Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μνήμες παρελθόντος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μνήμες παρελθόντος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 4 Νοεμβρίου 2013

«Οταν η αδελφή μου παντρεύτηκε τον ιταλό στρατιώτη»

Ιστορίες αγάπης και μεικτοί γάμοι Ελληνίδων και Ιταλών στα Επτάνησα, πριν από 70 χρόνια. «ΤΑ ΝΕΑ» συνάντησαν τους επιζώντες της εποχής, οι οποίοι θυμούνται την άλλη όψη του πολέμου: όταν οι Ναζί συγκρούστηκαν με την ιταλική Μεραρχία και οι ντόπιοι αποφάσισαν να φυγαδεύσουν τους Ιταλούς
  | ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: 25/10/2013

Ψηλά, στον λόφο που ατενίζει το Αργοστόλι, σε ένα σπίτι που τα πρωινά δεν το πιάνει η ομίχλη, κατοικεί ο Παναγής Φωκάς με τις αναμνήσεις του. Βραχύσωμος μα χειμαρρώδης, μιλά για τις «εμπρηστικές μπόμπες», τους νεκρούς και την πείνα της Κατοχής και δύσκολα φρενάρεις τις διηγήσεις του. Μιμείται τον κρότο των γερμανικών μυδραλιοβόλων και το βουητό των Στούκας. Γλυκαίνει μονάχα στο όνομα της αδελφής του Ελλης Φωκά, η οποία ερωτεύτηκε και παντρεύτηκε έναν από τους ιταλούς στρατιώτες που είχαν αποβιβαστεί στο νησί. Στα συντρίμμια του πολέμου στέριωσε η ιστορία της. Μια ιστορία αγάπης.
Ο Βάλτερ Γκόρνο ήταν επιλοχίας και ασυρματιστής της ιταλικής Μεραρχίας Acqui, η οποία είχε στρατοπεδεύσει στην Κεφαλονιά με 12.000 άνδρες. Στο ύψωμα πάνω από το σπίτι της οικογένειας Φωκά οι Ιταλοί είχαν τοποθετήσει τα αντιαεροπορικά τους πυροβόλα και σήμερα μπορείς να βρεις εκεί τις πολεμίστρες τους. Ενα άλλο κτίσμα της οικογένειας το είχαν επιτάξει. «Ο Βάλτερ έπαιζε ωραίο ακορντεόν και ήταν σπουδαίος κολυμβητής. Η αδελφή μου ήταν 18 ετών κορίτσι. Ηθελε να δουλέψει σε τράπεζα. Ήταν ερωτευμένη με ντόπιο πρώτα, αλλά τη χαστούκισε μια ημέρα και δεν τον ήθελε άλλο», λέει ο Παναγής Φωκάς. «Ο Ιταλός τής έπαιζε μουσική και έκαναν σινιάλα με καθρέφτες για να συναντηθούν. Εμείς ήμασταν πιτσιρικάδες, δεν μας ένοιαζε. Ο μεγαλύτερος αδελφός μόνο δεν τον ήθελε. Και τη μητέρα δεν την ένοιαζε. Αγάπη, έλεγε, είναι».

