Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βιβλία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βιβλία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 23 Ιανουαρίου 2013

Από το χαρτί στην οθόνη


Το έντυπο βιβλίο θα εκτοπιστεί από το ψηφιακό; Κι αν ναι, τι αλλάζει στον τρόπο που θα διαβάσουμε;
Του Σωτήρη Βανδώρου
eksofylloΤίποτε από αυτά που συμβαίνουν τους τελευταίους μήνες δεν είναι απολύτως καινοφανές, αλλά αν κανείς τα αντιμετωπίσει σωρευτικά υποψιάζεται ότι είμαστε στα πρόθυρα τεκτονικών μετατοπίσεων στο πεδίο της ανάγνωσης και πιθανόν σε όλο το οικοδόμημα της εκδοτικής βιομηχανίας.
Μπορεί οι e-readers (συσκευές ανάγνωσης που έχουν δυνατότητα αποθήκευσης κι επεξεργασίας ηλεκτρονικών βιβλίων κι άλλων κειμένων) να πρωτοβγήκαν στην αγορά πριν από 12 χρόνια και να πέρασαν τη μισή, τουλάχιστον, ζωή τους στην αφάνεια. Σήμερα όμως είναι τόσο εκλεπτυσμένοι και προσομοιάζουν στη σελίδα του έντυπου βιβλίου τόσο ικανοποιητικά ώστε έχουν δώσει ισχυρή ώθηση στην πώληση ηλεκτρονικών βιβλίων (e-books): το διαδικτυακό βιβλιοπωλείο-κολοσσός Amazon πούλησε περισσότερα ηλεκτρονικά παρά συμβατικά βιβλία, για πρώτη φορά τα Χριστούγεννα.
Μπορεί η ψηφιοποίηση κειμένων να είναι μια παλιά υπόθεση –το Project Gutenberg ξεκίνησε το μακρινό 1971– σήμερα όμως η φιλόδοξη Google σκανάρει με καταιγιστικούς ρυθμούς βιβλία, έχοντας ξεπεράσει τα επτά εκατομμύρια. Δημόσιοι φορείς ψηφιοποιούν συλλογές τους και τις διαθέτουν δωρεάν στο Διαδίκτυο, καινοτόμες εταιρίες σαν την Apple μπαίνουν στο παιχνίδι με συσκευές όπως το I-pad που προορίζεται και για ανάγνωση βιβλίων, οι εκδότες –και στην Ελλάδα– επενδύουν στο ψηφιακό βιβλίο, εφαρμογές για κινητά τηλέφωνα λανσάρονται κι ο κατάλογος τέλος δεν έχει. Κι αν παλαιότερες γενιές αναγνωστών αντιμετωπίζουν με αδιαφορία ή και εχθρότητα αυτές τις εξελίξεις, οι νεότερες –που ήρθαν πιθανότατα πρώτα σε επαφή με οθόνες παρά με έντυπα κείμενα– δεν έχουν κανέναν ενδοιασμό να τις οικειοποιηθούν.
Κανείς δεν είναι σε θέση να προβλέψει πώς ακριβώς θα εξελιχθούν τα πράγματα, αλλά έχουμε την αίσθηση ότι θα βιώσουμε μια κατάσταση περισσότερο ενδιαφέρουσα, διαφοροποιημένη κι αντιφατική απ΄ όσο μια τεχνοφοβική, νοσταλγική προσέγγιση διαβλέπει θρηνώντας – βλ. ενδεικτικά «The Gutenberg Elegies». Εξίσου, όμως, ίσως είναι επιπόλαιο να προεξοφλούμε ενθουσιασμένοι πως το τυπωμένο χαρτί έκλεισε τον κύκλο του κι ότι μόνο η ληξιαρχική πράξη θανάτου εκκρεμεί (που θα βγάλει η «γενιά του download») – βλ. ενδεικτικά «Print Is Dead».
Το σημαντικό ερώτημα είναι αν και πώς ο υπό συγκρότηση ψηφιακός χώρος ανάγνωσης (και γραφής) επαναπροσδιορίζει τον αντίστοιχο χώρο της εποχής της τυπογραφίας. Τα νέα μέσα μεταλλάσσουν, άραγε, το βιβλίο μόνο ως προς την υλική του μορφή, ή επιφέρουν βαθύτερες μεταβολές που αγγίζουν την ίδια την έννοια του βιβλίου όπως έχει καθιερωθεί λίγο-πολύ τα τελευταία 500 χρόνια; Θα περιθωριοποιήσει ή ακόμη κι αντικαταστήσει η ψηφιακή ανάγνωση την έντυπη, θέτοντας τον δικό της αναγνωστικό «κανόνα»; Ή θα συνυπάρξουν; Και θα πρόκειται για μια αρμονική σχέση συμπληρωματικότητας ή έντασης και σύγκρουσης;
Οι νέες τεχνολογίες πάνε κόντρα στη γραμμική αφήγηση
Ας σκεφτούμε το έντυπο βιβλίο σε αντιπαραβολή προς μια ηλεκτρονική συσκευή, συνδεδεμένη με το διαδίκτυο. Το πρώτο ευνοεί τη γραμμική γραφή κι ανάγνωση, τη σταθερότητα, έχει τελικό κλείσιμο κι επομένως οριστική έκβαση, είναι ένα αυτοτελές έργο σε παγιωμένη μορφή (κάτι που τονίζεται και από την ιδιότητά του ως υλικό αντικείμενο: διακρίνεται σαφώς από αυτά που το περιβάλλουν). Αντίθετα, τα νέα μέσα, ευνοούν τη διασυνδεσιμότητα και τη δυνατότητα άμεσης μετάβασης σε μη συνεχόμενα σημεία εντός του κειμένου και, βεβαίως, εκτός αυτού. Αντί της σταθερότητας και της οριστικής μορφής, προκρίνεται η παροδικότητα και μετατρεψιμότητα του κειμένου, η ταχύτητα, η αλλαγή, η διαδραστικότητα.
Μπροστά στην οθόνη, η ίδια η –αυτονόητη την εποχή της τυπογραφίας– οργάνωση της γνώσης στις δομές βιβλίο-εγκυκλοπαίδεια-βιβλιοθήκη τείνει να γίνεται όλο και περισσότερο άνευ αντικειμένου, αφού τα πάντα τείνουν να συναιρούνται σε ένα δίκτυο μη ιεραρχικών κειμενικών αλληλοπαραπομπών με ή χωρίς συνδέσμους (links). Αλλά και η διαφορά μεταξύ φερ’ ειπείν βιβλίου, εφημερίδας, blog κ.ο.κ. υποσκάπτεται. Ακόμη χειρότερα, θα ισχυριζόταν κάποιος, αυτά συμβαίνουν σ’ ένα ψηφιακό περιβάλλον που ευνοεί τα γραφικά και τα οπτικοακουστικά μέσα σε βάρος του κειμένου. Το τελευταίο βιώνει έτσι έναν ανεπανάληπτο ανταγωνισμό: αν με τη συσκευή μου, μπορώ να ακούω μουσική, να βλέπω ταινίες και τηλεόραση, να επικοινωνώ με φίλους και γνωστούς, να «σερφάρω» ακατάπαυστα στο διαδίκτυο και να διαβάσω το βιβλίο που έχω αποθηκεύσει σε αυτό –κι αν όλα αυτά απέχουν μεταξύ τους όσο ο δείκτης μου από ένα πλήκτρο– τότε ο πειρασμός να μετατραπώ σε έναν επιπόλαιο αναγνώστη-σέρφερ φαντάζει σχεδόν ακαταμάχητος. Μπορεί κάποιος να πει λοιπόν ότι το υβριδικό μόρφωμα των vooks (ψηφιακά βιβλία στα οποία το κείμενο διαδέχεται βίντεο κ.ο.κ.) συνιστά χαρακτηριστικό παράδειγμα «προσαρμογής» του βιβλίου στο νέο του περιβάλλον: το κείμενο διακόπτεται κινούμενη εικόνα, μετατρέπεται σε πολυμέσο και τελικά χάνει (;) την ιδιαιτερότητά του. Μήπως, επομένως, η μοίρα του βιβλίου είναι να ενσωματωθεί σε μια απίθανη ροή ψηφιακών δεδομένων, από την οποία το ίδιο δύσκολα θα ξεχωρίζει πια;

