Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παράδοση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παράδοση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 23 Ιανουαρίου 2013

Τα βασίλεια της φαντασίας


Μια περιπλάνηση στις ουτοπίες που ξεπήδησαν από την πένα των μαέστρων της λογοτεχνίας, για να χωρέσουν οι αλλόκοτοι, χρωματιστοί, υπέροχοι ήρωές τους.
Της Αναστασίας Καμβύση
Περπατώ εις το δάσος
eksofylloΕν αρχή ην το δάσος των αδερφών Γκριμ. Εκεί όπου λουφάζει ένας πρίγκιπας μεταμορφωμένος σε βάτραχο, εκεί που ο Χάνσελ και η Γκρέτελ ανακαλύπτουν το σπίτι από ζαχαρωτά. Στο δάσος θα συναντήσει ο πρίγκιπας ένα κάστρο,
όπου όλοι έχουν πέσει σε βαθύ ύπνο, και ένα χαμένο κοριτσάκι μια μικροσκοπική καλύβα με νάνους. Παραδόξως, ένα από τα ωραιότερα δάση της παγκόσμιας λογοτεχνίας, Το Δάσος Ανάμεσα στους Κόσμους, σιωπηλό και «χορταστικό σαν τούρτα δαμάσκηνο», βρίσκεται πίσω από μια ντουλάπα. Εκεί όπου βρίσκεται και η είσοδος στη Νάρνια, τη μυθική χώρα που γέννησε η φαντασία του Κ.Σ. Λιούις στα «Χρονικά της Νάρνια» (εκδ. Κέδρος): ένα σύμπαν από κόσμους που συμπεριλαμβάνει και τον δικό μας. Κανείς δεν ξέρει με ποιον τρόπο οι κάτοικοι της Νάρνια μετράνε τον χρόνο, ούτε ακριβώς σε πόσα είδη ανήκουν οι ίδιοι. Σίγουρα, υπάρχουν άνθρωποι σαν εμάς, αλλά και τα πλάσματα που δημιούργησε ο Ασλάν, το πανίσχυρο λιοντάρι που τη διαφεντεύει. Είναι αδύνατον να μιλήσει κανείς για τα δάση των παραμυθιών χωρίς να αναφερθεί στην περίφημη Μέση Γη στον «Άρχοντα των δαχτυλιδιών» (εκδ. Κέδρος) του Τζ. Ρ.Ρ. Τόλκιν, αλλά και μάταιο να προσπαθήσει να την περιγράψει. Ευτυχώς, υπάρχουν και μικρότερα μέρη όχι μόνο για να συναντήσει κανείς τη μαγεία, αλλά και για να τη διδαχθεί.
Οι Ναοί της μάθησης, άντρο της φαντασίας
Υπάρχει ένα κάστρο στη Σκοτία που στεγάζει τη Σχολή Χόγκουαρτς για Μαγείες και Ξόρκια, ένα σχολείο για νεαρούς μάγουςannecyκαι μάγισσες μεταξύ 11 και 18 ετών που ζουν στο Ηνωμένο Βασίλειο και στην Ιρλανδία, ανάμεσά τους και ο νεαρός Χάρι Πότερ, τον οποίο μας συστήνει η Τζ.Κ. Ρόουλινγκ στο βιβλίο «Ο Χάρι Πότερ και η φιλοσοφική λίθος» (εκδ. Ψυχογιός). Πανίσχυρα ξόρκια κάνουν την ύπαρξη του κάστρου (στις κινηματογραφικές εκδοχές του Χάρι Πότερ το «υποδύθηκε» το πανέμορφο και πολύ αληθινό Alnwick Castle) αόρατη στους μη μάγους (τους μαγκλ), ενώ διαθέτει το δικό του πρωτότυπο ταχυδρομείο, τον Κουκουβαγιώνα (από όπου οι μαθητές