και επιτακτικά η πολιτική έβαλε τους δικούς της όρους στην κοινωνική ζωή. Εμφάνισε τους γείτονες, τους συγχωριανούς, τους συντοπίτες σαν να ΄ταν άγνωστοι, σαν να έρχονταν από κάπου πολύ μακριά κουβαλώντας μόνο τις ιδέες τους, τις πεποιθήσεις τους, τις εμμονές τους. Αντίκρυ στους ζωντανούς ανθρώπους η πολιτική συγκυρία τοποθέτησε φαντάσματα. Ύστερα ακολούθησε το πρόσταγμα: «Πυρ!». Νιώθει κανείς πιο ελεύθερος να πυροβολήσει ένα είδωλο ανθρώπου που εμφανίζεται σαν εχθρός απ΄ ό,τι τον ίδιο τον άνθρωπο ολοζώντανο μπροστά του. Στην ταινία ένας ανθυπολοχαγός φτύνει μιαν αντάρτισσα που κείτεται μπρος του νεκρή. Τη μισεί γιατί τον ανάγκασε να βυθιστεί στο μίσος του, γιατί η σύρραξη τον έχει καταστήσει ανίκανο να κάνει οποιαδήποτε άλλη επιλογή. Παρ΄ όλ΄ αυτά, πασχίζει να ξεφύγει, προσπαθεί να σώσει τη ζωή ενός αγοριού που βρέθηκε στις γραμμές του αντάρτικου στρατού. Αυτός είναι ο κόσμος μας, αυτοί είμαστε. Από τη μια η ανελέητη αδιαλλαξία, από την άλλη πότε πότε ένα εσωτερικό ρήγμα, μια συμπονετική χειρονομία. Ένας άνθρωπος όπως κι ένας λαός είναι δυνατόν να διχαστεί ηθικά και να θελήσει να ξεπεράσει τον διχασμό του με το να γίνει πολιτικά αδυσώπητος. Τέτοια ήταν η ελληνική περίπτωση. Ριγμένοι όλοι, αριστεροί, δεξιοί και ενδιάμεσοι στη δίνη του Εμφυλίου δοκίμασαν την πιο πικρή, την πιο απαξιωτική εμπειρία, που ήταν να μη μπορούν καν να επιχειρήσουν την αλλαγή στη στάση τους, στα αισθήματά τους. Έπρεπε οι ένοπλοι να σκοτώσουν ώστε να μη σκέφτονται ότι θα μπορούσαν να διαπραγματευτούν με τους ομοεθνείς αντιπάλους τους, να συμβιβαστούν μαζί τους, να συμφιλιωθούν. Η τραγωδία του ελληνικού Εμφυλίου έγκειται στο ότι αφαιρέθηκε από τους αντιμαχόμενους η δυνατότητα να εξετάσουν μόνοι τους όλα τα ενδεχόμενα. Δεν πλησίασαν ανιχνευτικά οι παρατάξεις η μία την άλλη, δεν διασταύρωσαν τα βλέμματά τους και δεν συνομίλησαν ποτέ ο ανθυπολοχαγός και η αντάρτισσα. Οι τρίτοι είχαν μπει στη μέση, κι όχι για να διαιτητεύσουν. Πρώτα οι Άγγλοι, μετά οι Αμερικανοί υποχρέωσαν τους ντόπιους να κοιτάζονται με τα κιάλια, να σημαδεύονται από μακριά, να μη μπορούν να δοκιμαστούν οι ίδιοι, αυτοπροσώπως, στο δύσκολο έργο μιας πιθανής ανακωχής για χάρη του κοινού οφέλους. Μισήθηκαν έτσι περισσότερο οι ντόπιοι επειδή ανομολόγητα ντράπηκαν που δεν είχαν την πρωτοβουλία, επειδή έπαιξαν σ΄ ένα παιχνίδι στο οποίο δεν είχαν τον έλεγχο κι αυτό το ήξεραν. Το αποτέλεσμα ήταν να θαφτεί μια ολόκληρη γενιά. 

Η ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΤΟΥ ΕΜΦΥΛΙΟΥ: έγκειται στο ότι αφαιρέθηκε από τους αντιμαχόμενους η δυνατότητα να εξετάσουν μόνοι τους όλα τα ενδεχόμενα. Δεν πλησίασαν ανιχνευτικά οι παρατάξεις η μία την άλλη, δεν διασταύρωσαν τα βλέμματά τους και δεν συνομίλησαν ποτέ ο ανθυπολοχαγός και η αντάρτισσα 
Ο Βασίλης Καραποστόλης είναι καθηγητής Πολιτισμού και Επικοινωνίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών 



Οι Μύθοι Βρικόλακες

Γράφει ο Κώστας Γεωργουσόπουλος

 





ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΑΙΣΧΥΛΟΥ ΣΤΗΝ ΞΕΝΙΤΙΑ, ΣΤΗ ΣΙΚΕΛΙΑ, ΟΠΟΥ ΘΥΜΩΜΕΝΟΣ, ΑΥΤΟΕΞΟΡΙΣΤΟΣ ΕΙΧΕ ΚΑΤΑΦΥΓΕΙ, ΟΙ ΑΘΗΝΑΙΟΙ ΜΕΤΑΝΙΩΜΕΝΟΙ (ΠΑΝΤΑ ΜΕΤΑΝΙΩΜΕΝΟΙ, ΟΠΩΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΕΥΡΙΠΙΔΗ, ΑΥΤΟΕΞΟΡΙΣΤΟΥ ΣΤΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ!) ΨΗΦΙΣΑΝ ΚΑΤΙ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΘΕΣΜΟΥΣ ΤΟΥΣ ΠΡΩΤΟΦΑΝΕΣ 
Τιμής ένεκεν και κατ΄ εξαίρεση, ο Αισχύλος μπορούσε δι΄ αντιπροσώπου να υποβάλει τα έργα του στον επώνυμο άρχοντα και ωσεί ζωντανός να μετάσχει στον διαγωνισμό των Μεγάλων Διονυσίων με μια τετραλογία του. Ο Αισχύλος πέθανε το 456 π.Χ. Περίπου σαράντα χρόνια μετά, και όταν η Αθήνα είχε υποστεί την εξευτελιστική και αρχή του τέλους ήττα στη Σικελία, βρέθηκε χορηγός στην Αθήνα και διδάχτηκε η «Ορέστεια», το έργο που δραματοποιούσε την τραγωδία της ενδοοικογενειακής έριδας και το αδιέξοδο, το ηθικό και το πολιτικό, της αυτοδικίας.
Η «Ορέστεια» το 415 π.Χ. «γέννησε» όλα τα ατρειδικά αλλά και τα θηβαϊκά εμφύλια τραγικά θέματα. Από τη μια Ιφιγένειες, Ελένες, Ανδρομάχες, Τρωάδες, Εκάβες και από την άλλη Φοίνισσες και Οιδίποδες στον Κολωνό. Γέμισαν οι τραγικές ορχήστρες με μητροκτόνους, εξόριστους, θυσιαζόμενες παρθένες, παρ΄ ολίγον αδελφοκτόνες, αιχμάλωτες και ταπεινωμένες γυναίκες, βασίλισσες και πληβείες, αδειανά πουκάμισα και αδελφοσφαγές και απελπισμένες μάνες και ζητιάνες περιπλανώμενες ανέστιες θυγατέρες. Φέτος έκλεισαν τον Σεπτέμβριο εξήντα χρόνια μετά το τέλος της εμφύλιας αλληλοσφαγής. Ευτυχώς χωρίς φανφάρες εκατέρωθεν, αλλά και με δειλά βήματα σε επιστημονικές αναλύσεις του τραγικού εσωτερικού τραύματος που έως πρόσφατα αιμορραγούσε. Το 1949, ακριβώς τον Σεπτέμβριο, το Εθνικό Θέατρο με διευθυντή και σκηνοθέτη τον Ροντήρη ανεβάζει την «Ορέστεια». Θυμίζω πως το 1903, έξι χρόνια μετά την εξευτελιστική ήττα της Ελλάδας του 1897, ο Θωμάς Οικονόμου ανεβάζει την αλήστου μνήμης «Ορέστειά» του που προκάλεσε τις ταραχές και τα θύματα των «Ορεστειακών». Εξάλλου και το 1932 στα εγκαίνια του Εθνικού, «Αγαμέμνονα» ανεβάζει ο Φώτος Πολίτης στο κτίριο που πριν ανακαινιστεί για να υποδεχτεί τον νέο θεσμό είχε καταληφθεί από πρόσφυγες της Μικρασιατικής Καταστροφής. Ο Μινωτής το 1958 ανεβάζει τον «Οιδίποδα επί Κολωνώ» που δίπλα στη μοίρα του τυφλού αθώου αμαρτωλού αναπτύσσεται και η αλληλοσφαγή των τέκνων του και το 1960 σκηνοθετεί τις «Φοίνισσες», όπου ο Ευριπίδης αφηγείται με τον ανεπανάληπτο μεικτό του τρόπο την αδελφοσφαγή, του Πολυνείκη και του Ετεοκλή. Βλέπετε οι μεγάλοι δάσκαλοι του θεάτρου μας, νιώθοντας ως δάσκαλοι του γένους δεν γνοιαζόντουσαν τόσο για φορμαλιστικά τερτίπια και αισθητική, αλλά χωρίς να αυθαδιάζουν τροφοδοτούσαν το έρμαιο από την εκπαίδευση κοινό με έργα και ερμηνείες μεγάλων ποιητών που φώτιζαν με το κύρος των αιώνων που δοκιμάστηκαν το τραγικό παρόν. Το 1960 ο Μινωτής ανέθεσε τη μουσική των «Φοινισσών» στον Μίκη Θεοδωράκη που ένα χρόνο πριν (1959) είχε τολμήσει να κάνει λαϊκό σουξέ τον «Επιτάφιο» του Ρίτσου. Σε μια εποχή που επωάζονταν η βία και η νοθεία, η δολοφονία του Λαμπράκη και η χούντα. Και ο Θεοδωράκης για πρώτη φορά μπήκε με την ιδιοφυΐα του στο μεγάλο πρόβλημα της ερμηνευτικής εποποιίας του αρχαίου δράματος. Άστραψε φως και γνώρισε σε βάθος χρόνου ό,τι είχε βιώσει στο πετσί του και το 1961 γράφει το «Τραγούδι του νεκρού αδελφού», κείμενο και μουσική, σε μορφή λαϊκής τραγωδίας με επεισόδια και χορικά. Και ποιο είναι το θέμα; Ο εμφύλιος και η αλληλοσφαγή δύο αδελφών που βρέθηκαν στα αντίπαλα στρατόπεδα. Και μια Μάνα-Ιοκάστη ανάμεσα να θρηνεί. Ο Θεοδωράκης τότε βρέθηκε στο κέντρο δύο ανελέητων επιθέσεων της Δεξιάς και της Αριστεράς. Έντεκα χρόνια μετά το 1949 ήταν νωπό ακόμη το αίμα, το μίσος, οι προκαταλήψεις. Είχαν τόσο όλοι τυφλωθεί ώστε κανένας δεν εντόπισε την ολοφάνερη και τολμηρή μεταφορά του Μίκη στα καθ΄ ημάς της πανάρχαιας εμφύλιας κατάρας των τέκνων του Οιδίποδα. Ο Παύλος και ο Νικολιός, οι δυο γιοι που είχε η μανούλα, είχαν έρθει από τον μύθο και στα σώματά τους είχε βρικολακιάσει ο Ετεοκλής και ο Πολυνείκης. Ο Θεοδωράκης τότε από σεμνότητα δεν επικαλέστηκε το δάνειο και τη νομιμότητά του. Και όποιος τολμούσε να αμφισβητήσει το δικαίωμα να αναδιπλώνεις αρχέτυπα και να τα φορτίζεις με νέο περιεχόμενο και με νέα ευαισθησία, όποιος γνωρίζει γράμματα, όταν η τυφλή μισαλλοδοξία ρητορεύει, αναφέρεται στους «Ληστές» του Σίλερ, τα δύο δίδυμα αδέλφια που το ένα είναι τύραννος, εκμεταλλευτής, φανατικός φεουδάρχης και αυταρχικός δογματικός και ο άλλος αντάρτης, φυγόδικος, υπερασπιστής των φτωχών και ενσαρκωτής των ιδεωδών της Γαλλικής Επανάστασης. Ο ίδιος ενημερωμένος και νηφάλιος αναλυτής παραπέμπει στους «Αδελφούς Κορσικανούς» του Αλεξάνδρου Δουμά, πατρός με ίδια με τα σιλερικά αντίθετα χαρακτηρολογικά γνωρίσματα που οδηγούν στη σύγκρουση. Τι άλλο έκανε ο Παντελής Βούλγαρης από το να αντλήσει από την ίδια μεγάλη βρυσομάνα την αρχαία τραγωδία, τον επαναστατικό ρομαντισμό και τη λαϊκή αίσθηση του τραγικού. Είδα βλακώδεις αριστερές τάχα μου αναλύσεις που κακίζουν τον συναισθηματισμό, λέει, της ταινίας του Βούλγαρη. Και ως αγράμματοι, δεν διαβλέπουν πως όταν ο παππούς πάει να ζητήσει από τον αξιωματικό του Κρατικού Στρατού τη σορό του «αριστερού» νέου, το σενάριο αντλεί από το αρτεσιανό πηγάδι του Ομήρου, από το Ω της «Ιλιάδος», όταν ο Πρίαμος διασχίζει το στρατόπεδο των Ελλήνων και φτάνει στη σκηνή του Αχιλλέα και ζητάει τη σορό του Έκτορα.