Υπερκείμενο

Πριν μας πιάσουν οι μαύρες σκέψεις, πρέπει να δούμε και την άλλη όψη. Η κατεξοχήν εθισμένη στην ψηφιακή ανάγνωση ακαδημαϊκή κοινότητα δεν έχει μεταβάλλει ιδιαίτερα τις πρακτικές της, αλλά τουναντίον έχει προωθήσει μέσω της ψηφιακής τεχνολογίας τη διαφύλαξη και διάδοση έργων δυσπρόσιτων και σπάνιων, χαρίζοντάς τους μια δεύτερη ζωή. Η ευκολία πρόσβασης στα κείμενα που έχει επιτευχθεί συνιστά ένα τεράστιο κέρδος: δημιουργεί, δυνητικά τουλάχιστον, νέους αναγνώστες και πολλαπλασιάζει τις δυνατότητες των παλαιών. Υπό μια έννοια, πρόκειται για έναν εκδημοκρατισμό της ανάγνωσης.
Επιπλέον, η γραμμικότητα στη γραφή και την ανάγνωση δεν είναι κάτι το «φυσικό», αλλά συνιστά μια πολιτισμική επιλογή η οποία επηρέασε κι επηρεάστηκε από την τυπογραφία. Δεν είναι η μοναδική, ούτε απαραίτητα η καλύτερη. Τον 20ο αιώνα πλήθος ρευμάτων σκέψης αμφισβήτησε τον κανόνα της. Κανείς μπορεί να επικαλεστεί ακόμη και τον Λόρενς Στέρν ο οποίος ήδη τον 18ο αι. με το «Τρίστραμ Σάντι» προσπάθησε να την υπονομεύσει.
Αλλά είναι με τα ψηφιακά μέσα που η αντίπαλη δομή, αυτή του υπερκειμένου, μπορεί να αποκτήσει την εντελή της μορφή. Υπάρχουν επιχειρήματα υπέρ αυτής, με γενικότερο αυτό που υποστηρίζει ότι ταιριάζει καλύτερα στον ανθρώπινο νου, ακριβώς επειδή ο τελευταίος λειτουργεί με συνειρμούς, αναθεωρήσεις και πηγαινέλα μεταξύ των συλλογισμών. Επιπλέον, αυτή η δομή ασφαλώς αναβαθμίζει τον αναγνώστη. Όπως παρατηρούν οι G. Cavallo, R. Cartier στο «Ιστορία της ανάγνωσης στον Δυτικό κόσμο», «ο αναγνώστης μπροστά στην οθόνη μετατρέπεται σε έναν από τους δημιουργούς μιας γραφής παραγόμενης από περισσότερα χέρια, ή τουλάχιστον έχει τη δυνατότητα να συντάξει ένα νέο κείμενο χρησιμοποιώντας κομμάτια που έχει ελεύθερα αποσπάσει και συγκεντρώσει… Η όλη σχέση με το γραπτό έχει ριζικά ανατραπεί» (σελ. 44).
Στο εξαιρετικό «Οι μεταμορφώσεις της γραφής» ο J. Βolter ισχυρίζεται ότι η αποσπασματικότητα (που δημιουργεί το υπερκείμενο το οποίο δεν απαιτεί μια «κανονική», συμβατική τάξη, όπως διαδοχικές αριθμημένες σελίδες) δεν σημαίνει αναγκαστικά διάσπαση, αλλά μια κατάσταση αέναης επανοργάνωσης. Τη δομή του υπερκειμένου έχει υιοθετήσει μια πλειάδα λογοτεχνών τις τελευταίες δύο δεκαετίες (και βάλε) έτσι ώστε πια να μπορούμε να μιλάμε για υπερκειμενική μυθοπλασία. Αυτό που κατεξοχήν αλλάζει εδώ είναι η σχέση του αναγνώστη με το κείμενο. Με τα λόγια του Bolter: «Αυτή είναι η βασική διαφορά ανάμεσα στο [γραμμένο απευθείας για υπολογιστή με χρήση ειδικού λογισμικού] «afternoon» του Michael Joyce και σε κάποιο μυθιστόρημα γραμμένο στο, και για, το χαρτί. Δεν υπάρχει κάποια συγκεκριμένη ιστορία, της οποίας κάθε ανάγνωση να αποτελεί μια εκδοχή, επειδή κάθε ανάγνωση καθορίζει την ιστορία καθώς εξελίσσεται. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι δεν υπάρχει καθόλου ιστορία. Υπάρχουν μόνο αναγνώστες» (σελ. 175).
Το έντυπο βιβλίο υποβάλλει την αντίληψη ενός (αντι)κειμένου στοχασμού, σεβασμού κι ανάμνησης, που έχει τη θέση του στα ράφια της βιβλιοθήκης και δύναται να διαβαστεί εκ νέου. Αντίθετα, στην ψηφιακή μορφή του υποβάλλει την αντίληψη ενός εφήμερου και αναλώσιμου αναγνώσματος που δεν περιβάλλεται με κάποιο κύρος και κατά προέκταση η ίδια η λειτουργία της ανάγνωσης φαίνεται να υποβαθμίζεται. Όμως, από την άλλη, η «εξαΰλωση» αυτή έχει μια απελευθερωτική όψη, εφόσον ακριβώς καταργεί τα υλικά εμπόδια που είχε να αντιμετωπίσει ο αναγνώστης στην πρόσβαση στα κείμενα. Βιβλιόφιλε, όπως όλα δείχνουν, δεν είναι μακριά η εποχή –έχουμε ήδη διαβεί το κατώφλι της– που όλη γνώση η οποία έχει διασωθεί από καταβολής κόσμου δεν θα βρίσκεται διασκορπισμένη σε χίλια δυο μέρη. Αλλά θα την έχεις στην τσέπη σου, θα είναι προέκταση του σώματός σου, θα την παίζεις στα ακροδάκτυλά σου. Και πες μου, αν μπορείς, ότι στη σκέψη και μόνον δεν σε πιάνει ίλιγγος.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ
1Οι μεταμορφώσεις της γραφής
Υπολογιστές, υπερκείμενο και οι αναμορφώσεις της τυπογραφίας