επικοινωνούν με τον έξω κόσμο με τη βοήθεια της κουκουβάγιας τους) και υπέροχες κρυψώνες, όπως το δωμάτιο που πηγαινοέρχεται στον έβδομο όροφο. Τον παραμυθένιο κόσμο των μάγων που κυκλοφορούν ανάμεσα στους μη μάγους  συμπληρώνουν το χωριό Χόγκσμιντ, όπου και η καλύβα που ουρλιάζει, το πιο στοιχειωμένο κτίριο στη Βρετανία. Τέλος, στο Λονδίνο βρίσκεται η Διαγώνιος Αλέα, η περίφημη αγορά των μάγων, η είσοδος της οποίας βρίσκεται στην πίσω αυλή του μπαρ «Το Ραγισμένο Τσουκάλι», όπου οι μαθητές μπορούν να προμηθευτούν μαγικά ραβδιά και βιβλία που χρειάζεται να μένουν αλυσοδεμένα για να μη δαγκώσουν τον αναγνώστη τους. Άλλα διάσημα σχολεία φανταστικών κόσμων είναι το Αθέατο Πανεπιστήμιο του Τέρι Πράτσετ («Το φως της μαγείας», εκδ. Παραπέντε) και, φυσικά, η Οξφόρδη στο «Αστέρι του βορρά» του Φίλιπ Πούλμαν (εκδ. Ψυχογιός), ενός σπουδαίου μαέστρου της λογοτεχνίας του φανταστικού, ανώτερου για πολλούς, ανάμεσά τους κι εγώ, τόσο του αρχιμάστορα Τόλκιν όσο και της «πρώτης κυρίας» Ρόουλινγκ.
 Χώρες μαγικές, ονειρεμένες
Βέβαια, τις ωραιότερες χώρες τις ανακαλύπτει κανείς ταξιδεύοντας, όπως ο Γκιούλιβερ, πέφτοντας σε μια κουνελότρυπα, όπως η Αλίκη, ή διασχίζοντας απλώς ένα  τείχος, όπως ο Τρίσταν στην «Αστερόσκονη» του Νιλ Γκάιμαν (εκδ. Κέδρος). Στη Χώρα των Θαυμάτων και στη Χώρα του Ποτέ Ποτέ όλα μπορούν να συμβούν, και συμβαίνουν. Όταν η Αλίκη πέφτει από την Κουνελότρυπα, τα θαύματα δεν έχουν τελειωμό. Ζώα ντυμένα με ρούχα και ανθρώπινη συμπεριφορά, γάτες που εξαφανίζονται, κάμπιες που καπνίζουν ναργιλέ. Μάλιστα, ναργιλέ. Στα λημέρια του αγοριού που δεν μεγαλώνει ποτέ, γι’ αυτό και το βασίλειό του ονομάζεται Χώρα του Ποτέ Ποτέ, το μοναδικό ρολόι που ακούγεται βρίσκεται στην κοιλιά ενός κροκόδειλου, κι αυτό ίσα που ακούγεται κάτω από τις φωνές και τα γέλια των αγοριών. Στα «Ταξίδια του Γκιούλιβερ»(εκδ. Μεταίχμιο) οι αλλόκοτες χώρες και οι ακόμη πιο αλλόκοτοι κάτοικοί τους εναλλάσσονται με τέτοια ταχύτητα, που αναρωτιέσαι για πόσα διαφορετικά πράγματα ήθελε να μιλήσει ο Τζόναθαν Σουίφτ όταν περιέγραφε τη Λιλιπούτη, τη Βροβδινγνάγη, τη Λαπούτα, τη Γλουβδοβδρίβη ή το βασίλειο των Χουιχνχνιανών. Όσο για τη χώρα των ξωτικών που πλάθει ο Γκάιμαν, εκεί μπορείς να πιάσεις ακόμη και ένα αστέρι από τον ουρανό και να το κάνεις δικό σου, παρόλο που στο κατώφλι σου βρίσκονται οι νεκροί άρχοντες του Ανεμόβροχου και η μοχθηρή βασίλισσα-μάγισσα Λίλιμ.