«Πρέπει να κάνουμε τον Εμφύλιο μνήμη μας»
Του Παύλου Θ. Κάγιου


«Φωνή» σε 33 γυναίκες της Αντίστασης που κυνηγήθηκαν από το επίσημο κράτος δίνει η 76χρονη σκηνοθέτις Αλίντα Δημητρίου, στο ντοκιμαντέρ της «Η ζωή στους βράχους»
«Πάνω από όλα έχω ήσυχη τη συνείδησή μου, δεν με πειράζει που δεν εντάχθηκα σε κυκλώματα κι έμεινα απ΄ έξω, σημασία έχει η αξιοπρέπεια», λέει με την μπάσα και στεντόρεια φωνή της η Αλίντα Δημητρίου. Μια γυναίκα με τέτοιο τσαγανό που σπάνια το συναντάς γύρω σου και που μετά το βραβείο Κοινού στο περσινό Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης και άλλες πέντε βραβεύσεις για το 20ό φιλμ της, τρέχει ακούραστη. Πρωτοστατεί στο κίνημα «Κινηματογραφιστές στην Ομίχλη» (στο Αντι-Φεστιβάλ προβλήθηκε η τανία της «Η ζωή στους βράχους»).
Βιάζεται να σκηνοθετήσει τις «Γυναίκες στη χούντα» και «τις Γυναίκες στη Μακρόνησο» και αναρωτιέται, εκπέμποντας το φως της δύναμής της: «Θα προλάβω;»  
Ύστερα από πολλά χρόνια, το ελληνικό σινεμά κοιτάζει με άλλο μάτι τα χρόνια του Εμφυλίου. Η ταινία του Παντελή Βούλγαρη «Ψυχή βαθιά» έχει ήδη κόψει πάνω από 160.000 εισιτήρια. Όμως υπάρχουν και τα ντοκιμαντέρ «Καπετάν Κεμάλ» του Φώτου Λαμπρινού, «Άλλος δρόμος δεν υπήρχε» του Σταύρου Ψυλλάκη, το ψηφιακό φιλμ «Φως πριν την αυγή» του 30χρονου Χρήστου Μεγαρχιώτη και «Η ζωή στους βράχους»... Τι έχει να πει σήμερα στον θεατή «Η ζωή στους βράχους»;
Την ιστορία που του έχουν αποκρύψει. Η ταινία αποκαλύπτει το βαρύ ιστορικό τραύμα που υπέστη η χώρα μας και που αποκρύβεται συστηματικά. Η προφορική ιστορία, που είναι μέρος της σύγχρονης ιστορικής έρευνας, στηρίζεται στις μαρτυρίες των αφανών και ανωνύμων. Εκείνων που τους ονομάζουμε «χωρίς φωνή» γιατί η επίσημη ιστορία επιδεικτικά τους αγνοεί. Όμως, πρόκειται για τις μαρτυρίες και τα βιώματα όλων αυτών που σήκωσαν το βάρος της ιστορίας και οι μαρτυρίες τους αποκαλύπτουν την ψυχική δύναμη η οποία τροφοδοτεί την ιστορική δυναμική. Η ταινία αρθρώνεται στις μαρτυρίες αυτών των ανθρώπων.
Το ντοκιμαντέρ (φωτογραφία: Αλέξης Γρίβας, Αφροδίτη Νικολαΐδου) αναφέρεται στον Εμφύλιο, στις γυναίκες που πήγαν στο βουνό, στον Δημοκρατικό Στρατό, αλλά και στις εξορίες. Μετά την υπογραφή της Συμφωνίας της Βάρκιζας οργανώθηκαν οι παρακρατικοί, οι συνεργάτες των Γερμανών και άρχισε το κυνηγητό των αντιστασιακών. Από τις γυναίκες, άλλες πρόλαβαν και πήγαν στο βουνό και άλλες συνελήφθησαν. Όλες γιατί ήταν αντιστασιακές. Σε όσες από αυτές που συνέλαβαν, τα στρατοδικεία δεν μπόρεσαν να στοιχειοθετήσουν κατηγορία (σε ισόβια ή εκτέλεση), τις έστειλαν εξορία: Χίος- Τρίκερι- Μακρόνησος. Και στην ταινία, τριάντα τρεις γυναίκες καταθέτουν τη μαρτυρία τους για τις διώξεις που υπέστησαν αυτές και οι οικογένειές τους μετά την υπογραφή της Βάρκιζας, στις 12 Φεβρουαρίου 1945.
Γιατί πρέπει να μας απασχολεί και σήμερα ο εμφύλιος πόλεμος;
Η αποτίμηση του παρελθόντος είναι απαραίτητη, αν θέλουμε να έχουμε μέλλον που να μας εκφράζει. Και μόνο η λέξη, η ονομασία «Εμφύλιος», αποκρύπτει την πολιτική και κοινωνική διάσταση των γεγονότων και συσκοτίζει τη βαθύτερη εικόνα της νεοελληνικής ιστορίας. Υπάρχει συσκότιση για τα γεγονότα της περιόδου αυτής- και τα οποία αγνοούνται παντελώς στη Δύση.
Τι έχουν να πουν στις σημερινές Ελληνίδες οι γυναίκες της ταινίας «Η ζωή στους βράχους»;
Μας ενισχύουν την αξιοπρέπεια που πρέπει να χαρακτηρίζει τους ελεύθερους ανθρώπους. Το ήθος, την πίστη και την αντοχή. Την ανιδιοτέλεια: όλες αυτές δεν ζήτησαν ποτέ τίποτα. Θα ήθελα όμως να τονίσω ότι και οι σημερινές γυναίκες, κάτω από τις ίδιες συνθήκες, θα πολεμούσαμε στο πλάι των ανδρών με την ίδια γενναιότητα και αυτοθυσία και ας ξοδεύαμε τα καλύτερα χρόνια της ζωής μας για τις αξίες που πιστεύαμε.
Τα ιδανικά για τα οποία αγωνίστηκαν οι ηρωίδες της ταινίας σας, λένε πολλοί, ότι έχουν πεθάνει...
Αφήστε τους να λένε. Μακάριοι οι αγνοούντες τη δυναμική της ιστορίας. Μακάριοι οι συναινούντες. Συναίνεση σημαίνει συνενοχή και η συνενοχή οδηγεί σε δρόμους χωρίς επιστροφή. Τα ιδανικά «των ηρωίδων μου» είναι ιδανικά με παγκόσμια εμβέλεια και μένουν άφθαρτα στην πορεία της ανθρωπότητας.
Πού βρίσκετε το κουράγιο και κάνετε ταινίες σε «προχωρημένη» ηλικία;
Εσύ πού βρίσκεις το κουράγιο να μου κάνεις τέτοιες ερωτήσεις; Ας το αντιπαρέλθουμε, γιατί θα οδηγηθούμε στον ρατσισμό των ηλικιών. Ο Ράσελ ήταν 94 χρονών όταν με τους μαθητές του πολεμούσε για την παγκόσμια ειρήνη. Το Κατινάκι, μία από τις μάρτυρες της ταινίας και 90 χρονών, ταξιδεύει μαζί με το Φόρουμ».

«Σ΄ ένα βράδυ μέσα μάς ρήμαξαν...»
Ύστερα από πολλά χρόνια, το ελληνικό σινεμά κοιτάζει με άλλο μάτι τα χρόνια του Εμφυλίου. Η ταινία του Παντελή Βούλγαρη «Ψυχή βαθιά» έχει ήδη κόψει πάνω από 160.000 εισιτήρια. Όμως υπάρχουν και τα ντοκιμαντέρ «Καπετάν Κεμάλ» του Φώτου Λαμπρινού, «Άλλος δρόμος δεν υπήρχε» του Σταύρου Ψυλλάκη, το ψηφιακό φιλμ «Φως πριν την αυγή» του 30χρονου Χρήστου Μεγαρχιώτη και «Η ζωή στους βράχους»..


Ποια είναι η δική σας γνώμη για τον Εμφύλιο;
Όταν μιλάμε για Εμφύλιο- αν και ο όρος είναι λανθασμένος- πρέπει πρώτα να προσδιορίσουμε: ποιοι τον δημιούργησαν, τον ρόλο των συνεργατών των Γερμανών, ποιοι πήραν μέρος και γιατί, ποιοι υπέστησαν τις συνέπειες και σε ποια έκταση, τι καθόρισε αυτός ο πόλεμος στα χρόνια που ακολούθησαν, οι αντίπαλοι για ποιες αξίες αγωνίστηκαν, πολέμησαν; Μήπως αποκρύπτεται η πολιτική και η ταξική διάσταση των γεγονότων; Μια γυναίκα στην ταινία λέει «εμείς δεν θέλαμε αυτό τον πόλεμο, να φύγουμε από τα σπίτια μας... σ΄ ένα βράδυ μέσα μάς ρήμαξαν και χάσαμε τις φωτογραφίες μας, χάσαμε το παρελθόν μας».