Από τα τέλη Ιουλίου του 1943 η Ιταλία βίωνε μια διπλή ταυτότητα. Η χώρα είχε εξαντληθεί από τον πόλεμο και οι πολίτες της είχαν συμπληρώσει ήδη έναν χρόνο λαμβάνοντας τρόφιμα με δελτίο. Η μουσολινική συνθηματολογία κατέρρευσε αποδεικνύοντας ότι δεν είχε διαβρώσει την ιταλική κοινωνία. Το Ανώτατο Φασιστικό Συμβούλιο εκδίωξε τον Μουσολίνι και η πρωθυπουργία ανατέθηκε στον στρατηγό Μπαντόλιο. Ακολούθησε η συνθηκολόγηση με τους Συμμάχους. Οι Γερμανοί, βλέποντας πως οι άλλοτε συνοδοιπόροι τους θα εγκατέλειπαν τον πόλεμο, είχαν στείλει στην Ελλάδα και αλλού δυνάμεις εποπτείας των ιταλικών στρατευμάτων. Στην Κεφαλλονιά η Μεραρχία Acqui δεν ανταποκρίθηκε αμέσως στο κάλεσμα των Ναζί για παράδοση των όπλων της. Αξιωματικοί τάχθηκαν υπέρ της σύγκρουσης. Στις μάχες που ακολούθησαν σκοτώθηκαν 1.305 Ιταλοί. Άλλοι 5.155 εκτελέσθηκαν από τις γερμανικές δυνάμεις οι οποίες δεν κράτησαν αιχμαλώτους. Και 3.000 χάθηκαν στη θάλασσα.
Οι ντόπιοι, βλέποντας τη σφαγή, προσπάθησαν να βοηθήσουν τους Ιταλούς. «Πολύς κόσμος τους έκρυβε στα σπίτια και στα υπόγεια όπου φυλούσε το στάρι και το κρασί. Άλλοι τους έδιναν ρούχα χωρικών. Παρά τις χιλιετίες που πέρασαν οι Κεφαλλονίτες δεν άλλαξαν. Παρέμειναν οι '"μεγάθυμοι Κεφαλλήνες" όπως τους αποκάλεσε ο Ομηρος», λέει η Αντρεάς Μεσσάρη, η οποία ήταν 11 ετών το 1943. Ο Παναγής Φωκάς θυμάται πώς η οικογένειά του φυγάδευσε τον έρωτα της αδελφής του Βάλτερ Γκόρνο. «Τον ντύσαμε με ρούχα ελληνικά, του δώσαμε το όνομα Νίκος. Ηταν όμως πολύ φοβιτσιάρης. Για να μην τον πιάσουν πηγαίναμε σε σπηλιές στην παραλία, κάναμε λάκκο στην άμμο, τον βάζαμε μέσα και κοιμόμασταν μπροστά. Τον στείλαμε στο βουνό με τους αντάρτες και έτσι γλίτωσε το θάνατο», λέει. Μετά τον πόλεμο ο Γκόρνο και η Ελλη Φωκά παντρεύτηκαν. Απέκτησαν μια κόρη, τη Γιολάντα, και έφυγαν στην Ιταλία. Εκεί μένει μέχρι σήμερα η Ελλη Φωκά. 
Το νησί έζησε και άλλους έρωτες σαν κι αυτόν. Η Καλομοίρα Μαλλία παντρεύτηκε τον μάγειρα της μεραρχίας Αντρέα Μονέτι. Η μαλτέζικη καταγωγή της έκαμψε τις όποιες ενστάσεις μπορεί να είχαν οι δικοί της. Και αυτό το ζευγάρι έζησε στην Ιταλία. Πιστοποιητικά γάμου Ελληνίδων και ιταλών στρατιωτών φυλάσσονται ακόμη στην καθολική εκκλησία του νησιού. Το καλοκαίρι οι ηλικιωμένες πια γυναίκες των μεικτών γάμων επισκέπτονται τα πάτρια εδάφη και αναχωρούν για τη γειτονική χώρα μόλις πιάσουν τα πρωτοβρόχια.
Η Αντρέας Μεσσάρη θυμάται μετά τον πόλεμο να φτάνει στην Κεφαλλονιά μια καλοντυμένη κυρία από τη Φλωρεντία. Με τη βοήθεια δικηγόρου αναζητούσε μια κοπέλα. Ο γιος της, στρατιώτης της Acqui, είχε εκμυστηρευτεί σε γράμματά του ότι αγαπούσε μια Ελληνίδα. Σκοτώθηκε όμως στη μάχη πριν προλάβει να την παντρευτεί. Η μητέρα του ήθελε να βρει την κοπέλα, να την υιοθετήσει ή να της γράψει την περιουσία της. Έμαθε όμως ότι ήταν παντρεμένη και δεν θέλησε να την ενοχλήσει.
Ο Κεφαλλονίτης γλύπτης Σπύρος Χουρμούζης θυμάται μια αντίστοιχη ιστορία. Ο Κάρλος Μικελέτι, οδηγός της ναυτικής διοίκησης, έπεσε στον λάκκο πριν τον βρει κάποια σφαίρα των Γερμανών εκτελεστών. Παριστάνοντας τον νεκρό γλίτωσε. Έπειτα τον βοήθησε η οικογένεια του Σπύρου Καούκη. «Ο Ιταλός ορκίστηκε ότι θα επιστρέψει στο νησί για να παντρευτεί Κεφαλονίτισσα. Η αδελφή του Καούκη όμως είχε βρει σύζυγο. Έτσι ο Μικελέτι έπεισε ύστερα από χρόνια τον γιο του, τον οποίο ονόμασε Ολίσε (Οδυσσέα), να παντρευτεί Ελληνίδα. Όπως και έκανε».
Αυτοί οι μεικτοί γάμοι δεν γίνονταν πάντα αποδεκτοί χωρίς αντίδραση. «Δεν έβλεπαν όλοι τις γυναίκες με καλό μάτι. Κάποιοι θεωρούσαν ότι πρόδιδαν την πατρίδα», παρατηρεί η κυρία Μεσσάρη. «Και στην Ιταλία κάποιες κοπέλες πέρασαν άσχημα. Μας αρέσει όταν γυρίζουν οι ναυτικοί μας με ξένες γυναίκες από κάποιο λιμάνι; Ήρθαν οι άνθρωποι ως κατακτητές και γύρισαν από τον πόλεμο παντρεμένοι. Δεν άρεσε σε όλους αυτό».
Η Αουρα Ματιάτου όμως δεν ένιωσε ποτέ ανεπιθύμητη στο νησί. Είναι ένα από τα παιδιά του πολέμου. Η μητέρα της Μαρία Καπάτου παντρεύτηκε τον γιατρό της Μεραρχίας Acqui Τζουζέπε Μουσέτολα. «Η μητέρα μου ήταν 18 ετών όταν ανέβασε υψηλό πυρετό. Δεν βρίσκονταν τοπικοί γιατροί και φώναξαν τον Ιταλό. Εκείνος ήταν 29 ετών. Αγαπήθηκαν και μετά τον πόλεμο παντρεύτηκαν». Η κυρία Ματιάτου γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Ιταλία. Πρώτη φορά βρέθηκε στο νησί της μητέρας της σε ηλικία τεσσάρων ετών. Εκεί γνώρισε αργότερα τον κεφαλονίτη σύζυγό της, με τον οποίο απέκτησαν δύο γιους. «Αφού παντρεύτηκα και εγκαταστάθηκα στην Ελλάδα, ο πατέρας μου έλεγε: "Μία πήρα, μία έδωσα"», λέει.

«Μας είπαν να σκοτώσουμε τους προδότες»

Ο Παναγής Φωκάς, η αδελφή του οποίου παντρεύτηκε τον ιταλό επιλοχία Βάλτερ Γκόρνο, λέει ότι οι Ιταλοί «δεν ήταν για πόλεμο». Απορεί ακόμη πώς δεν κατάφεραν - αν και πολυάριθμοι - να αντιμετωπίσουν τα ναζιστικά στρατεύματα. Η αρχική γερμανική δύναμη στο νησί αποτελούνταν από 400 άνδρες. Λίγο πριν ξεσπάσουν οι μάχες με τους Ιταλούς ενισχύθηκαν με 4.000 επίλεκτους στρατιώτες της Μεραρχίας Εντελβάις. Πρόσφατα καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη στην Ιταλία ο 90χρονος Αλφρεντ Στορκ (στη φωτογραφία του ιταλικού πρακτορείου ANSA, εικονίζεται στο κέντρο), πρώην αξιωματικός των Ναζί, με ενεργό δράση στη μαζική εκτέλεση μελών της Μεραρχίας Acqui. «Μας είπαν ότι έπρεπε να σκοτώσουμε τους προδότες Ιταλούς», είχε δηλώσει ο Στορκ σε κατάθεσή του. «Στοιβάζαμε τα πτώματα το ένα πάνω στο άλλο. Πριν τα στοιβάξουμε, βγάζαμε τα ρολόγια από τα χέρια τους. Στις τσέπες τους βρίσκαμε συνήθως φωτογραφίες με τις γυναίκες τους ή τα παιδιά τους».