bΜιλώντας για μοχθηρές μάγισσες, θα βρούμε μία από τις πιο διάσημες στην ιστορία των παραμυθιών στη χώρα του «Μάγου του Οζ» (εκδ. Άμμος), όπου κουμάντο κάνουν μάγοι και μάγισσες από τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Η Κακιά Μάγισσα της Ανατολής καταδυναστεύει τη χώρα των Τραγανούληδων και εκείνη της Δύσης τη χώρα των Αταχτούληδων. Η Σμαραγδένια Πολιτεία είναι το άντρο ενός απατεώνα και, τελικά, το μόνο ασφαλές μέρος στη χώρα είναι ο δρόμος που είναι στρωμένος με κίτρινες πλάκες. Ακολουθώντας τον, μπορεί και να φτάνει κανείς ως τον ουρανό, εκεί όπου ο πιο μοναχικός πρίγκιπας στην ιστορία των παραμυθιών περιπλανιέται ανάμεσα στους πλανήτες, πριν καταλήξει στον γαλαζοπράσινο πλανήτη με τις αλεπούδες που θέλουν να εξημερωθούν. «Ο μικρός πρίγκιπας (εκδ. Πατάκη) του Αντουάν Ντε Σαιντ Εξυπερύ (μοναδικός κάτοικος, μαζί με ένα τριαντάφυλλο, του αστεροειδούς Β612) και η αφοπλιστική ειλικρίνειά του είναι οι καλύτεροι ξεναγοί στον κόσμο του ουρανού και στους αλλόκοτους κατοίκους του, όλοι τους αντικατοπτρισμοί προσώπων και πραγμάτων και αφορμές για γνώση και συμμόρφωση.
Οι θεοί του Ολύμπου στη Νέα Υόρκη
Ευτυχώς, δεν είναι όλα τα μικρά αγόρια τόσο μελαγχολικά, όσο ο Μικρός Πρίγκιπας. Ο Πέρσι Τζάκσον, για παράδειγμα, είναι ένα δωδεκάχρονο αγόρι από τη Νέα Υόρκη με δυσλεξία και σύνδρομο διάσπασης προσοχής. Μετά από απανωτές αποβολές από το σχολείο, εξαιτίας της αλλόκοτης συμπεριφοράς του, μαθαίνει τι κρύβεται πίσω απ’ όλες τις κακοτυχίες που τον συνοδεύουν: Ο Πέρσι είναι ημίθεος, γιος μιας θνητής και ενός θεού και -ναι, σωστά θυμάστε- σε αυτού του είδους τις σχέσεις είναι που διέπρεπαν οι αρχαίοι Έλληνες θεοί. Ο συγγραφέας της σειράς «Ο Πέρσι Τζάκσον και οι Ολύμπιοι»(εκδ. Πάπυρος) Ρικ Ριόρνταν τοποθετεί το δωδεκάθεο των Ελλήνων στις αρχές του 21ου αιώνα σε έναν μυθικό 600ό όροφο στο Εμπάιρ Στέιτ Μπίλντινγκ στη Νέα Υόρκη. Όσο για τον Πέρσι και τα υπόλοιπα νόθα των θεών, ο Ριόρνταν τα μαζεύει σε μια κατασκήνωση έξω από το Λονγκ Άιλαντ, την οποία διευθύνει ο Κένταυρος Χείρων και κυκλοφορούν κάθε είδους πλάσματα από την αρχαία ελληνική μυθολογία. Σε αντίθεση με τον Πέρσι, που αντλεί τη δύναμή του από τη θεϊκή του καταγωγή, ένας άλλος έφηβος υπερήρωας βασίζεται μόνο στο μυαλό του (εντάξει, και στην τεράστια περιουσία του πατέρα του). Ο δαιμόνιος Αρτέμης Φάουλ του «Όουεν Κόλφερ» (εκδ. Ψυχογιός) δεν διστάζει να κηρύξει πόλεμο στη φυλή των ξωτικών και να διεκδικήσει το χρυσάφι τους. Άλλο ένα διάσημο ορφανό της λογοτεχνίας (ο πατέρας του αγνοείται) που ζει σε έναν κόσμο που θα μπορούσε να είναι ο δικός μας, αν δεν κυκλοφορούσαν σε αυτόν τόσο πολλά φτερωτά πλάσματα και τρολ. Λιγότερα φτερωτά πράγματα, περισσότερα παιχνίδια του μυαλού υπάρχουν στα «Διόδια της φαντασίας» του Τζάστερ Νόρτον (εκδ. Κέδρος) στη χώρα που μπαίνει ο Μίλο όταν ανοίγει ένα αλλόκοτο δώρο, μια Πύλη Διοδίων για τη Λεξικούπολη,  το Νησί των Βιαστικών Συμπερασμάτων και την Κοιλάδα της Σιωπής, και καταλήγει να προσπαθεί να σταματήσει τον πόλεμο που άρχισαν τα Γράμματα με τους Αριθμούς.