Αυτοκριτική
Δεν πρέπει κάποτε όλες οι πλευρές να κάνουν την αυτοκριτική τους για τον Εμφύλιο;
Γι΄αυτό ακριβώς πρέπει να ερευνήσουμε και να αποτιμήσουμε ό,τι συνέβη. Με τι κριτήρια θα κοιτάξουμε μπροστά; Αυτό το «να κοιτάξουμε μπροστά»εμένα μου φαντάζει ύποπτο. Ποιοι είναι αυτοί που κόπτονται να φιμωθούν οι μαρτυρίες; Λαοί χωρίς μνήμη είναι λαοί χωρίς μέλλον.

Γυναίκες στον Δημοκρατικό Στρατό
●Γένους θηλυκού ήταν το 30% της δύναμης ●Πολέμησαν στην πρώτη γραμμή δίπλα στους άνδρες ●Δηλώνουν πως δεν το μετάνιωσαν ●Εξορίστηκαν κυρίως στη Χίο, το Τρίκερι και τη Μακρόνησο

Ατάκες
●«Ο Δημοκρατικός Στρατός ήταν ένας άθλος» ●«Έστελναν τα παιδιά μας σε στρατόπεδα αναμόρφωσης για να μη γίνουν Βούλγαροι» ●«Τα χρησιμοποιούσαν ως μέσον εκβιασμού για να υπογράψουμε δήλωση» ●«Έπρεπε να αντέξουμε τις κακές συνθήκες, τα ψυχολογικά μαρτύρια και το ξύλο γιατί εμείς είχαμε το δίκιο»  

Ψυχή βαθιά*
 
Από καιρό αναζητούσα τους στίχους που γράφτηκαν στο βουνό, με επαναλαμβανόμενη στροφή το «Ψυχή βαθιά», ως εγκαρτέρηση, λεβεντιά και συνέχεια των αγώνων του λαού μας. Η μνήμη δεν μπόρεσε να το επαναφέρει.
Ετσι, αναφερόμενος στην ψυχή του νοήματος, στο «εκ βαθέων», έγραψα τους στίχους που ακολουθούν με την ελπίδα ότι οι συναγωνιστές μας τις ΠΕΑΕΑ θα προσθέσουν...
του Γ.Κ.Τσαπόγα

ΨΥΧΗ ΒΑΘΙΑ
 
Ψυχή βαθιά
γοργότερη
η λευτεριά
και φως
μέσ' το σκοτάδι.
*
Τριγύρω βρέχει
θάνατο,
φωτιά
και χαλασμό.
*
Δες το πουρνάρι
κόκκινο,
το θρούμπι
ματωμένο.
*
Στις βίγλες
και τα ξέφωτα
κράτα γερά,
κοίτα ψηλά.
*
Παγώσανε
οι ουρανοί,
βάστα καρδιά,
ψυχή βαθιά.
*
Θέλει ψυχή
η λευτεριά
φωνή λαού
και γδικιωμού.
*
Ψυχή βαθιά
σφιχτή γροθιά
συντρόφοι
του αγώνα.
*
Πάμε μαζί,
ψυχή βαθιά
πάμε μαζί,
κράτα καλά.
* Για όσους έφυγαν, για όλους που αγωνίζονται.
Πηγή: Εφημερίδα ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ


Ψυχή φραπέ
 
Αφορμή, η ταινία «Ψυχή βαθιά» του Παντελή Βούλγαρη
Του Γιώργου ΚΑΚΟΥΛΙΔΗ

1. Ο σκηνοθέτης έπεσε, δυστυχώς, θύμα εκείνης της μεταφυσικής που σε κάνει να πιστέψεις πως μπορείς να γράψεις από την αρχή όποιο κομμάτι της Ιστορίας επιθυμείς: η αγάπη, η συμπόνια, η φιλευσπλαχνία, το γεγονός ότι όλοι θα πεθάνουμε και ότι κάποιος πρέπει να μπει στον κόπο ν' αποκαταστήσει εμάς και τα πάθη μας όπλισαν την κάμερα του Βούλγαρη για τα «βαθιά». Αντί όμως να «γυρίσει», φρόντισε να «χτυπήσει» σ' ένα σέικερ τα αντίπαλα στρατόπεδα του εμφυλίου με αποτέλεσμα, αντί για ψυχή βαθιά όπως επεδίωξε, η ταινία να καταλήξει σε ψυχή φραπέ. Βασανίζοντας τα αυτονόητα του τύπου αν ο πόλεμος είναι κακός ή ο εμφύλιος είναι τραγωδία, αφαίρεσε μ' έναν καθωσπρέπει τρόπο τις γενεσιουργές αιτίες της σύρραξης σκεπάζοντας με ό,τι βρήκε εύκολο το δικαίωμα της ιδέας για την οποία έπεσαν οι στρατιώτες του Δημοκρατικού Στρατού. Τους παρέδωσε στη Μοίρα με την εύνοια που της δίνουν αναιμικοί θεολόγοι. Από τη στιγμή που ο σκηνοθέτης δεν μπορούσε να πετάξει στο δικό τους ύψος, υποχρεώθηκε να ασχοληθεί με τη σκόνη τους και να πνιγεί σ' αυτήν.2. Μπαίνοντας σε μια Ιστορία που δε χωρούσε, με τη θολή ανάμνηση μιας Αριστεράς που κάποτε γνώρισε, κινούσε την κάμερά του με τον τρόπο των ευσεβών χριστιανών που γυρνούν με τα εικονίσματα στα νεκροταφεία προσπαθώντας να εξορκίσουν το κακό.
3. Δαιμονικό ερώτημα: Πώς ο σκηνοθέτης είναι τόσο σίγουρος πως αν ένας νεκρός αντάρτης ανασταινόταν δε θα έτρεχε πάλι στο Γράμμο;
4. Πρόκειται για ταινία επιτομή του μικροαστισμού. Ακόμα χειρότερο, γιατί αποκτά ιδεολόγημα ένας ολόκληρος συρφετός που, με καλές προθέσεις όπως πάντα, είναι στήριγμα και καμάρι όλων των κυβερνήσεων από τη μεταπολίτευση έως σήμερα.
5. Ψάχνοντας στα τυφλά πληγές, έπαψε να είναι κύριος του εαυτού του και παραδόθηκε σε μια ηθική που συναντάς σε αφθονία στις Αρσακειάδες, σε όσους ουδεμία σχέση έχουν με εμφυλίους ή με το αίμα. Ωστόσο, το αίμα εκείνο συνεχίζει και σήμερα αδιάκοπα τη ροή του - ο σκηνοθέτης είναι αυτός που έχει χάσει την ικανότητα να το παρακολουθεί.
6. Καμία απολύτως έκπληξη δε μου προκάλεσε η ταινία του Βούλγαρη. Με αφορμή όμως την προβολή της, κέρδισα χρόνο από το να κάνω βαρετούς κύκλους ρωτώντας τα άστρα αν έχουμε το δικαίωμα να μιλάμε στο όνομα των νεκρών. Προσωπικά πιστεύω πως δεν είμαι πιο ζωντανός από έναν αντάρτη που έπεσε στο Γράμμο. Αυτό άραγε λέει κάτι στον σκηνοθέτη;

Πηγή: Εφημερίδα ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ 
 
 
«Ψυχή βαθιά» στον «πόλεμο» που συνεχίζεται...
Της Ελένης Μηλιαρονικολάκη
Η Ε. Μηλιαρονιικολάκη είναι μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ, υπεύθυνη του Πολιτιστικού Τμήματος της ΚΕ
 
Μαχητές και μαχήτριες του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας
«για του Ανθρώπου την πάλη την αιώνια
για λευτεριά και δικαιοσύνη,
για τ' αγαθά - πανανθρώπινο χτήμα -
για τη γη, το νερό, τον αγέρα,
Ψυχή βαθιά κι ευλογητός ο Αγώνας!»
Αιμ. Βεάκης