Ο «μύθος του καλού Ιταλού»

Στην Κεφαλλονιά σήμερα σπάνια θα ακούσεις άσχημα λόγια για την ιταλική Κατοχή κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι κοινές ρίζες από τα χρόνια της Ενετοκρατίας και η πιο ελαστική στάση των ιταλικών στρατευμάτων σε σχέση με άλλα μέρη της Ελλάδας δεν έθρεψαν πάθη και μίση. «Στην αρχή ήμασταν κουμπωμένοι και επιφυλακτικοί. Έναν μήνα αφότου ήρθαν στο νησί είχαν συσταθεί ομάδες αντίστασης, όχι όμως ένοπλης ακόμα. Σίγουρα είχαμε απώλεια της ελευθερίας μας και πεινούσαμε. Και είχαμε φόβο. Υπήρχαν όμως και κάποιοι στις πόλεις μας που τους καλοδέχτηκαν. Είχαν επαφές και δεξιώσεις, όπως συνήθως γίνεται…» λέει η 81χρονη Αντρεάς Μεσσάρη.
Οι Ιταλοί είχαν κόψει δικό τους νόμισμα στα Επτάνησα και είχαν σχέδια προσάρτησής τους. Καλόγριες δίδασκαν ιταλικά στα παιδιά του νησιού και οι στρατιώτες ανέβαζαν παραστάσεις στο παλιό θέατρο, όπου δέσποζε στη σκηνή μια τοιχογραφία από την Έξοδο του Μεσολογγίου.
Στις ημέρες μας, σε μεγάλο βαθμό, έχει επικρατήσει ο «μύθος του καλού Ιταλού», όπως παρατηρεί ο ιστορικός Ιάσονας Χανδρινός. «Πρόκειται για ένα παιχνίδι της μνήμης. Η Ελλάδα αρχικά ήταν υπό ιταλική κατοχή και οι πρώτοι αντάρτες οργανώνονταν στην ύπαιθρο με αντιιταλικό πρόσημο. Ακολούθησαν όμως μετά το '43 τα εγκλήματα των γερμανικών στρατευμάτων, πιο σοκαριστικές εμπειρίες που κάλυψαν τις προηγούμενες», λέει ο ιστορικός. Και τα ιταλικά στρατεύματα διέπραξαν εγκλήματα πολέμου. Τον Φεβρουάριο του 1943 πυρπόλησαν το χωριό Δομένικο στη Λάρισα και έπειτα εκτέλεσαν πάνω από 100 κατοίκους του. Είχαν την ευθύνη για τη διανομή των τροφίμων και με τις αποφάσεις τους άφησαν πολλές περιοχές πεινασμένες. Νησιά, όπως η Σύρος, υπέφεραν από τον λιμό.
«Δεν ξέραμε τι γινόταν στην άλλη Ελλάδα», λέει η κυρία Μεσσάρη. «Νομίζαμε ότι η κατάσταση ήταν ίδια με την Κεφαλλονιά. Αργότερα μάθαμε τι συνέβαινε». Στην Κεφαλλονιά ο σύλλογος ελληνοϊταλικής φιλίας Mediterraneo έχει φτιάξει ένα μικρό μουσείο για τη Μεραρχία Acqui. Εκεί εκτίθενται φωτογραφίες μεικτών ζευγαριών αλλά και χαλαρών στιγμών της καθημερινότητας πριν από την επίθεση των γερμανικών δυνάμεων. Και σήμερα το επισκέπτονται συγγενείς των εκτελεσθέντων στρατιωτών.


 Μνήμες πολέμου

Τρίτη 24 Απριλίου 2012

Επεστρεψε στη γενετειρα του, στα Γιαννινα, επειτα από 90 χρονια...

Οι μνήμες μπορεί πολλές φορές να διχάζουν τους λαούς. Μπορούν όμως να μετατραπούν και στον πιο ισχυρό κρίκο για την ανάπτυξη δεσμών φιλίας. Αυτό συμβαίνει στην περίπτωση των Ιωαννίνων, με την επίσκεψη που πραγματοποιούν εξήντα απόγονοι μουσουλμάνων που είχαν μετακινηθεί στην Τουρκία κατά την ανταλλαγή των πληθυσμών με τη Συνθήκη της Λωζάνης.
Ανάμεσα σε αυτούς ο 98χρονος Λουφτού Καραντάγ, ο οποίος γεννήθηκε στα Γιάννινα και επιστρέφει ως προσκυνητής στην ιδιαίτερη πατρίδα του.
Τους εξήντα περίπου επισκέπτες, ανάμεσά τους και Τουρκογιαννιώτες υποδέχθηκε σήμερα το πρωί ο Δήμαρχος Φίλιππας Φίλιος, στην ισόγεια αίθουσα του Δημαρχείου.
Σε μία εκδήλωση, συγκινησιακά φορτισμένη, ο Δήμαρχος τους καλωσόρισε στον τόπο από τον οποίο κατάγονται.
«Ενενήντα χρόνια μετά τις ανταλλαγές πληθυσμών, μπορούμε να ξαναβρεθούμε κοντά, να αναπολούμε την ιστορία και να δουλέψουμε με δύναμη για την φιλία των δύο λαών» σημείωσε ο Δήμαρχος ο οποίος τόνισε ότι τα Γιάννινα έχουν κρατήσει και διατηρήσει τα έντονα χαρακτηριστικά της πολυπολιτισμικής πόλης.
Ο Περιφερειακός Σύμβουλος και κάτοχος του βραβείου Ιπεκτσί Γιάννης Παπαδημητρίου είναι από τους πρωτεργάτες για την ανάπτυξη δεσμών των απογόνων μουσουλμανικών οικογενειών από τα Ιωάννινα με την πατρίδα τους.
Κατά τη σημερινή εκδήλωση ο κ. Παπαδημητρίου σημείωσε ότι η ανταλλαγή των πληθυσμών αποτέλεσε ένα βαθύ τραύμα, το οποίο οι απόγονοι όλων εκείνων που μετακινήθηκαν επιχειρούν να κλείσουν με προσκυνήματα στις ιδιαίτερες πατρίδες.
«Σας καλωσορίζω στην πόλη με τα πιο καλά διατηρημένα ισλαμικά μνημεία στην Ελλάδα. Για μας τα μνημεία αυτά είναι πλούτος, είναι γέφυρα φιλίας. Οι μνήμες μπορεί να διχάζουν μπορεί όμως και να ενώνουν. Εμείς αυτό κάνουμε», σημείωσε ο κ. Παπαδημητρίου.
Καθοριστικός για τις επισκέψεις αυτές είναι ο ρόλος του Ιδρύματος Ανταλλαγέντων της συνθήκης της Λωζάνης. Ο Γενικός Γραμματέας του Ιδρύματος που μετέχει στην αποστολή Σεφέ Γκιουβέντς τόνισε ότι η ανταλλαγή ήταν μία τραυματική εμπειρία. «Σκοπός μας με την επίσκεψη στα Γιάννινα είναι να καλύψουμε ένα μέρος της νοσταλγίας για την πατρίδα των προγόνων μας. Θα συνεχίσουμε λοιπόν δημιουργώντας σχέσεις φιλίας», υπογράμμισε.