Οι χώρες των μαγικών πλασμάτων δεν έχουν τελειωμό, όπως ακριβώς και η «Ιστορία χωρίς τέλος», η ατέλειωτη ιστορία του Μίχαελ Έντε (εκδ. Ψυχογιός), με ήρωα τον μικρό Μπάλταζαρ Μπουξ, που ανακαλύπτει μέσα σε ένα βιβλίο έναν άλλο κόσμο με ατέλειωτες περιπέτειες.
Ακριβώς αυτό που κάνουμε όλοι εμείς κάθε φορά που ξαναδιαβάζουμε το αγαπημένο μας παραμύθι.

Δευτέρα 8 Οκτωβρίου 2012

Από το φολκλόρ του εθνικισμού στο έθνικ 2004

folklor_paradosi Tου Πάρι Κωνσταντινίδη



Αν και ο (ηγεμονικός) εθνικισμός του 20ου αιώνα όπλισε ιδεολογικά ορισμένα αυταρχικά και ολοκληρωτικά καθεστώτα, τα οποία άσκησαν εγκληματική πολιτική, οι απαρχές του είναι περισσότερο αντιηγεμονικές-απελευθερωτικές, παρά καταπιεστικές. Κατά τον 18ο αιώνα, όπως ο πολιτικός φιλελευθερισμός επεδίωκε κράτος δικαίου, κοινοβούλια και νόμους για να περιορίσουν και να ελέγξουν την αυθαίρετη εξουσία του μονάρχη με απώτερο στόχο τη δημοκρατία, έτσι και ο εθνικισμός αντιπαρέθετε το Έθνος ως νόμιμο πολιτικό υποκείμενο απέναντι στην απολυταρχική εξουσία.
Εκείνη την εποχή στις «Παρατηρήσεις για την κυβέρνηση της Πολωνίας» έγραφε ο Ζαν Ζακ Ρουσσώ ότι: «Δεν υπάρχουν πλέον σήμερα Γάλλοι, Γερμανοί, Ισπανοί ή ακόμη και Άγγλοι, ό,τι κι αν λένε· υπάρχουν μόνο Ευρωπαίοι. Όλοι έχουν τα ίδια γούστα, τα ίδια πάθη, τα ίδια έθιμα, γιατί κανείς δεν έλαβε εθνική διαπαιδαγώγηση από έναν συγκεκριμένο θεσμό»,* δείχνοντας το δρόμο για τη μεθοδική κατασκευή της εθνικής-λαϊκής «παράδοσης». Βέβαια, όταν ο Ρουσσώ αναφερόταν σε «Ευρωπαίους», είχε υπόψιν του την αριστοκρατία και τα ανώτερα στρώματα με τη διεθνοποιημένη, «γαλλική» κουλτούρα τους.
Γι αυτό και στην εποχή του ρομαντισμού, το 19ο αιώνα, ο Γιόχαν Γκότφριντ Χέρντερ υπερασπιζόμενος τη γερμανική λαϊκή κουλτούρα, απέκλειε τη «γαλλίζουσα» αριστοκρατία του γερμανόφωνου χώρου από τον Λαό απονομιμοποιώντας την ηγεμονία της σε συμβολικό επίπεδο. Όπως παρατηρεί στο «Φολκλόρ και Παράδοση» ο Γιώργος Μανιάτης, οι σχέσεις εθνικισμού-ρομαντισμού είναι πολυδιάστατες. Από τη μία συνδέονται με τα ελευθεριακά και φιλελεύθερα χαρακτηριστικά των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων, από την άλλη με τις συντηρητικές αντιλήψεις περί επιστροφής σε ένα εξιδανικευμένο «αυθεντικό» και «άφθαρτο» παρελθόν.