Στη συγκυρία της παγκόσμιας ιμπεριαλιστικής εκστρατείας για την «αναθεώρηση» της ιστορίας από τη σκοπιά των «νικητών» με παραποιήσεις και ψέματα, κάθε δημιουργός καλείται να αποφασίσει αν θα «παραδώσει τον άνθρωπο στις συγχύσεις και τις αυταπάτες, ή θα παραδώσει τον κόσμο στον άνθρωπο». Θα περίμενε κανείς ο Παντελής Βούλγαρης, ένας από τους σκηνοθέτες που άνοιξαν νέους θεματικούς και αισθητικούς ορίζοντες στον ελληνικό κινηματογράφο, να σηκώσει και πάλι το ανάστημά του απέναντι στη νέα και σφοδρότερη επίθεση των επικυρίαρχων κατά της ανθρωπότητας. Δυστυχώς με την τελευταία ταινία του «Ψυχή βαθιά», προσθέτει και τη δική του φωνή στα κηρύγματα της λαϊκής υποταγής και συμμόρφωσης.
Η ταινία «Ψυχή βαθιά» πραγματεύεται το τελευταίο διάστημα του εμφύλιου στις βουνοκορφές του Γράμμου το 1949. Οι ήρωες είναι δύο αδέλφια τσοπανόπουλα, ο Ανέστης, 17 χρονών και ο 15χρονος Βλάσης - σύμβολα ενός γενικά «τυχαίου» κατά το σκηνοθέτη διχασμού του ελληνικού λαού - που επειδή γνωρίζουν τα περάσματα, βρέθηκαν ο πρώτος στις γραμμές του Εθνικού στρατού και ο δεύτερος του Δημοκρατικού.
Μετά τις πρώτες σκηνές γίνεται φανερό ότι η ταινία παρακάμπτει το ιστορικό και πολιτικό πλαίσιο των γεγονότων που εξιστορεί. Περιγράφεται ένας πόλεμος και μάλιστα με εξαντλητικές για τη βία του λεπτομέρειες: ποιες οι αιτίες του, ποιος ο χαρακτήρας και ο σκοπός του, ποια κοινωνικά συμφέροντα εκπροσωπούν οι αντιμαχόμενες πλευρές; Ο σκηνοθέτης δηλώνει ότι δεν τον ενδιαφέρουν τέτοιου είδους θέματα, καθώς αποτελούν αντικείμενο των πολιτικών. Τον ίδιον απασχολεί η ανθρώπινη πλευρά αυτής της αδελφοκτόνας αιματοχυσίας. Λες και αυτή είναι έξω και ανεξάρτητη από την κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα. Ωστόσο αναπότρεπτα το έργο κάνει πολιτική, εισχωρώντας μάλιστα στον ίδιο τον πυρήνα της: την ταξική πάλη. Το κεντρικό μήνυμα που από την αρχή ως το τέλος και με ομολογουμένως υψηλή αισθητική εκπέμπει σε διαφορετικές εντάσεις και αποχρώσεις, είναι το ανώφελο, ανέφικτο και ουτοπικό, αλλά συνάμα ζοφερό κι ολέθριο της κοινωνικής σύγκρουσης. Ακόμη κι αν αυτή, όπως στην περίπτωση του ένοπλου αγώνα του ΔΣΕ, είναι το αναπόφευκτο προϊόν της απροκάλυπτης βίας από το συνασπισμό της ντόπιας αστικής τάξης και των Αγγλοαμερικανών ιμπεριαλιστών κατά του ΕΑΜικού κινήματος για να εδραιώσουν την απειλούμενη εξουσία τους. «Ελληνες να σκοτώνουν Ελληνες;» αναφωνεί με ραγισμένη φωνή ο Θανάσης Βέγγος στο ρόλο ενός χωρικού που πηγαίνει στο αρχηγείο του τακτικού στρατού για να παραλάβει το σκοτωμένο στη μάχη από τους αντάρτες εγγονό του, σε μια από τις πιο χαρακτηριστικές για το ιδεολογικο-πολιτικό στίγμα της ταινίας σκηνή.
Στην κεντρική επιδίωξη της ταινίας να υποβάλει στο θεατή με συγκινησιακούς και συναισθηματικούς προπαντός όρους την ιδέα της «εθνικής ομοψυχίας», και την ανάγκη για «κατάργηση των διαχωριστικών γραμμών», υποτάσσεται και η ιστορική αλήθεια. Στην όλη απλοϊκή και ευθύγραμμη αντιμετώπιση του θέματος, ως «κακοί» προβάλλονται μόνον οι ξένοι και όχι όλοι (ο αγγλικός παράγοντας αποσιωπάται): Από τη μια οι Αμερικανοί απαιτούν γρήγορο ξεκαθάρισμα και από την άλλη οι Σοβιετικοί αφήνουν αβοήθητους τους αντάρτες να περιμένουν μάταια τον Κόκκινο Στρατό, μια ευθεία παραπομπή στη θεωρία των υπερδυνάμεων, που αυτές τελικά και όχι η λαϊκή πάλη καθορίζουν τις τύχες του κόσμου. Αντίθετα όλοι οι Ελληνες, θύτες και θύματα εξισωμένοι, τόσο ο λαός (αντάρτες και φαντάροι) όσο και πολιτικοί και στρατιωτικοί εκπρόσωποι της πλουτοκρατίας, είναι «καλοί» και γεμάτοι ανθρωπιά. Η πολιτική ηγεσία του τόπου παρουσιάζεται αμήχανη και απρόθυμη να πάρει θέση (ας όψονται το αιματοκύλισμα του λαού το Δεκέμβρη του '44, οι συλλήψεις, οι φυλακίσεις, οι εκτελέσεις, οι εκτοπισμοί και οι στυγερές δολοφονίες των αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης και των μελών του ΚΚΕ). Η ηγεσία του κυβερνητικού στρατού εμφανίζεται να αποφεύγει την αποφασιστική αναμέτρηση και να εξαναγκάζεται από τους Αμερικανούς στην τελική αιματηρή σύγκρουση με τη χρήση των βομβών Ναπάλμ. Οι συνθήκες στα στρατόπεδα συγκέντρωσης του ντόπιου πληθυσμού - μετά τη βίαιη εκκένωση των χωριών από τον τακτικό στρατό για να αποκοπούν οι αντάρτες από τα λαϊκά στηρίγματά τους - προβάλλονται ειδυλλιακές, με τη μάνα (Ελλάδα) να περιμένει τα δυο παιδιά της, τον Ανέστη και το Βλάση, ψήνοντας καλαμπόκι για τους φαντάρους.
Σ' αυτό το έδαφος ως αναμφισβήτητη αναδεικνύεται από την ταινία και η ηθική υπόσταση των ανταρτών με στοιχεία μάλιστα υπεροχής. Η αντάρτισσα Γιαννούλα αποστομώνει από το χωνί τον αξιωματικό του κυβερνητικού στρατού στο απέναντι χαράκωμα. Οι νεαροί μαχητές της ομάδας - που δεν πρόλαβαν να χαρούν τη ζωή - δε μετανιώνουν για την επιλογή τους μπροστά στους δικαστές και βαδίζουν περήφανα στο θάνατο. Οι κακουχίες δεν τους λυγίζουν, «τραγουδούν και πολεμούν» χωρίς τροφή, γιατρούς, υποδομές και κατορθώνουν όχι απλά να αντέχουν, αλλά και να νικούν, παρά τη συντριπτική υπεροπλία των αντιπάλων τους. Σ' αυτόν τον άνισο αγώνα ηττήθηκαν, σύμφωνα με την ταινία, μόνον μετά τη χρήση των τρομερών βομβών Ναπάλμ, που για πρώτη φορά δοκιμάστηκαν στα βουνά του Γράμμου.
Ποια δύναμη όμως όπλιζε τους αντάρτες με τέτοιον αφάνταστο ηρωισμό και αυτοθυσία, «τι φούντωνε τη θεϊκή ορμή τους;» όπως γράφει ο Αιμίλιος Βεάκης στο εξαίρετο ποίημά του με τον ομώνυμο τίτλο «Ψυχή βαθιά»; Να υποθέσουμε ότι είναι το παράτολμο της νιότης, το μίσος για τις βιαιότητες που διέπραξε και η αντίθετη πλευρά, το ξεμυάλισμα των ανήλικων χωριατόπαιδων από τους «αιθεροβάμονες ή τυχοδιώκτες» κομμουνιστές; Πληθώρα τέτοιων απαντήσεων μπορεί να αντλήσει κανείς μέσα από την ταινία. Η μόνη απάντηση που λείπει, είναι η αληθινή: Οτι δηλαδή οι αγωνιστές του ΔΣΕ έγραψαν αυτή την τρίχρονη εποποιία ψυχωμένοι από τη δύναμη της επαναστατικής τους ιδεολογίας, από το ιδανικό ενός καινούριου κόσμου, μιας ανώτερης ανθρώπινης κοινωνίας, χωρίς πολέμους, στερήσεις και εκμετάλλευση.
«Η αγάπη για την πατρίδα του λαού και όχι των αστών, για τόν ίδιο το Λαό, ο λαϊκοδημοκρατικός πατριωτισμός ήταν η ιδεολογία του ΔΣΕ, αντιιμπεριαλιστικός-διεθνιστικός, για τη λαϊκή εξουσία, ήταν ο χαρακτήρας της πάλης του. Τα στρατιωτικοπολεμικά κατορθώματά του προκαλούν μέχρι σήμερα το θαυμασμό ακόμη και αντιπάλων, γιατί ήταν ένας αληθινός λαϊκός επαναστατικός στρατός, από τους πιο δυναμικούς στον κόσμο, με στρατιωτική και πολιτική εκπαίδευση και οργάνωση και όχι ομάδες από γυναικόπαιδα, που συμπτωματικά βρέθηκαν στη φωτιά των χαρακωμάτων, όπως διαφαίνεται στην ταινία. Τα βήματα των μαχητών του καθοδηγούσαν οι μεγάλες αγωνιστικές παρακαταθήκες που άφησε η ΕΑΜική Εθνική Αντίσταση στη συνείδηση του λαού, μαζί και των νέων ακόμη και των ανήλικων, αφού κι αυτοί μέσα από τις γραμμές της ΕΠΟΝ ήταν αξεχώριστο κομμάτι του αγώνα «για μια ζωή ελεύθερη κι ωραία». Αυτή τη νέα ζωή οι μαχητές του ΔΣΕ δεν την είχαν ζήσει μόνο στη φαντασία τους. Είχαν αγγίξει χειροπιαστά το όνειρό τους, την εξουσία του λαού, στην Ελεύθερη Ελλάδα. Γι' αυτό και γνώριζαν καλά για ποιο σκοπό πολεμούσαν. Ούτε μετάνιωσαν, ούτε τρελοί από τον πόνο ή τις τύψεις για το χαμό των συντρόφων τους παραδόθηκαν, όπως ο ήρωας της ταινίας Καπετάν Ντούρλας, σε μια από τις τελευταίες σκηνές της. Αντίθετα, προτιμούσαν το θάνατο από την αιχμαλωσία, όπως οι τρεις αντάρτες που έχοντας ξοδέψει στη μάχη και το τελευταίο τους βόλι, έπεσαν από την τρομερή κορυφή «Χάρος» στο ύψωμα Κοτύλι του Γράμμου. Αυτό το μεγαλείο της πάλης του ανθρώπου για την απελευθέρωσή του από κάθε είδους καταναγκασμό, που καμιά δύναμη, κανένας στρατός δεν μπορεί να την ανακόψει, αυτό που τελικά αποτελεί την πεμπτουσία της ανθρώπινης υπόστασης, το νόημα της ανθρώπινης ύπαρξης, την κινητήρια δύναμη της ιστορίας, παραλείπεται μεγαλόφωνα από μια ταινία που φιλοδοξεί να είναι «ανθρωποκεντρική». Με λίγα λόγια το περιεχόμενό της βρίσκεται σε πλήρη αναντιστοιχία με τον τίτλο της. Γιατί «βαθιά ψυχή» είναι η επαναστατική ψυχή.
Ομως πράγματι χρειάζεται πολύ θάρρος, χρειάζεται «ψυχή βαθιά» για να παραδεχτεί κανείς στις μέρες μας πως ο πόλεμος αυτός χάθηκε, όχι επειδή οι νικημένοι δεν είχαν το δίκιο με το μέρος τους, αλλά επειδή δεν ήταν έγκαιρα έτοιμοι για να νικήσουν. Και αν αυτή την ψυχή οι περισσότεροι από τους μεγάλους δημιουργούς μας την έχουν χάσει μέσα στο σημερινό συντριπτικό συσχετισμό δυνάμεων, θα τη φέρει και σ' αυτούς η λαϊκή πάλη, που με καινούριους μαχητές και μαχήτριες συνεχίζει την πορεία της, βέβαιη πως θα 'ρθει εκείνη η ώρα, που η ιστορία θα δικαιώσει τα ιδανικά, τους σκοπούς και τη θυσία των αγωνιστών του ΔΣΕ.

Πηγή: Εφημερίδα ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ 
 
Ζωντανή η ψυχή, το μεγαλείο του ΔΣΕ
 
Του Μάκη ΜΑΪΛΗ
Η ιδεολογικοπολιτική διαπάλη, για τον ένοπλο ταξικό αγώνα 1946 - 1949, συνεχίζεται και εντείνεται. Και μόνο αυτό το γεγονός υποδηλώνει την τεράστια σημασία που είχε η δημιουργία και η δράση του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (ΔΣΕ), τόσο για τα χρόνια εκείνα, όσο και για τον αντίκτυπό τους μέχρι σήμερα.
Βεβαίως, όπως είναι φυσικό, κάθε πλευρά αντικρίζει και αναλύει εκείνα τα γεγονότα από διαφορετική ταξική σκοπιά. Το σίγουρο είναι ότι από τη διαπάλη που ξετυλίγεται και που θα γίνει στην πορεία ακόμα πιο σκληρή, κανένας δεν μπορεί να ξεφύγει, είτε παίρνει το μέρος της μιας πλευράς, είτε της άλλης, είτε παριστάνει τον ουδέτερο ή και έτσι ενδεχομένως αισθάνεται.
Η πολιτική ωρίμανση της εργατικής συνείδησης συνδέεται άμεσα (μεταξύ πολλών άλλων στοιχείων) και με τη θεώρηση του ΔΣΕ από την πρωτοποριακή τάξη, ως αυτού που ήταν: Η κορυφαία ώρα της ταξικής πάλης στην Ελλάδα κατά τον 20ό αιώνα.
Οι κομμουνιστές και οι κομμουνίστριες νιώθουμε τιμή και περηφάνια που το ΚΚΕ είχε μία τόσο μεγάλη προσφορά, τιμή και περηφάνια που το Κόμμα μας άφησε στις μετέπειτα γενιές μια τέτοια παρακαταθήκη. Η κριτική στην τότε ηγεσία του ΚΚΕ, για λάθη και παραλείψεις της σε αυτόν τον αγώνα (στρατηγική του ΚΚΕ κ.ά.), μόνο όταν ξεκινά από αυτή τη βάση, της προσφοράς του ΔΣΕ, μπορεί να αποκτήσει αντικειμενική υπόσταση.