Ο Λουφτού Καραντάγ γεννήθηκε στα Γιάννινα τον Μάιο του 1914. Ενενήντα οκτώ ετών σήμερα δεν μπορεί να κρύψει ούτε τη χαρά αλλά ούτε και τη συγκίνησή του. «Εγώ έχω δύο πατρίδες. Εδώ είναι η μητέρα γη μου. Και όπου βρίσκομαι είμαι πρεσβευτής των Ιωαννίνων» τόνισε.

Μία επιστολή εκ μέρους όλων όσων βρίσκονται στην πόλη διάβασε η κ. Νουρ Τασάν στην ελληνική γλώσσα. Μία επιστολή όπου περιγράφει συναισθήματα και την επιθυμία να πάρουν όλοι μία φούχτα χώμα από τα Γιάννινα και να την εναποθέσουν στους τάφους των δικών τους ανθρώπων.
Στην αποστολή μετείχε και ο Δήμαρχος της περιοχής Μεσιούτε του Πόντου. Μιας περιοχής από την οποία είχαν εκδιωχθεί Έλληνες. Τα τελευταία χρόνια συμβαίνει κι εκεί αυτό που έγινε σήμερα στα Γιάννινα. Απόγονοι των εκδιωχθέντων Ελλήνων επιστρέφουν για να γνωρίσουν τον τόπο καταγωγή τους.Ο Δήμαρχος της Μεσιούτε κάλεσε τον Δήμαρχο Ιωαννίνων Φίλιππα Φίλιο να επισκεφθεί την περιοχή σημειώνοντας ότι έτσι μπορούν να δημιουργηθούν ισχυρές σχέσεις φιλίας. 
 
Πηγή:   http://ioanninatoday.blogspot.com

Δευτέρα 24 Οκτωβρίου 2011

«Εζησα το θαύμα της Αλβανίας»: Ο Οδυσσέας Ελύτης, η ημιτελής «Αλβανιάδα» και η συμμετοχή του στον αγώνα

Επέτειος της 28ης Οκτωβρίου εν όψει και ας αναφερθώ, σε όσους δεν το γνωρίζουν, σ' ένα αφιερωμένο στο αλβανικό έπος ποιητικό έργο του Οδυσσέα Ελύτη, το οποίο όμως απέσυρε και θα εξηγηθεί πιο κάτω από τον ίδιο γιατί.
Ο Οδυσσέας Ελύτης στο αλβανικό μέτωπο - 1941
Ο Οδυσσέας Ελύτης στο αλβανικό μέτωπο - 1941