Jay D. Bolter
Μτφρ. Δημήτρης Ντούνας
Μεταίχμιο 2006
ΣΕΛ. 336, 



2Ιστορία της ανάγνωσης στον Δυτικό κόσμο
Επιμ. Guglielmo Cavallo, Roger Cartier
Eισαγωγή Χριστίνα Μπάνου
Μτφρ. Αφροδίτη Θεοδωρακάκου κ.ά.
Μεταίχμιο 2008
ΣΕΛ. 468, 




3The Gutenberg Elegies
The Fate of Reading in an Electronic Age 

Sven Birkerts
Faber & Faber 2006
ΣΕΛ. 272,





4Print Is Dead
Books in Our Digital Age

Jeff Gomez
Palgrave Macmillan 2009
ΣΕΛ. 304,






5Διαχρονικά γνωρίσματα της εκδοτικής βιομηχανίας στον Δυτικό πολιτισμό
Χριστίνα Μπάνου
Κότινος 2008
ΣΕΛ. 180, 




6Ιστορία του βιβλίου
Frederic Barbier
Μτφρ. Mαρία Παπαηλιάδη
Μεταίχμιο 2002
ΣΕΛ. 502, 





Τετάρτη 14 Νοεμβρίου 2012

Κρυμμένο στο Αιγαίο


  Του Γιώργου Χ. Θεοχάρη
 
krymmeno_aigeo  Μυθιστορηματική βιογραφία ενός πατριώτη από το πάνθεο των αφανών

Το βιβλίο της Σοφίας Παπαϊωάννου «Κρυμμένο στο Αιγαίο» αναφέρεται σε μιαν αληθινή ιστορία για έναν σπουδαίο Έλληνα από την Κάσο, τον Μιχάλη Κουτλάκη.
Είναι η μυθιστορηματική βιογραφία ενός νέου που γεννήθηκε το 1922 στην ιταλοκρατούμενη Κάσο και η αγάπη του για την πατρίδα, ο πόθος του για την απελευθέρωση της Δωδεκανήσου, η δίψα του για το δίκιο και την ελευθερία τον οδήγησε στο αλβανικό μέτωπο κι αργότερα στην Εθνική Αντίσταση, στον ΕΛΑΣ, κι άφησε τα κόκαλά του στη Γκιώνα, σε ηλικία 22 ετών.
Το ιστορικό πλαίσιο στο οποίο κινείται η αφήγηση, όσον αφορά στα Δωδεκάνησα, θεωρώ απαραίτητο να το θυμηθούμε, προκειμένου να αντιληφθούμε εκείνο που αγνοεί ο καθένας μας όταν επισκέπτεται σήμερα για αναψυχή τόπους που μέχρι πριν λίγες δεκαετίες δεν αποτελούσαν μέρος του ελληνικού κράτους, ότι δηλαδή η ροή του ιστορικού χρόνου και ό,τι στη διαδρομή του έχει συντελεστεί στους τόπους και στους ανθρώπους που έζησαν εκεί, πόλεμοι, κατακτητές, διώσεις, προδοσίες, σκλαβιά, θάνατοι, και άλλα δεινά, απωθούνται από το θυμικό του επισκέπτη και δεν συνειδητοποιείται εύκολα το βάρος της ιστορίας και το αποτύπωμά της στην ίδια μας τη ζωή και στην προοπτική μας.
Το ιστορικό πλαίσιο, λοιπόν, έχει ως εξής:
1832:             Πρωτόκολλο Λονδίνου –τα Δωδεκάνησα μένουν εκτός νέου ελληνικού κράτους
1912:             Ιταλο-τουρκικός πόλεμος και ιταλική κατοχή
4/6/1912:       Πανδωδεκανησιακό  Συνέδριο Πάτμου – κήρυξη αυτόνομης «Πολιτείας Αιγαίου»
16/7/1919:     Συμφωνία Τιτόνι (Υπ. Εξ.) – Βενιζέλου στο Παρίσι – η Ιταλία παραχωρεί τα νησιά εκτός της Ρόδου που θα την κρατήσει για 5 ακόμη χρόνια και οι κάτοικοί της θ’ αποφασίσουν με δημοψήφισμα.
10/2/1920:     Συνθήκη Σεβρών – η Τουρκία παραιτείται υπέρ της Ιταλίας και η  Ιταλία υπέρ της Ελλάδος.
1922:             Με αφορμή τη Μικρασιατική Καταστροφή η Ιταλία κηρύσσει έκπτωτες όλες τις ειδικές συμφωνίες υπέρ Ελλάδος.
6/8/1923:       Η Ιταλία προσαρτά τα νησιά επισήμως.
8/5/1945:       Οι Γερμανοί παραδίδουν τα νησιά στους Βρετανούς.
10/2/1947:     Συνθήκη των Παρισίων – η Ιταλία εκχωρεί την κυριαρχία στην Ελλάδα.
7/3/1948:       Τα Δωδεκάνησα ενσωματώνονται στην Ελλάδα.
Η γραφή του βιβλίου είναι πολυεπίπεδη. Παρουσιάζεται η Κάσος από την εποχή της Τουρκοκρατίας (1840) μέχρι το τέλος, σχεδόν, του πρώτου μισού στον 20ο αιώνα, αλλά και εν πολλοίς στο σήμερα: οι άνθρωποί της, οι σχέσεις τους, η καθημερινότητα της ζωής τους, οι μικροχαρές και οι πίκρες τους, η ταξική τους διάρθρωση, η ζωή τους κάτω από την ιταλική διοίκηση και Κατοχή, οι ξενιτεμένοι της, οι τόποι της, η Μπούκα, το Φρυ, η χώρα και η ενδοχώρα, η πανίδα και η χλωρίδα της, οι ήχοι των τραγουδιών της, οι ευωδιές της.
Γέμει το βιβλίο αρχειακών τεκμηρίων: φωτογραφίες εποχής, έγγραφα από τα αρχεία της ιταλικής κατοχής στα Δωδεκάνησα, αφηγήσεις και συνεντεύξεις.
Έτσι δομείται η αναδιήγηση στιγμών και περιόδων της ζωής πολλών ανθρώπων, με κέντρο τα μέλη της οικογένειας Μανώλη Κουτλάκη, δεκάδων Κασιωτών που οι περισσότεροι αναφέρονται με τα πραγματικά τους ονοματεπώνυμα, δεκάδων άλλων που συναντήθηκαν με τον ήρωα του βιβλίου στη διάρκεια της διαδρομής του στην ελληνική ενδοχώρα και παρουσίαση του σύντομου, μα τόσο μεστού σε εμπειρίες και δράσεις, βίου του Μιχάλη Κουτλάκη, ενός νέου ανθρώπου που γεννιέται στην ιταλοκρατούμενη Κάσο το 1922 και ώσπου ν’ αφήσει την τελευταία του πνοή στη Γκιώνα, στα 22 του χρόνια, κάνει πράγματα για τρεις ζωές, τόσα που ούτε το υποπολλαπλάσιό τους δεν κατορθώνει να πραγματοποιήσει όποιος μένει στην ακινησία της βόλεψής του και του έχτισα ένα μικρό σπιτάκι, καλά είμ’ εδώ, για να θυμηθώ τον πρώτο στίχο από το εμβληματικό ποίημα «Αντισταθείτε» του Μιχάλη Κατσαρού.