Οι εξελίξεις στην καπιταλιστική Ευρώπη ενδεχομένως θα είχαν πάρει άλλη τροπή, αν και άλλα ΚΚ, τελειώνοντας ο πόλεμος, προσανατολίζονταν στη γραμμή της σύγκρουσης με την αστική τάξη των χωρών τους και όχι στη γραμμή της συναίνεσης μαζί της, όπως συνέβη σε μια σειρά περιπτώσεις. Ομως, η Ιστορία δε γράφεται με «αν». Γι' αυτό ας περιοριστούμε εδώ μόνο στο εξής: Το γεγονός ότι απ' όλη την καπιταλιστική Ευρώπη μόνο στην Ελλάδα πήρε ο λαός τα όπλα και μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, αποτελεί περγαμηνή και όχι ψόγο, όπως καταγγέλλει ο αστικός κόσμος και μαζί του ο οπορτουνισμός. Αυτοί πρέπει να βρεθούν με την πλάτη στον τοίχο.
Ο αγώνας του ΔΣΕ ήταν δίκαιος. Εξέφραζε ανεκπλήρωτα οράματα της εργατικής τάξης και της πλειοψηφίας του εργαζόμενου λαού που μάτωσε επί τριάμισι χρόνια και βρέθηκε μετά την Κατοχή να κάθονται στο σβέρκο του οι αστοί πολιτικοί και οι Εγγλέζοι σύμμαχοί τους. Του λαού, που βρέθηκε κυνηγημένος και αιμόφυρτος ζητούσε στοιχειώδη δικαιοσύνη. Οι καταδιωκόμενοι ΕΑΜίτες - ΕΛΑΣιτες δεν είχαν άλλη επιλογή από το να βγούνε στα βουνά, από το να συγκροτήσουν τον ΔΣΕ. Κάθε άλλη επιλογή τους, κάθε άλλη επιλογή του ΚΚΕ, θα ήταν «σφάξε με αγά μ' ν' αγιάσω».
Και εδώ βρίσκεται η ουσία του ζητήματος: Οτι το μένος της αστικής τάξης και των ξένων συμμάχων της οφειλόταν στην επιδίωξή τους να ανατραπεί ο συσχετισμός των δυνάμεων κατά τρόπο ριζικό. Ο συγκεκριμένος συσχετισμός δεν είχε ανατραπεί ούτε μετά το Δεκέμβρη του '44, ούτε μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας, παρότι είχε αισθητά αδυνατίσει σε σύγκριση με αυτόν των ημερών της απελευθέρωσης της Αθήνας. Γι' αυτόν το σκοπό η αστική τάξη οργάνωσε και καθοδήγησε εκατοντάδες συμμορίες από πρώην ταγματασφαλίτες, ανθρώπους του κοινού ποινικού δικαίου και πλήθος άλλων αποβρασμάτων, γι' αυτό διαμόρφωσε το πιο σκληρό νομικό πλαίσιο καταστολής και επιδόθηκε σε δολοφονίες, εκτελέσεις, εκτοπισμό δεκάδων χιλιάδων ΕΑΜιτών, εμπρησμούς, βιασμούς γυναικών, παιδομαζώματα, βίαιη εκκένωση χωριών.
Το δίκαιο ή όχι ενός αγώνα καθορίζεται από το ποιες κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις τον διεξάγουν. Οι δυνάμεις που εκπροσωπούν το παλιό, το ιστορικά ξεπερασμένο, δηλαδή οι αστικές, δεν ήταν δυνατό να διεξάγουν και τότε δίκαιο αγώνα. Είχαν περάσει πολλά χρόνια από την εποχή που η αστική τάξη ήταν δύναμη ανερχόμενη, άρα προοδευτική.
Το δίκαιο ή όχι ενός αγώνα δεν καθορίζεται από το αν ο αγώνας αυτός είναι τελικά νικηφόρος. Στο αίμα πνίγηκε η Κομμούνα του Παρισιού το 1871. Στο αίμα πνίγηκε η επανάσταση του 1905 - 1907 στη Ρωσία. Το ίδιο και η σοσιαλιστική επανάσταση στη Γερμανία το 1918 και ο ένοπλος ξεσηκωμός των λαϊκών δυνάμεων στην Ισπανία το 1936 - 1939. Το ίδιο και πολλοί άλλοι ξεσηκωμοί. Αλλά ήταν αγώνες δίκαιοι. Και τα διδάγματά τους παραμένουν επίκαιρα.
Στην ταινία του Π. Βούλγαρη Ψυχή βαθιά, αυτό το βασικότατο στοιχείο, όχι μόνο δεν φαίνεται, αλλά και ισοπεδώνεται. Η φράση του γέροντα, που υποδύεται ο Θ. Βέγγος, «Ντροπή! Ελληνες να τουφεκάνε Ελληνες!», τα λέει όλα. Οτι, δηλαδή, και οι δύο πλευρές που συγκρούστηκαν είχαν άδικο, αφού, σύμφωνα με την ταινία, επιδόθηκαν σε μία αλληλοσφαγή από όπου δεν υπήρξε νικητής και νικημένος, καθότι νικημένη ήταν τελικά η Ελλάδα! Το μετέωρο στην ταινία ερώτημα «ποιος νίκησε, τελικά;», είναι σαφές τι υπονοεί, έστω κι αν ο σκηνοθέτης εναποθέτει την απάντηση στον προβληματισμό των θεατών. Αυτό λέει, δίχως να το ομολογεί.
Το πέρασμα των δύο αδελφών σε αντίθετα μεταξύ τους στρατόπεδα δεν είναι πρωτοφανές, και δεν είναι φυσικά ελληνική πρωτοτυπία. Μια μόνο ματιά στη Γαλλική Επανάσταση και στις άλλες αστικές επαναστάσεις, μια μόνο ματιά στο 1821, στην περίοδο του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, στην περίοδο της ΕΑΜικής Αντίστασης και σε πολλές άλλες, επιβεβαιώνει αυτή τη διαπίστωση.
Η ταινία, λοιπόν, βρίσκεται στον αέρα, αποκομμένη από την παγκόσμια και από την εγχώρια κοινωνικοπολιτική εξέλιξη. Προφανώς επειδή ο αντίπαλός της είναι η ταξική πάλη. Που χτυπιέται σήμερα, μέσω και του χτυπήματος κάθε τι σπουδαίου που έδωσε η ταξική πάλη κατά τον 20ό αιώνα. Διότι, βέβαια, είναι πολύ πιο απλό και ανώδυνο να σταθείς δίπλα στους φυλακισμένους των Πέτρινων χρόνων και να αναδείξεις τον ηρωισμό τους, από το να σταθείς δίπλα στον ΔΣΕ, για να αναδείξεις τη διαχρονικότητα της ταξικής πάλης.
Ο ταξικός αγώνας 1946 - 1949 ήταν πρώτα και κύρια γέννα της μεγάλης όξυνσης των εσωτερικών κοινωνικοπολιτικών αντιθέσεων. Δίπλα στην κάθε πλευρά βρέθηκαν οι σύμμαχοί της. Οι Εγγλέζοι αρχικά και κατόπιν οι Αμερικανοί στο πλευρό της αστικής τάξης και του συνασπισμένου αστικού πολιτικού κόσμου όλων των αποχρώσεων. Στο πλευρό του ΔΣΕ τα σοσιαλιστικά κράτη και ΚΚ καπιταλιστικών κρατών, σε όποιον βαθμό τους επέτρεπε ο διεθνής συσχετισμός δυνάμεων, αλλά και με παλινωδίες, όπως στην περίπτωση της Γιουγκοσλαβίας που έκλεισε τα σύνορα αφήνοντας τον ΔΣΕ αποκλεισμένο και οξύνοντας έτσι το πρόβλημα των εφεδρειών του, που ο ίδιος δεν είχε φροντίσει να λυθεί.
Ο παγκόσμιος συσχετισμός δυνάμεων καθόρισε και τη στάση της Σοβιετικής Ενωσης, την οποία η Ψυχή βαθιά παρουσιάζει να έχει εγκαταλείψει τον ΔΣΕ στην τύχη του. Πρόκειται για πομπώδη επανάληψη του γνωστού μύθου για το «μοίρασμα του κόσμου» στη Γιάλτα. Κι ας είναι βέβαιο ότι στην περίπτωση που ο Κόκκινος Στρατός έμπαινε και στην Ελλάδα, πολλοί από εκείνους που αγανακτισμένοι(;) επικαλούνται το «μοίρασμα», θα καταδίκαζαν σήμερα τη Σοβιετική Ενωση...
Και δεν ισχύει βεβαίως εκείνο που γράφτηκε σε αστική εφημερίδα, ότι «την εθνική ομοψυχία των χρόνων της Κατοχής διαδέχθηκε η φαγωμάρα». Εθνική ομοψυχία δεν υπήρξε και τότε που το ΚΚΕ, η ΠΕΕΑ και το ΕΑΜ υπέγραψαν τη Συμφωνία του Λιβάνου, μπαίνοντας σε συνασπισμό με την αστική τάξη. Γιατί την ίδια ώρα, όπως και στα χρόνια που είχαν προηγηθεί, ήταν συνεχής η ένοπλη πάλη με τα Τάγματα Ασφαλείας και άλλες παρόμοιες οργανώσεις, ενώ ήταν συχνές οι πολεμικές συγκρούσεις ανάμεσα στον ΕΛΑΣ και στον ΕΔΕΣ, ανάμεσα στον ΕΛΑΣ και στο 5/42 Τάγμα του Δ. Ψαρρού κ.ά. Αλλά και μετά την Κατοχή ακολούθησαν οι μάχες των 33 ημερών, τον Δεκέμβρη του 1944.
Τόσο στα χρόνια της Κατοχής, όσο και μετά από αυτήν, η αστική τάξη της Ελλάδας συμπεριφέρθηκε με τον τρόπο που θα συμπεριφερόταν κάθε αστική τάξη στη θέση της. Με τον ίδιο τρόπο που αντιμετώπισε το λαό της χώρας της κάθε αστική τάξη στο παρελθόν. Με την ίδια αγριότητα που έδειξε κάθε κυρίαρχη τάξη πριν από την αστική. Καμία δεν παρέδωσε την εξουσία της. Αντίθετο ιστορικό προηγούμενο δεν υπήρξε. Ούτε θα υπάρξει. Το γεγονός ότι στην Ψυχή βαθιά οι αστοί πολιτικοί και κυβερνητικοί παράγοντες παρουσιάζονται από τον σκηνοθέτη ως φιλεύσπλαχνοι, ως θύματα των ΗΠΑ και ως συμφιλιωτικοί, δεν έχει την παραμικρή σχέση με την πραγματικότητα.
Σχετικά με τη στάση της αστικής τάξης είναι εξαιρετικά χρήσιμη η περιγραφή του Μαρξ για το τι ακολούθησε την Κομμούνα του Παρισιού. Εγραψε ο Μαρξ για το πώς αντιμετώπισε η αστική τάξη τους νικημένους κομμουνάρους:
«Πραγματικά δοξασμένος πολιτισμός, που το ζωτικό του πρόβλημα σήμερα είναι πώς θα ξεφορτωθεί τους σωρούς από τα πτώματα των ανθρώπων που δολοφόνησε όταν είχε τελειώσει πια η μάχη!
Για να βρούμε κάτι το αντίστοιχο με τη διαγωγή του Θιέρσου και των αιμοβόρων σκυλιών του πρέπει ν' ανατρέξουμε στην εποχή του Σύλλα και των δύο τριανδριών της Ρώμης. Η ίδια ψύχραιμη μαζική σφαγή, η ίδια περιφρόνηση της ηλικίας και του φύλου στη σφαγή, το ίδιο σύστημα βασανισμού των αιχμαλώτων, οι ίδιες προγραφές, μα τούτη τη φορά μιας ολόκληρης τάξης, ο ίδιος άγριος διωγμός ενάντια στους κρυμμένους ηγέτες, μην τυχόν και ξεφύγει κανένας, οι ίδιες καταγγελίες ενάντια σε πολιτικούς και προσωπικούς εχθρούς και η ίδια αδιαφορία μπροστά στη σφαγή ανθρώπων ολότελα ξένων προς τον αγώνα. Μόνο μια διαφορά υπάρχει, και η διαφορά αυτή είναι ότι οι Ρωμαίοι δεν είχαν ακόμα πολυβόλα για να ξεκάνουν μαζικά τους προγραμμένους...» (Καρλ Μάρξ, ΔΙΑΛΕΧΤΑ ΕΡΓΑ, ΤΟΜΟΣ Α, «Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία», σελ.642, ΕΚΔΟΤΙΚΟ ΤΗΣ ΚΕ ΤΟΥ ΚΚΕ).