Πρόκειται για την «Αλβανιάδα», έργο ημιτελές, που δημοσιεύθηκε το 1965 στο φοιτητικό περιοδικό «Πανσπουδαστική», με εκτενή συνέντευξη του ποιητή και σχέδια του Γιάννη Μόραλη.
Περνάω αμέσως στο μεγαλύτερο μέρος τής άκρως ενδιαφέρουσας (ανυπόγραφης) αυτής συνέντευξης (που υπάρχει στο αρχείο μου, δανειζόμενος τον ίδιο τίτλο, με δικούς μου υπότιτλους), παρακάμπτοντας το ποίημα αφού ο δημιουργός του δεν το περιέλαβε τελικά στα έργα του. Οπου ο Ελύτης, αφού εξηγεί πώς αποφάσισε να σταματήσει τη σύνθεση του εν λόγω ποιήματος (τον τράβηξε το «Αξιον Εστί», ενώ δεν πρέπει να μας διαφεύγει και το «Ασμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας», που έγραψε την ίδια περίοδο), περνάει στο Επος του Σαράντα όπου, όπως είναι γνωστό, συμμετείχε ως έφεδρος ανθυπολοχαγός κι όπου αρρώστησε βαριά και παραλίγο να χάσει τη ζωή του.
«Ομορφη αφροσύνη»
- Πώς συμβαίνει να μην έχει εκδοθεί ακόμη η «Αλβανιάδα»; Μήπως έχουν δημοσιευθεί αποσπάσματα σε κανένα περιοδικό;
- Οχι, το ποίημα αυτό δεν δημοσιεύθηκε ποτέ. Μεταδόθηκε όμως τον Οκτώβριο του 1956 από το Ραδιοφωνικό Σταθμό Αθηνών, με απαγγελία Θάνου Κωτσόπουλου και Μήτσου Λυγίζου, ραδιοσκηνοθεσία Νίκου Γκάτσου και μουσική Μάνου Χατζιδάκι. Δεν είχε, απ' όσο ξέρω, καμιάν απήχηση, μολονότι η ραδιοφωνική παρουσίαση βοηθούσε στην ανάδειξη της ιδιότυπης τεχνικής του. Ισως να έφταιγα εγώ, ίσως το θέμα. Γεγονός είναι ότι μου έλειψε από κει και πέρα η διάθεση να συνεχίσω ένα έργο με τόσο μεγάλες διαστάσεις. Καλά ή κακά δεν είμαι από τους ποιητές που μπορούν να γράφουν ερήμην του κοινού. Μου χρειάζεται ο «αντίκτυπος». Κάτι περισσότερο: μου χρειάζεται αυτό που λέμε «αόρατη παραγγελία», η συναίσθηση ότι μια ομάδα ανθρώπων, έστω και μικρή, περιμένει κάτι από μένα. Προχώρησα αρκετά στο δεύτερο μέρος, κ' ύστερα, ξαφνικά, σταμάτησα. Με τράβηξε το «Αξιον Εστί» που είχε αρχίσει να ωριμάζει μέσα μου και που έμελλε να ηχήσει αλλοιώς. Ωστόσο, μια που αυτό το πρώτο μέρος εξακολουθεί, προσωπικά, να με ικανοποιεί απολύτως κ' έχει εξάλλου πάρει κατά κάποιο τρόπο το βάφτισμα της δημοσιότητας, ευχαρίστως σας το παραχωρώ.
(Στη συνέχεια απαντάει σε ερώτηση για την τεχνική του ποιήματος - και αμέσως μετά):
- Τι είναι εκείνο που σας συγκίνησε στο Επος του Σαράντα;
- Πώς να σας το πω: ήταν ό,τι διάβαζα στην πράξη, και μ' ένα σφίξιμο στην καρδιά μην τύχει και δακρύσω, αυτά που με ανία και δυσφορία διάβαζα ώς τότε στα βιβλία και για την ιστορία της χώρας μου. Ηταν μια βίαιη φορά προς τα εμπρός του λαού που είχε κάποτε ηττηθεί, όχι εξ αιτίας του, στη Μικρασία, και που τώρα θα έπαιρνε την εκδίκησή του. Ετσι το έβλεπα εγώ. Σαν άχτι μακροχρόνιο που έβγαινε και ξεθύμαινε. Δεν έπαιζε ρόλο που ο εχθρός ήταν διαφορετικός. Ο εχθρός ήτανε η Τυραννία, ήτανε η μορφή του Αδικου, που την είχαμε υποστεί κάτω από διαφορετικές μορφές επί αιώνες και είχε γίνει μοίρα μας. Αυτή η εξέγερση εναντίον της Μοίρας, χωρίς υπολογισμό, μες στα όλα, αυτή η «όμορφη αφροσύνη», όπως λέω κάπου αλλού, ήτανε που ανέβαζε το γεγονός σε μιαν άλλη σφαίρα, ποιητική. Μέσα μου έγινε μια αναπαρθένευση των τριμμένων εννοιών. Οι λέξεις ξεφουσκώνανε και ξαναγεμίζανε με καθαρή ουσία. Με τη βοήθεια της ουσίας αυτής βρήκα το θάρρος να ξαναπροφέρω λόγια που ώς τότε φοβόμουνα επειδή τα συναντούσα μόνο στα χείλη των κούφιων πολιτικών και των πατριδοκαπήλων.
«Σώθηκα από θαύμα»
- Προσωπικά, εσείς, σαν έφεδρος ανθυπολοχαγός, τι κάνατε στον αγώνα;
- Τι να έκανα εγώ, ένα χαλασμένο παιδί της Αθήνας. Με κόπο, κόπο ανυπολόγιστο, κατάφερα να είμαι απλώς συνεπής προς την αποστολή μου. Αλλά είδα στα πρόσωπα των στρατιωτών μου τη λάμψη που είναι ικανός ο Ελληνισμός ν' αναδώσει όταν πιστεύει στο δίκιο του. Και γνώρισα από κοντά την αψηφισιά του θανάτου, την ακατάβλητη θέληση της ζωής που έγινε τελικά και δική μου. Στο μέτωπο, αρρώστησα από βαρύτατο τύφο. Τα νερά που πίναμε όπου βρίσκαμε, ανάμεσα στα πτώματα των μουλαριών, ήτανε μολυσμένα. Χωρίς να γνωρίζω τι έχω, χρειάστηκε να κάνω τρία μερόνυχτα με τα πόδια και με ζώο για να βρεθώ σε βατό δρόμο και να διακομισθώ στο Νοσοκομείο των Ιωαννίνων. Εμεινα εκεί σαράντα μέρες με σαράντα πυρετό, ακίνητος, με πάγο στην κοιλιά. Με είχανε αποφασίσει, αλλά εγώ δεν είχα αποφασίσει τον εαυτό μου. Θυμάμαι ότι αρνήθηκα να με μεταφέρουν στον μικρό θάλαμο των ετοιμοθανάτων, όπως κάποιο άλλο βράδυ αρνήθηκα να κοινωνήσω και να εξομολογηθώ στον παπά που μου φέρανε, όταν η κρίση της αρρώστειας έφτασε στο κατακόρυφο. Μόλις αρχίσανε οι βομβαρδισμοί, ανοίγανε το διπλανό μου παράθυρο -μην σπάσουν τα τζάμια και τιναχτούν απάνω μου- και φεύγανε όλοι στα καταφύγια. Ετσι πέρασα όλες τις τρομερές μέρες της Γερμανικής επιθέσεως. Κατάμονος σ' έναν έρημο θάλαμο, και γεμάτος πληγές από την απόλυτη ακινησία. Και την ημέρα που κρίθηκε ότι είχα γλυτώσει και άρχισε να υποχωρεί ο πυρετός, ήρθε η διαταγή να εκκενωθεί το Νοσοκομείο. Με βάλανε όπως όπως σ' ένα φορείο, που το χώσανε σ' ένα φορτηγό αυτοκίνητο. Η φάλαγγα από τα Γιάννενα ως το Αγρίνιο πολυβολήθηκε οκτώ φορές από τα «στούκας». Οι φαντάροι τρέχανε στα χωράφια, όμως εγώ ήταν αδύνατο να σταθώ όρθιος έστω και για μια στιγμή. Τελικά, στο Αγρίνιο, με παρατήσανε σ' ένα πεζούλι και φύγανε. Μια καλή κοπέλλα, εθελοντής νοσοκόμος με άλλη αποστολή, με βοήθησε και μ' έσυρε ως το υπόγειο μιας καπναποθήκης, όπου σωριάστηκα κ' έμεινα τρεις μέρες. Αλλά τα υπόλοιπα δεν έχουν σημασία για τους άλλους. Σημασία έχει ότι «έζησα το θαύμα» και σώθηκα από ένα θαύμα. Οι γιατροί στην Αθήνα τρίβανε τα μάτια τους. Σύμφωνα με την Επιστήμη, θα έπρεπε με την παραμικρή μετακίνηση να πάθω εντερορραγία και να τελειώσω.