Ποια φλόγα ανάβει, ποιας ποιότητας χημεία ενεργοποιείται στον νου και στην ψυχή εκείνων που οι καρδιές τους δεν βολεύονται παρά μόνο στο δίκιο; για να μνημονεύσω και τη «Ρωμιοσύνη» του Γιάννη Ρίτσου.
koutlakis250Αν ο Μιχάλης Κουτλάκης, καθόταν στ’ αυγά του, αν αποφάσιζε να έχει μια ήρεμη ζωή απολαμβάνοντας τις δυνατότητες που του παρείχε η αστική του καταγωγή και η πατρική περιουσία, θα ήταν σήμερα 90 χρονών και πάντως, όπως και να έχει, θα ζούσε περισσότερο απ’ όσο έζησε. Όμως σκοτώθηκε, στις 5/1/194, μαζί μ’ άλλους 32 συμμαχητές του, σε ενέδρα των Γερμανών στην Κουκουβίστα (Καλοσκοπή) της Γκιώνας, όντας ενταγμένος στον ΕΛΑΣ. Θάφτηκε μαζί με τους υπόλοιπους σε τάφο ομαδικό από τους χωριανούς  της Κουκουβίστας κι έμειναν ξεχασμένοι οι νεκροί κι από το μετεμφυλιακό Κράτος και τις Δημόσιες Αρχές αλλά, δυστυχώς, κι από την εκκλησία, αφού ο περιώνυμος μητροπολίτης Άμφισσας Αθανάσιος, κατά κόσμον Κωνσταντίνος Παρίσης, (πέθανε τον Δεκέμβριο του 1967 κι έχω προσωπική γνώμη για την πολιτεία του, αφού κατά τα έτη 1963-1966 φοιτούσα στο Δελμούζιο Γυμνάσιο Αμφίσσης) όταν εκλήθη από πολίτες και συγγενείς, το 1964, να αναπέμπψει μιαν ευχή για τους νεκρούς, αρνήθηκε λέγοντας: εγώ κομμουνιστάς δεν διαβάζω! (την πληροφορία χρωστώ στον ιστορικό / συγγραφέα Ιάσονα Χανδρινό).
Και βέβαια διάβασε τους νεκρούς ιερωμένος δυο χρόνια αργότερα, με την έγκριση του μητροπολίτη, όπως διαβάζουμε στο βιβλίο, αφού, δυστυχώς, προηγήθηκαν τα τραγικά γεγονότα της γιορτής στον Γοργοπόταμο, με την έκρηξη της νάρκης και τους νέους νεκρούς που προστέθηκαν στη μακρά σειρά της νεοελληνικής πολιτικής τυφλότητας.
Αλλά σε ποιους κομμουνιστάς αναφερόταν ο κακός ιεράρχης; σε τι χαρακτηρισμούς και ανίερες για νεκρούς αποφάσεις τον οδήγησε η μισαλλοδοξία και ο πολιτικός αμοραλισμός της εποχής; πότε πρόλαβε να γίνει κομμουνιστής ο Μιχάλης Κουτλάκης; αυτός ήταν ένας πατριώτης, ένας ιδεαλιστής, αυτόν τον έκαιγε μονάχα η φωτιά της λευτεριάς και της δικαιοσύνης κι ούτε τον ένοιαξε η πολιτική στόχευση του χώρου που του έδωσε τη δυνατότητα να πολεμήσει τον κατακτητή.
Κι αν οι υπόλοιποι νεκροί συμμαχητές του έμειναν παραμερισμένοι από το κρατική εξουσία, τουλάχιστον ήταν γνωστή η ταυτότητά τους, τους νοιάστηκαν οι δικοί τους. Τον Μιχάλη Κουτλάκη όμως που πολέμησε, σκοτώθηκε και θάφτηκε με το ψευδώνυμο Μιχάλης Νησιώτης από την Κω, δεν θα τον ταυτοποιήσει κανένας για πάνω από 40 χρόνια, οι δικοί του θα πάνε με τον καημό του χαμένου από προσώπου γης παιδιού τους. Ουσιαστικά με τούτο το βιβλίο βρέθηκε ο Μιχάλης Κουτλάκης. Στην άγραφη εισαγωγή του τον ανακάλυψε η μικρανεψιά του Σοφία Μόσχου - Μαστοράκου και είναι εκείνη που έστρωσε το στημόνι της αφήγησης για να την υφάνει η άλλη Σοφία.
Όμως πώς είναι αλήθεια να κόβετ’ η ζωή σου στα 22 σου χρόνια; Πώς είναι να σκοτώνεσαι για ιδανικά χωρίς να ξέρεις αν η θυσία σου θα πιάσει τόπο; Πώς είναι να πεθαίνεις για την πατρίδα, να δίνεις τα νιάτα σου, το ανεκτίμητο κι ανεπανάληπτο δώρο της ζωής χωρίς να ξέρεις στο μέλλον, μιαν εποχή σαν αυτή που ζούμε, αν η ψυχή σου που φτερουγίζει πάνω από τις παρελάσεις των εθνικών επετείων δεν απαιτήσει πίσω το κορμί της, γιατί ίσως δεν άξιζε τέτοια θυσία για τέτοιους ανυπόληπτους και επιλήσμονες απογόνους.
Ας είναι… ο Μιχάλης Κουτλάκης γεννήθηκε ιταλός υπήκοος και πέθανε ιταλός υπήκοος, παρ’ ότι έθεσε τη σύντομη ζωή του στην υπηρέτηση του ιδανικού απελευθέρωσης της γης που γεννήθηκε και ενσωμάτωσής της στη μητέρα πατρίδα.
Το βιβλίο αυτό, προϊόν υποδειγματικής έρευνας και αριστοτεχνικής αφήγησης, δομημένο σε πολλά μικρά κεφάλαια και διανθισμένο με οπτικά τεκμήρια, ώστε να ανασαίνει ο αναγνώστης, βιβλίο που μέσα από τη ψηλάφηση της ζωής των αφανών και ανωνύμων της μικροϊστορίας φωτίζει σκοτεινές γωνιές της μακροϊστορίας.
Μια ιδιαίτερης μορφής νουβέλα που μας προτείνει έναν χαρακτήρα θετικής σκέψης, αποφασιστικότητας και δράσης, πρότυπο για το ζοφερό σήμερα της ελληνικής πραγματικότητας.