Η ταινία του Π. Βούλγαρη, αλλά και όσα ο ίδιος επεξηγηματικά μερίμνησε να προσφέρει αφειδώς με τις πολυάριθμες συνεντεύξεις του, φέρνουν στη θύμηση τον συγγραφέα Μπορίς Πάστερνακ και τον ήρωά του Δόκτορα Ζιβάγκο στο ομώνυμο έργο, η υπόθεση του οποίου ξετυλίγεται την περίοδο που στην επαναστατική Ρωσία μαίνεται ο εμφύλιος πόλεμος και η Σοβιετική εξουσία διατρέχει μεγάλο κίνδυνο να ανατραπεί.
Για τον Πάστερνακ και τον ήρωά του, ο συγγραφέας Θέμος Κορνάρος έγραψε στην τσεκουράτη και καυστική κριτική του, ανάμεσα σε άλλα:
«Και τι έκανε αυτός ο Ζιβάγκο; Πονούσε για τα βάσανα και το χαμό και των δυο αντιπάλων. Κι αν θέλετε μάλιστα - κι αυτό δεν είναι διόλου σωστό - δε μεροληπτούσε. Πονούσε σα γιατρός και σαν ήσυχος άνθρωπος το ίδιο και για τους δυο αντίπαλους. Απαγωγή χρειάστηκε να του κάνουν οι επαναστάτες για να τους γιατρεύει. Εκανε τη δουλειά του. Μα στην πρώτη ευκαιρία παρατάει και πληγωμένους και νοσοκομεία και το σκάει. Δεν πάει στον αντίπαλό τους. Εχει κι αυτός πληγωμένους. Δεν τρέχει λοιπόν ούτε σ' αυτούς. (...) Ολα του φαίνονται μάταια. Και των επαναστατών οι επιδιώξεις και της αντεπανάστασης οι ιδέες. Μόνο αυτός αντιπροσωπεύει το γερό νόημα της ζωής. Κι αυτό είναι η αδράνεια.
(...) Την εποχή αυτή, ο Οστρόφσκη παίρνει μέρος, - 15 χρονώ παιδί, - ματώνεται, μάχεται, γίνεται ανάπηρος για την πίστη του. Αυτός ο τύπος λέγεται δραστήριος. Αλλά η επίθεση εναντίον της αναπηρίας λέγεται ηρωισμός.
(...) Τώρα, σου λένε, που 'γραψε το βιβλίο του (σ.σ. ο Πάστερνακ) που μιλάει γι' αυτή την πριν από σαράντα χρόνια περίοδο, τη φορτωμένη αίματα, αδικίες, εγκλήματα, πείνα, εξάρσεις, δαιμόνους κι αγίους. Μάλιστα, τώρα κέρδισε, λένε, τον τίτλο του τολμηρού, αναπλάσσοντας κείνη την εποχή, γιατί παίρνει το μέρος των ...νικημένων χωρίς να φοβάται τους νικητές που κυβερνάνε σήμερα κι αυτός ζει ανάμεσά τους. Το θαρρείς μικρό να βγει αυτός, ολομόναχος, και να βροντοφωνάξει στους αντιπάλους του πώς τον καιρό του εμφυλίου πολέμου γίνανε μόνο ασκήμιες, βαρβαρότητες και τίποτα άλλο;
Πραγματικά, στο βιβλίο του Πάστερνακ δε βρίσκει τίποτα γερό και σωστό σε κείνη την κολασμένη περίοδο που ζωγραφίζει. Μόνο κολασμένους, δαιμόνους, φλόγες και τον εαυτό του να λαχταράει τον παράδεισο της αδράνειας. Τίποτα το ωραίο, τίποτα το στέρεο που να επιτρέπει την ελπίδα πώς απάνω του μπορεί να οικοδομηθεί ένα βιώσιμο μέλλον» (Θέμου Κορνάρου, «ΟΔΟΣ ΠΡΟΜΗΘΕΩΣ», σελ. 116, 117, 118, 119, ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΧΡΟΝΟΣ»).
Ο Ζιβάγκο, λοιπόν, από τη μια (δηλαδή ο Πάστερνακ) και ο Πάβελ Κορτσάγιν (δηλαδή ο Νικολάι Οστρόφσκι) από την άλλη.
Ο κομσομόλος Οστρόφσκι, που διαπαιδαγώγησε γενιές και γενιές νέων ανθρώπων όπου Γης. Αυτή είναι η προσφορά του επαναστάτη. Ηθικό μεγαλείο και ανάπλαση ψυχών. Αυτός είναι ο ανθρωπισμός, που συνδέεται άμεσα και εκφράζεται με την πάλη για την κατάργηση κάθε κοινωνικής αδικίας.
Ποια είναι η προσφορά του τιμημένου με το βραβείο Νόμπελ Μπορίς Πάστερνακ; Είναι η προσφορά του στην αντεπανάσταση, όσο κι αν παρίστανε τον ουδέτερο και έκανε σημαία τον δήθεν ανθρωπισμό του. Στην ταξική πάλη, ιδιαίτερα στις κορυφαίες ώρες της, η λεγόμενη ουδετερότητα αποτελεί υπηρεσία στο παλιό, που επιδιώκει με κάθε μέσο να διαιωνίσει το καθεστώς της αδικίας και της εκμετάλλευσης. Είτε αρέσει, είτε δεν αρέσει, έτσι είναι τα πράγματα, έτσι είναι οι νόμοι της κοινωνικοπολιτικής πορείας.
Αλλά η ταινία του Π. Βούλγαρη θυμίζει κάτι και από το μυθιστόρημα του Αρη Αλεξάνδρου Το κιβώτιο, μνημειώδες για τα ελληνικά δεδομένα έργο του οπορτουνισμού στη λογοτεχνία, που έχει ως περιεχόμενο τον αγώνα του ΔΣΕ. Σε αυτό το βιβλίο η εποποιία του ΔΣΕ χλευάζεται, ενώ οι μαχητές του παρουσιάζονται από τον συγγραφέα ως θύματα απάτης, ξεγελασμένοι (!) από την κομματική καθοδήγηση. Γιατί, τελικά, το κιβώτιο που μετέφεραν ήταν άδειο, δίχως προορισμό και αξία! Καταθέτει ο ήρωας του Αλεξάνδρου:
«...Δεν είναι δυνατόν να ευθύνομαι ούτε στο ελάχιστο για όλη αυτήν την ιστορία, δεν φταίω εγώ που το κιβώτιο βρέθηκε άδειο, εγώ το πίστευα γεμάτο και γι' αυτό το έφερα στην πόλη Κ (...) γιατί μόνο ένας τρελός κουβαλάει εν γνώσει του ένα άδειο κιβώτιο, παίζοντας χίλιες φορές κορόνα γράμματα τη ζωή του (...) ήτανε όμως άδειο, για λόγους που δεν ξέρουμε ακόμα, αλλά εν πάση περιπτώσει λόγω δικής μας υπαιτιότητος...» (Αρη Αλεξάνδρου, «Το κιβώτιο», σελ. 341 - 342, εκδόσεις «ΚΕΔΡΟΣ»).
Ουτοπία αυτός ο αγώνας, είπε η Α. Παναγιωταρέα στην εκπομπή της, στη συζήτηση για την Ψυχή βαθιά και ο Π. Βούλγαρης συμφώνησε. Ουτοπία και ρομαντισμός! Ετσι αντιλήφθηκαν τη συγκρότηση των μαχητών και των μαχητριών του ΔΣΕ; `Η η πολιτική σκοπιμότητα τους οδηγεί σε ασέβεια και προσβολή της υπέρτατης θυσίας; Οπως και να 'ναι, γίνεται αντιληπτό το γιατί δεν μπορούν να καταλάβουν (ο Π. Βούλγαρης είπε ότι ακόμα το ...ψάχνει) πώς συνέβαινε νέα παιδιά να διανύουν αποστάσεις ωρών στο Γράμμο και στο Βίτσι, για να φέρουν σε πέρας την αποστολή τους, με ποια ψυχικά αποθέματα στέκονταν με περιφρόνηση μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα. Τους είναι δύσκολο να σκεφθούν ότι αυτά τα παιδιά είχαν πίσω τους τους ηρωικούς αγώνες της ΟΚΝΕ και της ΕΠΟΝ, των Αετόπουλων, ότι τελικά βρίσκονταν στις γραμμές του ΚΚΕ, ως μέλη ή οπαδοί του. Και ότι αυτό το Κόμμα, στα 30 χρόνια τής μέχρι τότε ύπαρξής του, είχε σημαδέψει ανεξίτηλα την ελληνική κοινωνία χύνοντας ποτάμια αίματος για την εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα. Στις συνθήκες του μαζικού ηρωισμού, τα παιδιά γίνονταν ώριμοι και πολύπειροι άντρες μέσα σε λίγες ημέρες. Αυτά τα παιδιά, καθώς και άλλα αργότερα που προσχώρησαν στον ΔΣΕ, γνώριζαν πολύ καλά τι έκαναν. Και το έκαναν με ψυχή βαθιά. Δεν ήταν χαϊβάνια, που η μοίρα τα 'σπρωξε στον πόλεμο, όπως εμφανίζει τα δύο αδέρφια ο σκηνοθέτης.
Κανένας αγώνας δεν πήγε χαμένος. Πολύ περισσότερο ο αγώνας του ΔΣΕ. Κι αυτό είναι που ενοχλεί πολλές πλευρές. Οταν εμφανίζεσαι κατά και των δύο πλευρών της τότε σύγκρουσης, είναι για να περάσει η λογική του νικητή και να περιφρουρηθεί η κυριαρχία του.
Η ταινία Ψυχή βαθιά φαίνεται ότι πήρε πολλά από την περιβόητη κατάργηση των διαχωριστικών γραμμών που διαρκώς διατυμπάνιζε ο πρώην πρωθυπουργός Κώστας Καραμανλής. Οι κεντρικές ιδέες της απευθύνονται και κολακεύουν ένα πελώριο οπορτουνιστικό ρεύμα που γιγαντώθηκε περισσότερο μετά την αντεπανάσταση του 1989 - 1991. Ενα ρεύμα συμβιβασμού, ενισχυμένο από την παλινδρόμηση συνειδήσεων, από την ηττοπάθεια και τη μοιρολατρία.
Ομως, υπάρχει και η άλλη πλευρά. Η πλευρά του ΚΚΕ και της ΚΝΕ. Των ταξικών κινημάτων της εργατικής τάξης, της φτωχής αγροτιάς, των αυτοαπασχολούμενων, της νεολαίας, χιλιάδων ριζοσπαστών που συνεργάζονται με το ΚΚΕ ή βρίσκονται παραπλήσια. Υπάρχει η πλευρά των ανυπότακτων, όλων αυτών που βρίσκονται σε βαθύ προβληματισμό και αντιστέκονται. Αυτά φοβούνται η πλουτοκρατία και οι ξένοι σύμμαχοί της.
Κάτι άρχισε να κινείται στη λαϊκή συνείδηση, έστω και αργά, έστω και ρηχά ακόμα. Κι ας επιτραπεί αυτό να θεωρήσουμε ότι εκφράζουν τα λόγια του νεαρού Χρήστου Καρτέρη (ο Ανέστης της ταινίας), ο οποίος αυθόρμητα και αγνά είπε στην εκπομπή της Α. Παναγιωταρέα ότι «ένα είδος εμφύλιου συνεχίζεται και σήμερα», αναφερόμενος στην ανεργία, στην αβεβαιότητα και στα άλλα αδιέξοδα της νεολαίας...