Πέμπτη 1 Ιουλίου 2010

Υπήρξαν και ευτυχισμένοι Εβραίοι

Μια ομάδα νεαρών Εβραίων προσκόπων χαμογελά ξένοιαστη σ' ένα φωτογραφικό στιγμιότυπο του 1938, κάτω από τις Καρυάτιδες στην Ακρόπολη.
Τα 
μικρά Εβραιόπουλα Ζαχαρίας, Αλίκη, Μίμης και Ελλη Λεβή, φωτογραφημένα το
 1915 σε φωτογραφείο του Βόλου  
Τα μικρά Εβραιόπουλα Ζαχαρίας, Αλίκη, Μίμης και Ελλη Λεβή, φωτογραφημένα το 1915 σε φωτογραφείο του Βόλου
Μικρά Εβραιόπουλα, τα αγόρια ντυμένα ναυτάκια και τα κορίτσια με λευκούς φιόγκους στα μαλλιά, παιδιά της οικογένειας Λεβή, κοιτάζουν με έκπληξη τον φακό σ' ένα φωτογραφείο του Βόλου, το 1915.
Δεκάδες ασπρόμαυρα στιγμιότυπα από τις ξένοιαστες μέρες και την καθημερινή ζωή των Ελλήνων Εβραίων (σε εκδρομές, σε ταβέρνες, σε παραλίες ή σε γάμους ντυμένοι με τα καλά τους), πριν ξεκινήσουν οι άγριες διώξεις του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, συνθέτουν ένα μικρό μόνο μέρος της έκθεσης «Εικόνες Ελλήνων Εβραίων», που παρουσιάζεται από χθες στο Εβραϊκό Μουσείο Ελλάδας (Νίκης 39).
Στην έκθεση οι επισκέπτες μπορούν επίσης να δουν φωτογραφίες από την αρχιτεκτονική εβραϊκών μνημείων και συναγωγών σε ελληνικό έδαφος, αρκετά από τα οποία έχουν καταστραφεί πια, καθώς και καρέ από ιστορικές στιγμές του περιπετειώδους βίου των Ελλήνων Εβραίων από τις μέρες των εκκαθαρίσεων: οικογένειες και μπουλούκια ανθρώπων με τρομαγμένη όψη να αναζητούν φυγή σε σταθμούς τρένων και δρόμους, με τα υπάρχοντά τους δεμένα πρόχειρα σε μπόγους.
Να υπενθυμίσουμε ότι ο αριθμός των Εβραίων της Ελλάδας έφτανε πριν από τον πόλεμο τις 82.000, με τους 50.000 να απαρτίζουν την εβραϊκή κοινότητα της Θεσσαλονίκης. Το 96% των Εβραίων της Θεσσαλονίκης (γύρω στις 46.000) εστάλησαν το 1942 στο Αουσβιτς, ενώ όσοι επέστρεψαν στις αρχές του '50 στην πόλη βρήκαν τις περισσότερες από τις εξήντα συναγωγές τους κατεστραμμένες και τα σχολεία τους ερειπωμένα. Στις 24 Μαρτίου του 1944 έγινε από την Γκεστάπο, σε λίγα μέτρα απόσταση από τη Συναγωγή της Αθήνας, η παγίδευση και η σύλληψη και των Εβραίων της πρωτεύουσας.
Το υλικό της έκθεσης προέρχεται από το φωτογραφικό αρχείο του Εβραϊκού Μουσείου της Ελλάδας, το οποίο διαθέτει περισσότερες από 3.500 φωτογραφίες, ταξινομημένες σε 100 και πλέον θεματικές κατηγορίες απ' όλο το φάσμα του εβραϊκού πολιτισμού στην Ελλάδα, με αφετηρία τον 19ο αιώνα μέχρι και σήμερα. Το αρχείο αποτελείται από πρωτότυπες ασπρόμαυρες φωτογραφίες, τυπωμένα αντίγραφα, έγχρωμα στιγμιότυπα και διαφάνειες. Το υλικό άρχισε να καταφθάνει στο μουσείο από διαφορετικές πηγές και απ' όλο τον κόσμο.
Η επιμέλεια της έκθεσης ανήκει στον φωτογράφο και επιμελητή του φωτογραφικού αρχείου του Μουσείου, Λεωνίδα Παπαδόπουλο, ο οποίος σημειώνει: «Πέρα από τη συναισθηματική σχέση και από τη σημαντικότητα του αρχείου σε επίπεδο ιστορίας και πολιτισμού του ελληνικού εβραϊσμού, υπάρχει και μια άλλη πτυχή: η καλλιτεχνική ποιότητα των εικόνων. Μέσα στον τεράστιο αριθμό των φωτογραφιών υπάρχουν κάποιες που ξεχωρίζουν, γιατί πληρούν συγκεκριμένα αισθητικά κριτήρια, τα οποία τις τοποθετούν σε μια υψηλότερη βαθμίδα, αυτή της καλλιτεχνικής φωτογραφίας. Είναι μια ευτυχής συγκυρία όταν το βλέμμα του φωτογράφου, το θέμα, η στιγμή και η τελική σύνθεση βρίσκονται σε αρμονία».
* Διάρκεια έκθεσης έως 20 Σεπτεμβρίου. Ωρες επίσκεψης καθημερινά: 09.00-14.30. Κυριακή 10.00-14.00. Το Σάββατο το Μουσείο είναι κλειστό. Τηλ: 210-3225582 *