Μέσα από το πρίσμα ιδεολογιών της νεωτερικότητας, λοιπόν, γεννήθηκε το ενδιαφέρον για την εθνική ή λαϊκή «παράδοση». Δεν πρόκειται όμως για την παράδοση αυτήν καθαυτήν, αλλά για το φολκλόρ. Η βιωμένη παράδοση είναι «ζωντανή» και αενάως μεταβαλλόμενη, καθώς αναπροσαρμόζεται συνεχώς στις εκάστοτε ανάγκες και συνθήκες ζωής των φορέων της, δηλαδή των ανθρώπων και κοινωνικών ομάδων ή κοινοτήτων που τη βιώνουν και την αναπαράγουν. Αντιθέτως η επίσημη «παράδοση» ως φολκλόρ, συλλέγει επιλεκτικά κάποια στοιχεία από την παράδοση και τα παρουσιάζει ως παράσταση, αποκομμένα από την κοινωνική τους λειτουργία. Εύστοχη είναι η διαπίστωση της Ελεονώρας Σκουτέρη, ότι «ορισμένες φορές, οι πολιτιστικές αναβιώσεις μοιάζει να αναπροσαρμόζονται στον κύκλο της τουριστικής πολιτικής και όχι στον κύκλο της αγροτικής παραγωγής».
Τις διαφορές μεταξύ φολκλόρ και παράδοσης δείχνει η Λητώ Φλωράκη, αναλύοντας την επιτέλεση ενός παραδοσιακού εθίμου από τους ίδιους τους κατοίκους του χωριού Γραμμενίτσας της Άρτας στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης και στην πλατεία του χωριού τους. Το «Γαϊτανάκι» ως βιωμένη παράδοση επιτελείται στο χωριό για τη διασκέδαση των κατοίκων του· τα όρια μεταξύ τελεστών και κοινού είναι ασαφή και μεταβαλλόμενα, ενώ η εξέλιξη του ανοιχτή και «απρόβλεπτη». Αντιθέτως στη σκηνή του Μεγάρου Μουσικής το «Γαϊτανάκι» δεν είναι βίωμα, αλλά παράσταση με συγκεκριμένη σκηνοθεσία και με σαφή διαχωρισμό κοινού-τελεστών, η οποία μάλιστα δεν τελέστηκε με τον σύγχρονο τρόπο, αλλά με βάση μία παλαιότερη «αυθεντική» μορφή της.
Ενώ ο νεωτερισμός αντιμετωπίζει την παράδοση ως φολκλόρ, ο μετανεωτερισμός την αντιμετωπίζει ως φολκλορισμό ή αλλιώς έθνικ. Και στις δύο περιπτώσεις πρόκειται για την ιδεολογική αντιμετώπιση της παράδοσης από τις αστικές, εθνικές και υπερεθνικές πολιτικο-κοινωνικο-οικονομικές ελίτ. Και στις δύο περιπτώσεις η «αυθεντική», «γνήσια», «αγνή» παράδοση είναι κάτι το «εξωτικό», μακρυά από το «εδώ» των πολιτισμικά κυριάρχων. Στο φολκλόρ το ρόλο αυτό παίζει η εκάστοτε εγχώρια ύπαιθρος, ενώ στο έθνικ οι μη «δυτικοί» ή/και μη «αστικοί» πολιτισμοί. Η αντίληψη του εκάστοτε κέντρου για το «εξωτικό» είναι στατική, σαν το τελευταίο να μην μεταβάλλεται ποτέ, κι αυτό εξυπηρετεί την ανάγκη του πρώτου για μία σταθερά, ώστε να αυτοπροσδιορίζεται, σημειώνει η Μαρία Παπαπαύλου. Ο Παύλος Κάβουρας επισημαίνει ότι το φολκλόρ είναι ένας αυτοαναφορικός πολιτισμικός μονόλογος, ενώ το έθνικ της παγκοσμιοποίησης είναι ένα μόρφωμα με διαλογικό προσωπείο όπου η διαφορετικότητα εξουδετερώνεται και ομογενοποιείται επικυρώνοντας την ηγεμονία του ταξινομικού Εγώ των πολιτισμικά κυριάρχων.