krimenoaigaioΚρυμμένο στο Αιγαίο
Σοφία Παπαϊωάννου
Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2011
σελ. 300




Τρίτη 9 Οκτωβρίου 2012

Η Καινούρια διαθήκη του Σμου


Smou1Του Δημήτρη Αργασταρά



Είναι πραγματικά πολύ ελπιδοφόρο, μέσα στην σημερινή συνθήκη της μελαγχολίας και της κατάπτωσης, που μας περιβάλλει όλους σαν αναπόδραστη ομίχλη, να συναντάς βιβλία που αποπνέουν μια άλλη ποιότητα, έναν αέρα αισιοδοξίας και δημιουργικότητας διαφορετικό, βιβλία όπου ο συγγραφέας τους πετυχαίνει μια ευτυχή καλλιτεχνική ανάπλαση της πραγματικότητας και ταυτόχρονα προτείνει μια καινούρια ματιά πάνω σε αυτήν. Ως έναν τέτοιο βιβλίο είδα και το εξαιρετικό πρώτο μυθιστόρημα του Γιώργου Τυρίκου-Εργά ''Η καινούρια διαθήκη του Σμου''.
Γεννημένος και μεγαλωμένος στην Κάλυμνο, διδάκτορας λαογραφίας στο πανεπιστήμιο Ιωαννίνων όπου μελετά τις στοιχειωμένες ιστορίες (τα ‘‘γουλιάσματα’’ όπως είναι γνωστά στην λαϊκή παράδοση του νησιού του), έτσι όπως έχουν διαμορφωθεί στα νησιά του ΝΑ Αιγαίου, ο Τυρίκος-Εργάς επινοεί ένα φανταστικό νησί, τον Σβίγγο, και το απομονωμένο από τον άλλο κόσμο ψαροχώρι του, το περίφημο Σμου. Παρόλο που το Σμου δεν διαφέρει πολύ από ένα τυπικό ψαροχώρι του Αιγαίου, με τους ψαράδες κατοίκους του και την απλή, τυποποιημένη καθημερινότητά τους, συνιστά ταυτόχρονα ένα μέρος όπου η λαϊκή μαγεία είναι πραγματική, ακόμη και θεσμοθετημένη, οι θρύλοι είναι ζωντανοί, τα ζώα έχουν την δική τους λαλιά και τον δικό τους χαρακτήρα. Έτσι, στο μυθιστόρημα αυτό, που στην ορολογία των ειδών κατατάσσεται στην λογοτεχνία του φανταστικού, η αφήγηση βυθίζεται στην περιοχή του μυθικού, πλάθοντας την ατμόσφαιρα μιας φανταστικής πολιτείας που ζει έξω από τα όρια του δεδομένου και του γνώριμου, με ταυτόχρονες όμως ρίζες στην διαχρονική πραγματικότητα της προφορικής παράδοσης όπου συναντούμε ονόματα και ήθη γνωστά της ελληνικής επαρχίας.
Αυτό που κινητοποιεί την υπόθεση είναι ένα συγκλονιστικό γεγονός: φαίνεται πως η αντίστροφη μέτρηση έχει ξεκινήσει, το Τέλος του Κόσμου επέρχεται, μια πελώρια σκάλα εμφανίζεται στον ουρανό, και Άγγελοι και Δαίμονες ξεχύνονται φτιάχνοντας τα δικά τους στρατόπεδα για την τελική αναμέτρηση. Τώρα ο καθένας θα πρέπει να αναλάβει τις ευθύνες του και να δείξει πού ανήκει…
Τα πρόσωπα του έργου είναι πολλά. Καταρχήν, η πιο διάσημη ατραξιόν του Σμου, ο... παμφάγος γλάρος Ιωνάς, ένα πουλί με χαρακτήρα και ανθρώπινη λαλιά. Ο γλάρος Ιωνάς θα διακρίνει πρώτος τις κοσμοϊστορικές απειλητικές αλλαγές που θα αρχίσουν να συμβαίνουν στο νησί, και μαζί με τις περίφημες κουρούνες του Εμπορικού Συλλόγου Κουρούνων Κόλπου Καλαμοχέρας (πτηνά που επίσης ομιλούν και διαθέτουν έντονο... εμπορικό δαιμόνιο) θα επιχειρήσουν πρώτοι να αναγνωρίσουν την απειλή και να διαπιστώσουν τα τρωτά της σημεία (αφού οποιαδήποτε εμπορική συνδιαλλαγή μαζί της θα αποδειχθεί καταδικασμένη). Έπειτα, με πολύ ενδιαφέρον τρόπο σκιαγραφείται το πρόσωπο του Σεβάσμιου, που είναι ο επίσημος Μάγος του Σμου, κάτι σαν την πολιτική αρχή στο νησί, κατά βάθος όμως ένας γερο-κατεργάρης καλοπερασάκιας. Ο Σεβάσμιος θα