Δευτέρα 25 Ιανουαρίου 2010

Εμφύλιος Πόλεμος, διαθλώμενες αναπαραστάσεις


 Εμφύλια βία και Ιστορία

Του ΣΤ. ΚΑΛΥΒΑ | Κυριακή 24 Ιανουαρίου 2010, Εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ




Ο ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ κ. Στάθης Καλύβας απαντά στο σχόλιο του καθηγητήκ. Χάγκεν Φλάισερ, το οποίο είχε δημοσιευθεί στο «Βήμα της Κυριακής»στις 10 Ιανουαρίου 2010 με τίτλο: « Η “κόκκινη” και η “μαύρη” βία». Το κείμενο του κ. Φλάισερ ήταν απάντηση στο σχόλιο του κ. Καλύβα το οποίο είχε δημοσιευθεί στο «Βήμα της Κυριακής» (20 Δεκεμβρίου 2009) με τίτλο «Η Ιστορία ως τυμβωρυχία». Το κείμενο του κ. Καλύβα αφορούσε βιβλιοκριτική του κ. Φλάισερ σχετικά με την έκθεση που συνέθεσε το 1943 ο βρετανός ταγματάρχης Ντέιβιντ Γουάλας για τις ελληνικές ντιστασιακές οργανώσεις και η οποία είχε δημοσιευθεί στην εφημερίδα «Τα Νέα» (28.11.2009).
Με τον Χάγκεν Φλάισερ έχουμε ένα κοινό στοιχείο: και οι δύο φύγαμε από τη χώρα μας και σταδιοδρομήσαμε επιστημονικά στο εξωτερικό, εκείνος στην Ελλάδα, εγώ στην Αμερική. Θα πίστευα λοιπόν πως γνώριζε ότι, ως ξένοι, έχουμε την πολυτέλεια να επιλέγουμε τα καλύτερα στοιχεία της περιρρέουσας κουλτούρας. Κι όμως, όπως φαίνεται από το κείμενό του στο «Βήμα», από τα πολλά και καλά που διαθέτει η Ελλάδα εκείνος διάλεξε να κρατήσει την εμπάθεια. Η επίθεσή του μάλιστα εναντίον του Πέτρου Μακρή Στάικου με εντελώς ασύστατες κατηγορίες περί λογοκρισίας είναι πραγματικά θλιβερή. Εγώ αντίθετα επιλέγω να δω την απάντησή του ως αφορμή προβληματισμού σχετικά με τη μελέτη της εμφύλιας βίας.
Οπως είναι γνωστό, το στοιχείο που διαφοροποιεί τους εμφυλίους από τους υπόλοιπους πολέμους είναι ότι η βία ασκείται συχνά ανάμεσα σε ομοεθνείς και γείτονες, πράγμα που τους καθιστά αδελφοκτόνους, διάσταση που απέδωσε με ευαισθησία ο Παντελής Βούλγαρης στην ταινία «Ψυχή βαθιά». Η διάσταση αυτή ακριβώς καθιστά την εμφύλια βία ένα ιδιαίτερα δύσκολο αντικείμενο μελέτης, αφού οι περισσότεροι μελετητές το αποφεύγουν αντιδρώντας στην ιδεολογικοποίηση και εργαλειοποίησή του από τις πολιτικές παρατάξεις.
Στην περίπτωση του δικού μας Εμφυλίου, ως το 1974 έμεινε ουσιαστικά χωρίς αντίλογο η αντίληψη της τότε κυρίαρχης κουλτούρας, ότι για όλα τα δεινά του Εμφυλίου μας έφταιγε η Αριστερά. Τα πρώτα κυρίως χρόνια μετά τη λήξη του η βία μιας αποκλειστικά «ξενοκίνητης» Αριστεράς υπήρξε κεντρικό θέμα της επίσημης προπαγάνδας. Η άποψη αυτή ήταν τόσο ισχυρή ώστε η απριλιανή δικτατορία αναγκάστηκε να αναζητήσει σε αυτήν τη νομιμοποίηση που χρειαζόταν. Οπως ήταν φυσικό, το εκκρεμές αντιστράφηκε μετά το 1974 και οι ευθύνες μετατοπίστηκαν σχεδόν ολοκληρωτικά προς τη «Δεξιά», όπως βαφτίστηκε από την Αριστερά η νικήτρια παράταξη, που περιλάμβανε στην πραγματικότητα όχι μόνο τη Δεξιά αλλά και το πολιτικό Κέντρο. Καθώς η Αριστερά επένδυσε ετεροχρονισμένα στη θυματοποίησή της, τώρα η ρητορική στράφηκε αποκλειστικά στη βία της νικήτριας πλευράς, με έναν λόγο όμως που παρέμεινε, όπως και ο προηγούμενος, βαθύτατα παραταξιακός και συχνά προπαγανδιστικός. Αυτά βέβαια δεν είναι αποκλειστικά ελληνικά χαρακτηριστικά. Τα συναντούμε σε πολλές χώρες με αντίστοιχο παρελθόν. Πρώτα οι νικητές γράφουν την Ιστορία (για παράδειγμα, οι φασίστες στην Ισπανία ή οι κομμουνιστές στις Βαλτικές χώρες), για να επανέλθουν αργότερα οι ηττημένοι και να την ξαναγράψουν από την ανάποδη. Ο ικανός ερευνητής, όμως, κατέχοντας σε βάθος την εμπειρία περισσότερων χωρών από μία, έχει τη δυνατότητα να αποστασιοποιηθεί συναισθηματικά και ιδεολογικά από το παρελθόν και να το δει απαλλαγμένος από τα βαρίδια που κληροδότησαν τα πάθη της εποχής. Αυτό τον οδηγεί αναγκαστικά στον δύσκολο δρόμο της επιστημονικής έρευνας, δηλαδή της συστηματικής παρατήρησης, της επίπονης μέτρησης και της επεξεργασίας των στοιχείων καθώς αποζητά να αναδείξει τα χαρακτηριστικά της εμφύλιας σύγκρουσης με ακρίβεια και σαφήνεια.