Πηγή: Εφημερίδα ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ 


Τρικυμίας εν κρανίω συνέχεια...

Οταν κάποιος, όπως ο Β. Καρδάσης, αγνοεί σκοπίμως τις θεωρητικές -και όχι μόνον- τοποθετήσεις μου περί υπαρκτού ή ανύπαρκτου σοσιαλισμού, οι οποίες κατατείνουν στο να αποδείξουν ότι αυτός κάθε άλλο παρά σοσιαλισμός ήταν (βλέπε και τελευταίο μου βιβλίο «Ο Μαρξ γεννήθηκε νωρίς»), και συνάγει την περί σοσιαλισμού τοποθέτησή μου από ένα άσχετο προς αυτόν σχόλιό μου περί μιας ταινίας, τότε αν δεν είναι ανέντιμος, επιβεβαιώνει ότι βρίσκεται σε διαρκή τρικυμία εν κρανίω. Οταν κάποιος όπως ο Β. Καρδάσης ακολουθώντας τα χνάρια του Ι. Πρετεντέρη (Το Βήμα 7/11/2009) αγνοεί σκοπίμως τις δημόσιες τοποθετήσεις μου κατά των διώξεων των «αναθεωρητών» κατά τη διάρκεια του «υπαρκτού», οι οποίες μάλιστα βρέθηκαν στο επίκεντρο του προσυνεδριακού διαλόγου του ΚΚΕ, και με κατηγορεί ως υπερασπιστή αυτών των διωγμών, τότε, αν δεν είναι ανέντιμος, επιβεβαιώνει ότι βρίσκεται σε διαρκή τρικυμία εν κρανίω.
Οταν κάποιος απ' αφορμή το «Ψυχή βαθιά», όπως ο Β. Καρδάσης, γράφει επί λέξει «για ιδεολογική υπεροχή των ηττημένων» (αλήθεια, υπεροχή σε σχέση με ποιους;) και μετά από λίγες μέρες προσπαθώντας να τα μπαλώσει, αρνείται ότι υποστήριξε αυτήν την υπεροχή, τότε βρίσκεται σε διαρκή τρικυμία εν κρανίω.
Οταν κάποιος, όπως ο Β. Καρδάσης, αφού προηγουμένως έχει απρόκλητα χαρακτηρίσει ως «Ζντάνοφ», «σκοταδιστές», «Πάπες», όσους, όπως η αφεντιά μου, τολμήσαμε να εκφράσουμε μια διαφορετική περί της ιστορίας του εμφυλίου αντίληψη από εκείνη που προκύπτει από την ταινία «Ψυχή βαθιά», με κατηγορεί ως «αμύντορα της "μοναδικής" και "αληθινής" ιστορίας του εμφυλίου», και ως «θιασώτη της μόνης αλήθειας», τότε είτε του περισσεύει το θράσος είτε βρίσκεται σε διαρκή τρικυμία εν κρανίω.
Οταν κάποιος, όπως ο Β. Καρδάσης, σε αντίθεση από τον ίδιο τον σκηνοθέτη της ταινίας, ο οποίος θεώρησε υποχρέωσή του να απαντήσει σε αυτές μία προς μία, αν και ανεπιτυχώς (Ελευθεροτυπία 9/12/09), θεωρεί ότι οι πολύ συγκεκριμένες παραποιήσεις ιστορικών γεγονότων (περί ύπαρξης νικητών και νικημένων ή μη, περί τίτλου, περί ναπάλμ και ρόλου των ντόπιων εθνικοφρόνων, περί τραγουδιού Τσιτσάνη...) τις οποίες και εγώ μεταξύ πολλών άλλων επεσήμανα και τις οποίες για να τον προστατεύσω ως ιστορικό θεώρησα υποχρέωσή μου να του τις μεταφέρω και τηλεφωνικώς πριν τις δημοσιεύσω, «κατέτειναν στη διαφήμιση της ιδεολογικής μου επάρκειας» (χαρά στο πράγμα), τότε αν δεν είναι ανέντιμος βρίσκεται σε διαρκή τρικυμία εν κρανίω... γι' αυτό δηλώνω ότι είναι και η τελευταία φορά που ασχολούμαι μαζί του.
 ΓΙΩΡΓΟΣ ΡΟΥΣΗΣ, Εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ

Προς Ιερά Εξέταση

Το άρθρο του Γ. Ρούση στην «Ε» της 4/12, ως απάντηση στα όσα έγραψα στη στήλη «Χαιρετίσματα στην εξουσία» σχετικά με την αρνητική υποδοχή που επιφύλαξε μερίδα της Αριστεράς στην ταινία του Π. Βούλγαρη, το βρίσκω καθολικά ατυχές.
 Συγχέει σκόπιμα τον όρο «κυρίαρχη» και «κλασική» οπτική που χρησιμοποίησα με τον όρο «κυρίαρχη ιδεολογία» που είναι προδήλως διαφορετικές έννοιες. Ο πρώτος τέθηκε από μέρους μου για να παραπέμψει σε εκδόσεις και έργα τέχνης που κατά πλειονότητα κυκλοφόρησαν μετά τη Μεταπολίτευση και εν πολλοίς υποστήριξαν τον πολιτικό αγώνα των ηττημένων του Δημοκρατικού Στρατού και την κομμουνιστική ιδεολογία τους. Γεγονός αναμφισβήτητο. Ο δεύτερος, η κυρίαρχη ιδεολογία που χρησιμοποιεί ο Γ. Ρούσης, παραπέμπει στους μηχανισμούς παραγωγής ιδεολογίας της κυρίαρχης τάξης (εκπαίδευση, κρατική πολιτική, αστικός Τύπος). Πουθενά δεν πρόβαλα την άποψη ότι αυτοί οι μηχανισμοί ενίσχυσαν ποτέ την επικράτηση της αριστερής εκδοχής περί εμφυλίου.
Εμφανίζεται ο Γ. Ρούσης ως λάτρης ενός ιδεολογικού κομφορμισμού που ανάγεται στην αισθητική του ρεαλισμού. Δικαίωμά του. Δεν ξέρω όμως γιατί δεν μπορεί να κατανοήσει ότι ο καλλιτέχνης έχει την ευχέρεια να κάνει χρήση της Ιστορίας, χωρίς να οφείλει να δώσει εξετάσεις Ιστορίας στους αυτόκλητους Ιεροεξεταστές.
Δεν είναι μία η Ιστορία, συνεπώς με παραξενεύει η τάση του Γ. Ρούση να εμφανίζεται ως ο αμύντορας της «μοναδικής» και «αληθινής» Ιστορίας περί εμφυλίου. Του επισημαίνω επιπλέον ότι το έντιμο ιστορικό έργο δεν διατυπώνει αξιολογικές κρίσεις περί δικαίων και αδίκων, όπως εμφανώς αναζητεί ο ίδιος, απλώς ερμηνεύει. Σύμφωνα με μια άποψη του Γκράμσι, ο ιστορικός που κρίνει το παρελθόν κάνει τρέχουσα πολιτική.
Αντιπαρέρχομαι τις αξιωματικού τύπου επισημάνσεις για την παραποίηση της Ιστορίας από μέρους μου. Διότι μάλλον κατατείνουν στη διαφήμιση της ιδεολογικής επάρκειας του Γ. Ρούση και συνεπώς συνιστούν πταίσματα μπρος στην παρατεταμένη επίκληση της δικής μου... τρικυμίας εν κρανίω. Αδυνατώ ωστόσο να αντιπαρέλθω την καταδίκη μου ως «αντιδημοκράτη» με στοιχεία καθημερινού φασισμού. Ο ακραιφνής ριζοσπαστισμός του Γ. Ρούση προφανώς δεν επιτρέπει τη συνύπαρξη με «μιαρά» όντα που έχουν προσβληθεί από τον αποκηρυγμένο παγκόσμιο αναθεωρητισμό. Ολα τούτα απλώς επιβεβαιώνουν ότι αν κυβερνούσαν ο ίδιος και οι ομοϊδεάτες του θα δίκαζαν προθέσεις, θα καταδίκαζαν απόψεις, θα επιφύλασσαν διώξεις σε διαφωνούντες, ίσως ίσως και κάποιες υποχρεωτικές διακοπές σε νησιά του Αιγαίου για ανεπιθύμητους. Ο θιασώτης της μόνης αλήθειας Γ. Ρούσης ας παραμένει νοσταλγός του αν-υπαρκτού σοσιαλισμού. 