πρέπει τώρα να δραστηριοποιηθεί για να δει τι συμβαίνει και όλα έρχονται άνω-κάτω στο νησί τους. Μαζί με τον στοχαστικό Επίσκοπο, που δεν εγκαταλείπει το μοναστήρι της Παναγιάς της Σαρανταποδαρούσας, και τον πολέμαρχο Χαρκούτσο, τον αρχηγό των ξεπεσμένων πια Δραγουμάνων του Νόμου, αποτελούν τις επίσημες αρχές του Σμου. Επίσης, ρόλο κεντρικής ηρωίδας κατέχει η Ισιδώρα, μια νεαρή έφηβη με ιδιαίτερες ικανότητες και ταλέντο στην μαγεία, που θα βρεθεί στο επίκεντρο της διαμάχης Αγγέλων και Δαιμόνων. Η Ισιδώρα θέλει να είναι ελεύθερη, μακριά από απαρχαιωμένες υπαγορεύσεις και δεσμεύσεις, ικανή να ορίζει μόνη της την μοίρα της, αλλά σύντομα θα διαπιστώσει πόσο πολύ δύσκολο μπορεί να είναι κάτι τέτοιο. Τους βασικούς χαρακτήρες πλαισιώνουν ακόμη αρκετοί άλλοι, ο παπα-Γιάννης, ο επιστάτης Νικόδημος, ο μετεωρολόγος Τραμουντάνης, η κυρά-Φουκάινα, ο Λάζαρος το Μουλάρι, ο μαστρο-Φίλιππας, ο Τυφλός Κίμωνας, κ.α.
Έτσι, στην ''Καινούρια Διαθήκη του Σμου'', μέσω μιας κεφάτης και οιστρηλατημένης φαντασίας, αναπλάθεται δημιουργικά η κοινότητα ενός μικρού ψαράδικου χωριού, με τους απλούς παραδοσιακούς τρόπους και τις παραξενιές του, και με την επιβλητική παρέλαση μιας πλειάδας από συμπαθητικές μορφές γερόντων, κυράδων, πολεμάρχων και παιδιών. Τα πρόσωπα του βιβλίου κινούνται ταυτόχρονα σε δύο αντίθετους κόσμους : στον κόσμο της καθημερινότητας και της πεζής εκδίπλωσης της ζωής, αλλά και στον κόσμο του απίθανου και του μαγικού. Και αυτό δίνει στον συγγραφέα την ευχέρεια να συνδυάσει το δραματικό με το ευτράπελο, το μυστηριακό με το χαριτωμένο, το βαθύ με το ελαφρύ, το μυθικό και το ψυχικό με το υλικό και το πραγματικό.
Αυτό που εντυπωσιάζει είναι πως ο Τυρίκος-Εργάς δείχνει να κατέχει τον τρόπο άλλοτε ν’ απεικονίζει ηρωικές διαθέσεις και καταστάσεις, άλλοτε να παίζει με το ανέμελο και το πρόσχαρο, και άλλοτε να δημιουργεί μια κατανυκτική υποβολή με προεκτάσεις στοχαστικές. Διαθέτει την ικανότητα να κινείται άνετα από την παιχνιδιάρικη διάθεση της φυγής προς την φαντασία ως την μυστική προέκταση της ζωής μπροστά στον θάνατο και την οριστική υποχώρηση της ηρεμίας μπροστά στην καταστροφή.
Όπως αναφέραμε, η ηθογραφική πλαισίωση της ιστορίας βασίζεται στην ζωή και στις παραδόσεις της ιδιαίτερης πατρίδας του συγγραφέα, έτσι ώστε η πραγματικότητα συμπλέκεται αξεδιάλυτα με τον θρύλο και η αλήθεια με το παραμύθι. Ο διάλογος είναι φυσικός, ζωντανός και άνετος, και όπου πρέπει στοχαστικός και εμπνευσμένος. Ο Τυρίκος-Εργάς αφηγείται την ιστορία του με κέφι, παρουσιάζει πολλά επιτυχημένα ευρήματα (πραγματικά μοιάζει να διαθέτει αμέτρητα στις αποσκευές του), και βρίσκει πολλές αφορμές για ειρωνεία και σαρκασμό.
Τελικά, με την χαριτωμένη διαγραφή των προσώπων, που γίνονται συμπαθητικά και ευχάριστα, τον έξυπνο και στοχαστικό διάλογο, και την ελεύθερη και απρόσκοπτη αφήγηση, η ''Καινούρια Διαθήκη του Σμου'' δίνει ένα ευτυχές αισθητικό αποτέλεσμα και αρκετές υποσχέσεις για το μέλλον ενός νέου και ταλαντούχου πεζογράφου.
SmouΗ Καινούρια διαθήκη του Σμου
Γιώργος Τυρίκος-Εργάς
εκδόσεις Πατάκης, 2011
σελ. 626