Ωστόσο εκτός από τους έθνικ καλλιτέχνες που γίνονται ένα ακόμα αντικείμενο-προϊόν για το δυτικό υποκείμενο-αγοραστή, υπάρχουν κι αυτοί που γίνονται οι ίδιοι το υποκείμενο που κοιτά με τη δική του ματιά την παράδοσή του, για να εξυπηρετήσουν τις δικές τους ανάγκες έκφρασης. Ένα ενδιαφέρον παράδειγμα αποτελεί η μουσική Τσάλγκα (Chalga) στη Βουλγαρία, που αποτελεί μία μίξη των διαφορετικών και ετερόκλητων παραδοσιακών μουσικών πολιτισμών της Βουλγαρίας με τη δυτικότροπη μουσική. Η Τσάλγκα πήρε κεντρική θέση στη Βουλγαρία εκτοπίζοντας τον επίσημο μουσικό πολιτισμό του κομμουνιστικού καθεστώτος, το φολκλόρ και την κλασική μουσική, ενώ ταυτόχρονα αντέδρασε στο νεοεθνικισμό και στη δυτικότροπη παγκοσμιοποίηση των νεώτερων χρόνων. Η Τσάλγκα παρωδεί τη βουλγαρική καθημερινότητα, το ψέμα, τη διαφθορά και την αλλοτρίωση, χωρίς να έχει ιδεολογία. Περιγράφει απλώς το βίωμα. Αποτελεί εναλλακτική πολιτική έκφραση, αρνούμενη να έχει πολιτική σημασία. Δεν ασκεί κριτική στα πλαίσια της παραδοσιακής πολιτικής αντιπαράθεσης, αλλά αρνείται εξολοκλήρου τη λογική της. Στην Τσάλγκα, μουσική και πολιτική αποκτούν το δικό τους αυτόνομο νόημα, που διαφέρει από τις ταξινομικές κατηγορίες του δυτικού ορθολογισμού, σύμφωνα με τον Κάβουρα.
Στο «Φολκλόρ και παράδοση: Ζητήματα ανα-παράστασης και επιτέλεσης της μουσικής και του χορού» –μεταξύ άλλων- γίνεται επίσης λόγος για το «Λύκειο των Ελληνίδων» (Ρένα Λουτζάκη), το τραγούδι Ghana στη Μάλτα, του οποίου η καθιέρωση θυμίζει την εξέλιξη του ρεμπέτικου (Βασιλική Λαλιώτη), για τη σχέση φολκλόρ και έθνικ στην τούρκικη δισκογραφία (Σοφία Κομποτιάτη), και για το φολκλόρ και την παράδοση στην ελληνική τηλεόραση (Νίκος Πουλάκης). Τον συλλογικό τόμο κλείνει ο Παύλος Κάβουρας με μία ενδιαφέρουσα ανάλυση των τελετών έναρξης και λήξης των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 στην Αθήνα, όπου στοιχεία του φολκλόρ και του έθνικ αλληλοδιαπλέκονται. Πρόκειται ίσως για το σπουδαιότερο ελληνόφωνο συλλογικό έργο των τελευταίων χρόνων, για την πραγμάτευση του ζητήματος της σχέσης του φολκλόρ του εθνικισμού και του έθνικ της παγκοσμιοποίησης με την παράδοση.
* Για το απόσπασμα επιλέχθηκε η μετράφραση από το: Esteban Buch, «Beethoven: η ενάτη συμφωνία, Μια πολιτική ιστορία», μτφρ. Ελένη Αναστασάκη, Δαρδανός, Αθήνα 2003. σελ. 51.