 

«Προσβλέπω σε μια Αριστερά της ανθρωπιάς»

Ο ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ ΑΠΑΝΤΑ ΣΕ ΟΣΟΥΣ ΤΟΥ ΧΡΕΩΝΟΥΝ ΑΓΝΟΙΑ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΑΝΑΚΡΙΒΕΙΕΣ

«Συνήθισα εδώ και χρόνια τα μίζερα δαγκώματα κάποιων αριστερών. Τα ίδια έχουν υποστεί και πολλοί και πιο σημαντικοί από μένα των γραμμάτων και των τεχνών», λέει ο Παντελής Βούλγαρης. Δεξιά, στα γυρίσματα στον Γράμμο. Αριστερά, σκηνή από την «Ψυχή βαθιά» με τους Γ. Αγγέλκο και Χρ. Καρτέρη Η «Ψυχή βαθιά» του Παντελή Βούλγαρη έβγαλε το σινεμά από τις καλλιτεχνικές σελίδες των εφημερίδων και το μετέφερε στις πολιτικές, στις στήλες των απόψεων. Μια ταινία για τον Εμφύλιο ήταν αναμενόμενο να διχάσει την κοινή γνώμη. Μπροστά στο αδελφικό αίμα, που χύθηκε, δεν υπάρχουν αθώοι θεατές, κριτικοί, σκηνοθέτες ή ιστορικοί. Ο καθένας έχει τη δική του ανάγνωση, το δικό του τραύμα, τη δικιά του εμμονή κι ας έχουν περάσει πενήντα χρόνια.Ο Παντελής Βούλγαρης εξήγησε πολλές φορές τις προθέσεις και το όραμά του, από την εποχή κιόλας των γυρισμάτων. Σήμερα, κι ενώ η ταινία πλησιάζει στο τέλος του πρώτου κύκλου της ζωής της, απαντά μέσα από την «Ε», «για πρώτη φορά», όπως λέει, όχι στους επικριτές του γενικά και αόριστα. Αλλά σε εκείνους που διάλεξαν να του επιτεθούν χρεώνοντάς του «άγνοια», «ανακρίβεια» και «παραποίηση» της Ιστορίας.

Δεν έχω σχολιάσει ποτέ κριτικές ή αντιρρήσεις για τις ταινίες μου. Το κάνω για πρώτη φορά και μόνο για όσα γράφτηκαν περί ιστορικής ανακρίβειας, άγνοιας ή και σκόπιμης παραποίησης.

1) Περί της χρήσης των βομβών ΝΑΠΑΛΜ στο Βίτσι και στον Γράμμο τον Αύγουστο του '49.
Αναφορές στο θέμα συνάντησα στην έρευνά μου όλα αυτά τα χρόνια. Για να σιγουρευτώ, παράγγειλα και αγόρασα κινηματογραφικό υλικό από βιβλιοθήκες ιστορικών οπτικοακουστικών ντουκουμέντων της Αγγλίας και των ΗΠΑ.
Τα φιλμ δείχνουν την κατασκευή και αποθήκευση των βομβών στην πρώιμη μορφή τους, σε βαρέλια, και στην κατοπινή, της κανονικής βόμβας, καθώς και τις δοκιμαστικές ρίψεις στον Ειρηνικό. Οι εικόνες αυτές είναι διαθέσιμες για τους ενδιαφερόμενους. Εκτός από την προφανή έρευνα σε Google και την αλληλογραφία με το εξωτερικό, προτού ολοκληρωθεί το μοντάζ της ταινίας επικοινώνησα με τον καθηγητή κ. Γιώργο Μαργαρίτη (δίτομο έργο «Ιστορία του Ελληνικού Εμφυλίου», εκδόσεις Φιλίστωρ) και είχα τη σύμφωνη γνώμη του και την επιβεβαίωση και από δικές του έρευνες ότι η τελειοποιημένη βόμβα ΝΑΠΑΛΜ, ενισχυμένη πλέον με γόμωση φωσφόρου, έπεσε για πρώτη φορά στην Ελλάδα. Περίμενα περισσότερα σχόλια στις εφημερίδες για το γεγονός αυτό, άγνωστο στους πολλούς Ελληνες αλλά και ξένους που πιστεύουν ότι οι ΝΑΠΑΛΜ χρησιμοποιήθηκαν πρώτα στο Βιετνάμ.
2) Περί της στάσης των Ελλήνων αξιωματικών στη σύσκεψη με τον Βαν Φλιτ.
Ο Αμερικανός στρατηγός επιτίμησε με σκαιό τρόπο τους Ελληνες στρατιωτικούς για ανικανότητα και απροθυμία, αν και οι μεγάλες απώλειες του Εθνικού Στρατού ήταν σε μάχες σώμα με σώμα. Μετά μάλιστα τις κυνικές εντολές του να «σκοτώσουν και να απανθρακώσουν» τους αντάρτες, θεώρησα φυσικό να υπάρξει και κάποιος σκεπτικισμός από ελληνικής πλευράς, δεδομένου ότι φαντάροι κι αντάρτες πολεμούσαν σε πολύ κοντινές αποστάσεις, εντός της ακτίνας δράσης της βόμβας ΝΑΠΑΛΜ. Υπήρξαν περιπτώσεις που το πυροβολικό του Εθνικού Στρατού έβαλε κατά λάθος εναντίον φαντάρων, όπως και περιπτώσεις κάποιων στρατιωτών που είχαν ενστάσεις για τις οδηγίες των Αμερικανών (π.χ. αντιστράτηγος Αλέξανδρος Τσιγγούνης, «Ο Συμμοριτοπόλεμος στην Πελοπόννησο», 1961, σελ. 139-151, περί Βαν Φλιτ, συναδέλφων του «yes men» και «τεμενάδων»). Βεβαίως παραμένει γεγονός και φαίνεται ξεκάθαρα στην «Ψυχή βαθιά» ότι εν τέλει η ελληνική στρατιωτική ηγεσία «συμμορφώθηκε» προς τις αμερικανικές υποδείξεις, ο Βαν Φλιτ δεν έφυγε, τα βομβαρδιστικά από Ευρώπη και ΗΠΑ ήρθαν, οι ΝΑΠΑΛΜ έπεσαν και έκαναν στάχτη ανθρώπους και δάση...
Η «Ψυχή βαθιά» δεν θυμίζει μόνον αυτά αλλά και τα έκτακτα στρατοδικεία με τις καταδίκες «τρις εις θάνατον» με συνοπτικές διαδικασίες και τις εκτελέσεις ακόμη και εφήβων. Ολα αυτά υπάρχουν σε πολλές σκηνές της ταινίας...
3) Για τη μομφή ότι τάχα κατά την ταινία «έφταιγαν μόνο οι κακοί ξένοι...».
Αφού σκοτωθήκαμε μεταξύ μας, πώς δεν φταίγαμε εμείς; Το τονίζω στην πρώτη κιόλας σκηνή. Αντλησα το υλικό από το βιβλίο του Μιχάλη Κύρκου «Πίσω από τα κάγκελα», εκδόσεις Φιλίστωρ, σελ. 31-32 και πρόσθεσα τη φράση: «για όσα συμβαίνουν, υπόλογοι στις επόμενες γενιές δεν θα είναι πρωτίστως οι ξένοι». Ωστόσο, είναι αδύνατον να μειώσουμε τον ρόλο των ισχυρών ξένων συμφερόντων. Μήπως ήταν αμελητέος; Οι Αμερικανοί από τότε έβαλαν πόδι στον τόπο μας και έμειναν και καθόρισαν, και σε μεγάλο βαθμό καθορίζουν ακόμη, τα πράγματα στην ευρύτερη περιοχή.
4) Για το τραγούδι «Κάποια μάνα αναστενάζει» του Βασίλη Τσιτσάνη, αν υπήρχε τότε και ποιοι το «αγκάλιασαν».
Πρωτοκυκλοφόρησε το 1947, Parlofon 74100. Τραγουδούν: Στέλλα Χασκίλ, Τσιτσάνης, Βαμβακάρης. (Ντίνος Χριστιανόπουλος, «Ανθολογία τραγουδιών του Βασίλη Τσιτσάνη» και Βασίλης Τσιτσάνης, «Απαντα», επιμέλεια Θεόφιλου Αναστασίου).
Επιπλέον:
«...Στους νυχτερινούς δρόμους των πόλεων, μεθυσμένοι. Στις ταβέρνες και στα καφενεία, στις παράγκες, και στα βουνά, στα αμπριά των υψωμάτων και στα φυλάκια μια τριετία ολάκερη τούτη η σπαραγμένη χώρα -παντού όπου υπήρχε στρατός, παντού όπου υπήρχε αντάρτικο- η χώρα τούτη ολάκερη μια ολόκληρη τριετία τραγούδησε ένα τραγούδι, το ίδιο και πάλι το ίδιο με επιμονή, με σπαραγμό και δάκρυα σ' όλα τα μάτια: Κάποιο απλό, λαϊκό, σερέτικο. Στρατιώτες κλαίγαν, κλαίγαν αντάρτες, εξόριστοι, άμαχοι, άνθρωποι των πόλεων. Το απαγόρεψαν, το κυνήγησαν. Μα εκείνο ανίκητο. Πάνω στα υψώματα απ' τα μεγάφωνα των Μονάδων που ήταν στημένα κι απ' τα χωνιά τ' αντάρτικα, τρία ολάκερα χρόνια τραγουδούσαν το ίδιο τραγούδι:
"Κάποια μάνα αναστενάζει / μέρα νύχτα ανησυχεί...".
(απόσπασμα από την «Πυραμίδα '67» του Ρένου Αποστολίδη).
5) Ας ξαναπώ και για τον τίτλο «Ψυχή βαθιά».
Ασφαλώς ήξερα ότι ήταν σύνθημα του ΕΛ.ΑΣ., ότι ο Νίκος Ζαχαριάδης το είχε αποκηρύξει και οι ποινές των παραβατών στο ΔΣΕ ήταν βαρύτατες. Ο Πανελλήνιος Σύλλογος Μνήμης «Αρης Βελουχιώτης» είχε στείλει και σε εφημερίδες και σ' εμένα μακροσκελή επιστολή για το θέμα τις παραμονές έναρξης των γυρισμάτων, φθινόπωρο του 2008, είχαμε μάλιστα μακρά τηλεφωνική επικοινωνία. Επέμεινα γιατί ως σύνθημα, ως λαϊκή ευχή που ακόμη και σήμερα λέγεται στην απλή καθημερινότητα πολλών αγροτικών περιοχών, γεμίζει την καρδιά μου. Είναι σύνθημα αγώνα, κουράγιου και αξιοπρέπειας. Ακούγεται επανειλημμένα στην ταινία «Λόλα» του Ντίνου Δημόπουλου, σε σενάριο του Βαγγέλη Γκούφα. Ο Λάκης Σάντας βλέποντας την «Ψυχή βαθιά» θυμήθηκε ότι μέχρι πριν από λίγα χρόνια παλιοί αγωνιστές είχαν αυτές τις δύο λέξεις ως χαιρετισμό και αντιχαιρετισμό σε συναντήσεις τους. Και η Ελλη Παπά έτσι κλείνει την τελευταία της συνέντευξη που προβλήθηκε πρόσφατα στην τηλεόραση, με την ευχή-σύνθημα «Ψυχή βαθιά».
* Τελειώνω με μια παρατήρηση.
Συνήθισα εδώ και χρόνια, από το «Χάπι Ντέι» και τα «Πέτρινα χρόνια», τα μίζερα δαγκώματα κάποιων αριστερών. Δεν τρομοκρατούμαι. Συνεχίζω να διατυπώνω τη γνώμη μου ρισκάροντας και προσβλέποντας σε μια Αριστερά της ανθρωπιάς.
Τα ίδια έχουν υποστεί πολλοί και πολύ πιο σημαντικοί των γραμμάτων και των τεχνών από μένα, όπως ο Μίκης Θεοδωράκης για το «Τραγούδι του Νεκρού Αδελφού», ο Αρης Αλεξάνδρου για «Το κιβώτιο», ο Δημήτρης Χατζής για τους «Ανυπεράσπιστους».