Δευτέρα 8 Οκτωβρίου 2012

Από το φολκλόρ του εθνικισμού στο έθνικ 2004

folklor_paradosi Tου Πάρι Κωνσταντινίδη



Αν και ο (ηγεμονικός) εθνικισμός του 20ου αιώνα όπλισε ιδεολογικά ορισμένα αυταρχικά και ολοκληρωτικά καθεστώτα, τα οποία άσκησαν εγκληματική πολιτική, οι απαρχές του είναι περισσότερο αντιηγεμονικές-απελευθερωτικές, παρά καταπιεστικές. Κατά τον 18ο αιώνα, όπως ο πολιτικός φιλελευθερισμός επεδίωκε κράτος δικαίου, κοινοβούλια και νόμους για να περιορίσουν και να ελέγξουν την αυθαίρετη εξουσία του μονάρχη με απώτερο στόχο τη δημοκρατία, έτσι και ο εθνικισμός αντιπαρέθετε το Έθνος ως νόμιμο πολιτικό υποκείμενο απέναντι στην απολυταρχική εξουσία.
Εκείνη την εποχή στις «Παρατηρήσεις για την κυβέρνηση της Πολωνίας» έγραφε ο Ζαν Ζακ Ρουσσώ ότι: «Δεν υπάρχουν πλέον σήμερα Γάλλοι, Γερμανοί, Ισπανοί ή ακόμη και Άγγλοι, ό,τι κι αν λένε· υπάρχουν μόνο Ευρωπαίοι. Όλοι έχουν τα ίδια γούστα, τα ίδια πάθη, τα ίδια έθιμα, γιατί κανείς δεν έλαβε εθνική διαπαιδαγώγηση από έναν συγκεκριμένο θεσμό»,* δείχνοντας το δρόμο για τη μεθοδική κατασκευή της εθνικής-λαϊκής «παράδοσης». Βέβαια, όταν ο Ρουσσώ αναφερόταν σε «Ευρωπαίους», είχε υπόψιν του την αριστοκρατία και τα ανώτερα στρώματα με τη διεθνοποιημένη, «γαλλική» κουλτούρα τους.
Γι αυτό και στην εποχή του ρομαντισμού, το 19ο αιώνα, ο Γιόχαν Γκότφριντ Χέρντερ υπερασπιζόμενος τη γερμανική λαϊκή κουλτούρα, απέκλειε τη «γαλλίζουσα» αριστοκρατία του γερμανόφωνου χώρου από τον Λαό απονομιμοποιώντας την ηγεμονία της σε συμβολικό επίπεδο. Όπως παρατηρεί στο «Φολκλόρ και Παράδοση» ο Γιώργος Μανιάτης, οι σχέσεις εθνικισμού-ρομαντισμού είναι πολυδιάστατες. Από τη μία συνδέονται με τα ελευθεριακά και φιλελεύθερα χαρακτηριστικά των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων, από την άλλη με τις συντηρητικές αντιλήψεις περί επιστροφής σε ένα εξιδανικευμένο «αυθεντικό» και «άφθαρτο» παρελθόν.
Μέσα από το πρίσμα ιδεολογιών της νεωτερικότητας, λοιπόν, γεννήθηκε το ενδιαφέρον για την εθνική ή λαϊκή «παράδοση». Δεν πρόκειται όμως για την παράδοση αυτήν καθαυτήν, αλλά για το φολκλόρ. Η βιωμένη παράδοση είναι «ζωντανή» και αενάως μεταβαλλόμενη, καθώς αναπροσαρμόζεται συνεχώς στις εκάστοτε ανάγκες και συνθήκες ζωής των φορέων της, δηλαδή των ανθρώπων και κοινωνικών ομάδων ή κοινοτήτων που τη βιώνουν και την αναπαράγουν. Αντιθέτως η επίσημη «παράδοση» ως φολκλόρ, συλλέγει επιλεκτικά κάποια στοιχεία από την παράδοση και τα παρουσιάζει ως παράσταση, αποκομμένα από την κοινωνική τους λειτουργία. Εύστοχη είναι η διαπίστωση της Ελεονώρας Σκουτέρη, ότι «ορισμένες φορές, οι πολιτιστικές αναβιώσεις μοιάζει να αναπροσαρμόζονται στον κύκλο της τουριστικής πολιτικής και όχι στον κύκλο της αγροτικής παραγωγής».
Τις διαφορές μεταξύ φολκλόρ και παράδοσης δείχνει η Λητώ Φλωράκη, αναλύοντας την επιτέλεση ενός παραδοσιακού εθίμου από τους ίδιους τους κατοίκους του χωριού Γραμμενίτσας της Άρτας στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης και στην πλατεία του χωριού τους. Το «Γαϊτανάκι» ως βιωμένη παράδοση επιτελείται στο χωριό για τη διασκέδαση των κατοίκων του· τα όρια μεταξύ τελεστών και κοινού είναι ασαφή και μεταβαλλόμενα, ενώ η εξέλιξη του ανοιχτή και «απρόβλεπτη». Αντιθέτως στη σκηνή του Μεγάρου Μουσικής το «Γαϊτανάκι» δεν είναι βίωμα, αλλά παράσταση με συγκεκριμένη σκηνοθεσία και με σαφή διαχωρισμό κοινού-τελεστών, η οποία μάλιστα δεν τελέστηκε με τον σύγχρονο τρόπο, αλλά με βάση μία παλαιότερη «αυθεντική» μορφή της.
Ενώ ο νεωτερισμός αντιμετωπίζει την παράδοση ως φολκλόρ, ο μετανεωτερισμός την αντιμετωπίζει ως φολκλορισμό ή αλλιώς έθνικ. Και στις δύο περιπτώσεις πρόκειται για την ιδεολογική αντιμετώπιση της παράδοσης από τις αστικές, εθνικές και υπερεθνικές πολιτικο-κοινωνικο-οικονομικές ελίτ. Και στις δύο περιπτώσεις η «αυθεντική», «γνήσια», «αγνή» παράδοση είναι κάτι το «εξωτικό», μακρυά από το «εδώ» των πολιτισμικά κυριάρχων. Στο φολκλόρ το ρόλο αυτό παίζει η εκάστοτε εγχώρια ύπαιθρος, ενώ στο έθνικ οι μη «δυτικοί» ή/και μη «αστικοί» πολιτισμοί. Η αντίληψη του εκάστοτε κέντρου για το «εξωτικό» είναι στατική, σαν το τελευταίο να μην μεταβάλλεται ποτέ, κι αυτό εξυπηρετεί την ανάγκη του πρώτου για μία σταθερά, ώστε να αυτοπροσδιορίζεται, σημειώνει η Μαρία Παπαπαύλου. Ο Παύλος Κάβουρας επισημαίνει ότι το φολκλόρ είναι ένας αυτοαναφορικός πολιτισμικός μονόλογος, ενώ το έθνικ της παγκοσμιοποίησης είναι ένα μόρφωμα με διαλογικό προσωπείο όπου η διαφορετικότητα εξουδετερώνεται και ομογενοποιείται επικυρώνοντας την ηγεμονία του ταξινομικού Εγώ των πολιτισμικά κυριάρχων.
Ωστόσο εκτός από τους έθνικ καλλιτέχνες που γίνονται ένα ακόμα αντικείμενο-προϊόν για το δυτικό υποκείμενο-αγοραστή, υπάρχουν κι αυτοί που γίνονται οι ίδιοι το υποκείμενο που κοιτά με τη δική του ματιά την παράδοσή του, για να εξυπηρετήσουν τις δικές τους ανάγκες έκφρασης. Ένα ενδιαφέρον παράδειγμα αποτελεί η μουσική Τσάλγκα (Chalga) στη Βουλγαρία, που αποτελεί μία μίξη των διαφορετικών και ετερόκλητων παραδοσιακών μουσικών πολιτισμών της Βουλγαρίας με τη δυτικότροπη μουσική. Η Τσάλγκα πήρε κεντρική θέση στη Βουλγαρία εκτοπίζοντας τον επίσημο μουσικό πολιτισμό του κομμουνιστικού καθεστώτος, το φολκλόρ και την κλασική μουσική, ενώ ταυτόχρονα αντέδρασε στο νεοεθνικισμό και στη δυτικότροπη παγκοσμιοποίηση των νεώτερων χρόνων. Η Τσάλγκα παρωδεί τη βουλγαρική καθημερινότητα, το ψέμα, τη διαφθορά και την αλλοτρίωση, χωρίς να έχει ιδεολογία. Περιγράφει απλώς το βίωμα. Αποτελεί εναλλακτική πολιτική έκφραση, αρνούμενη να έχει πολιτική σημασία. Δεν ασκεί κριτική στα πλαίσια της παραδοσιακής πολιτικής αντιπαράθεσης, αλλά αρνείται εξολοκλήρου τη λογική της. Στην Τσάλγκα, μουσική και πολιτική αποκτούν το δικό τους αυτόνομο νόημα, που διαφέρει από τις ταξινομικές κατηγορίες του δυτικού ορθολογισμού, σύμφωνα με τον Κάβουρα.
Στο «Φολκλόρ και παράδοση: Ζητήματα ανα-παράστασης και επιτέλεσης της μουσικής και του χορού» –μεταξύ άλλων- γίνεται επίσης λόγος για το «Λύκειο των Ελληνίδων» (Ρένα Λουτζάκη), το τραγούδι Ghana στη Μάλτα, του οποίου η καθιέρωση θυμίζει την εξέλιξη του ρεμπέτικου (Βασιλική Λαλιώτη), για τη σχέση φολκλόρ και έθνικ στην τούρκικη δισκογραφία (Σοφία Κομποτιάτη), και για το φολκλόρ και την παράδοση στην ελληνική τηλεόραση (Νίκος Πουλάκης). Τον συλλογικό τόμο κλείνει ο Παύλος Κάβουρας με μία ενδιαφέρουσα ανάλυση των τελετών έναρξης και λήξης των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 στην Αθήνα, όπου στοιχεία του φολκλόρ και του έθνικ αλληλοδιαπλέκονται. Πρόκειται ίσως για το σπουδαιότερο ελληνόφωνο συλλογικό έργο των τελευταίων χρόνων, για την πραγμάτευση του ζητήματος της σχέσης του φολκλόρ του εθνικισμού και του έθνικ της παγκοσμιοποίησης με την παράδοση.
* Για το απόσπασμα επιλέχθηκε η μετράφραση από το: Esteban Buch, «Beethoven: η ενάτη συμφωνία, Μια πολιτική ιστορία», μτφρ. Ελένη Αναστασάκη, Δαρδανός, Αθήνα 2003. σελ. 51.