Εναν τέτοιο δρόμο ακολουθώ κι εγώ προσπαθώντας να ερμηνεύσω βάσει στοιχείων το πώς διαπλέκονται οι πολιτικές επιλογές, οι ιδεολογικές επιταγές, οι τοπικές ή και προσωπικές έριδες, καθώς και η πανταχού παρούσα συγκυρία. Ομως ο κ. Φλάισερ και όσοι συντάσσονται με τις απόψεις του με κατηγορούν τα τελευταία χρόνια με απελπιστική μονοτονία για «πτωματομετρία», λες και αυτή είναι η μόνη διάσταση των μελετών μου. Το αυτονόητο δυστυχώς τους διαφεύγει: πως η μελέτη της εμφύλιας βίας περιλαμβάνει αναγκαστικά και την καταμέτρηση των νεκρών, στην καλύτερη δυνατή προσέγγιση που επιτρέπουν τα εκάστοτε υπάρχοντα στοιχεία. Η μελέτη του Εμφυλίου που θα αδιαφορούσε για τους αριθμούς των νεκρών θα ήταν σαν μελέτη εκλογών που αδιαφορεί για τα ποσοστά των ψήφων. Τον παράγοντα αυτόν, φυσικά, συνυπολογίζω κι εγώ στις μελέτες μου.
Ο κ. Φλάισερ όμως και κάποιοι άλλοι ενοχλούνται. Τι κι αν κορυφαίοι ακαδημαϊκοί οργανισμοί, όπως η Ευρωπαϊκή Ακαδημία Κοινωνιολογίας και η Αμερικανική Εταιρεία Πολιτικής Επιστήμης, έχουν βραβεύσει τις μελέτες αυτές, τι κι αν τα πιο έγκυρα διεθνή επιστημονικά περιοδικά τις δημοσιεύουν, τι κι αν οι συνάδελφοι από όλον τον κόσμο έχουν παραπέμψει σ΄ αυτές πάνω από χίλιες φορές; Για τον κ. Φλάισερ αυτά είναι ψιλά γράμματα! Εκτός κι αν πιστεύει ότι υπάρχει κάποια διεθνής συνωμοσία των εγκυρότερων διεθνών επιστημονικών θεσμών κατά της Μεγάλης Αλήθειας, που την κατέχει μόνο αυτός και η μικρή αθηναϊκή παρεούλα του.
Στις μελέτες μου, καθώς και πολλών άλλων σοβαρών ελλήνων και ξένων ερευνητών, εξετάζεται η βία και των δύο πλευρών, αυτή που υπάρχει σε κάθε εμφύλιο. Αντίθετα, οι ιστορικοί της περιόδου σαν τον κ. Φλάισερ, που εξακολουθούν να επιμένουν ιδεολογικά στις συζητήσεις του Εμφυλίου, συστηματικά αγνοούν ή υποβαθμίζουν τη βία της αγαπημένης τους πλευράς. Αν διαβάσει κανείς τα κείμενά τους, για τη βία της Αριστεράς υπάρχουν οι εξής εναλλακτικές: ή δεν υπήρξε ποτέ ή δεν αξίζει να ασχολείται κανείς με αυτήν γιατί εντάσσεται στη λογική τού «πόλεμος είναι και πεθαίνει κόσμος» ή ήταν περιθωριακό φαινόμενο, μια εξαίρεση που μπορεί να φορτωθεί στις πλάτες ορισμένων παρανοϊκών που ξέφυγαν από τον έλεγχο του κόμματος είτε, τέλος, ήταν αμυντική, άρα «καλά κάνανε στους φασίστες και στους δωσίλογους». Η μεγάλη ειρωνεία είναι πως, αν στα κείμενα αυτά αντικαταστήσει ο αναγνώστης το «Δεξιά» με το «Αριστερά» και το «δωσίλογοι» με το «κομμουνιστοσυμμορίτες», θα παραγάγει τέλεια δείγματα εθνικόφρονης προπαγάνδας του 1950!
Δεν μπαίνω στον κόπο να εξετάσω το υπόστρωμα αυτής της επιστημονικής παθολογίας και της αδιέξοδης εμμονής μιας παρέας στην ιδεολογική παραμόρφωση της πραγματικότητας. Αν μη τι άλλο, τα μεγάλα γεγονότα του 1989 θα έπρεπε να έχουν προβληματίσει όσους συνεχίζουν να αναπολούν με νοσταλγία «τη νικηφόρα επανάσταση που χάθηκε» πίνοντας το καφεδάκι τους στο Κολωνάκι και απολαμβάνοντας στο έπακρο τα αγαθά του καπιταλισμού. Αναστήματα της Αριστεράς του μεγέθους ενός Γρηγόρη Φαράκου ή ενός Λεωνίδα Κύρκου, άνθρωποι μπαρουτοκαπνισμένοι και βασανισμένοι, ωρίμασαν βαθιά μέσα στα χρόνια δίνοντας με τις αναγνώσεις τους του παρελθόντος μαθήματα σοφίας σε όλους μας. Αντίθετα, λιγοστοί εκ του ασφαλούς μελετητές, αντί να επωφεληθούν από τα πλεονεκτήματα που προσφέρει η χρονική απόσταση, έχουν πάθει παράκρουση με τον νέο μπαμπούλα που πρέπει να ξορκίσουν: τους «αναθεωρητές» της ιστορίας, όπως ονόμασαν τους ερευνητές, όπως εγώ, που εννοούμε να επιμένουμε στην επιστημονική μέθοδο και όχι σε βολικές, μυθολογικές αναγνώσεις.
Ξεχνούν όμως ότι οι σταλινικές πρακτικές επιβάλλονται μόνο σε σταλινικό περιβάλλον. Σήμερα, όσο και να φωνάζουν, όσο και να ασχημονούν, δεν μπορούν να αλλάξουν την πραγματικότητα: η εποχή των μονολόγων παρήλθε αμετάκλητα.

Η «κόκκινη» και η «μαύρη» βία

ΧΑΓΚΕΝ ΦΛΑΙΣΕΡ | Κυριακή 10 Ιανουαρίου 2010 Ο καθηγητής κ. Χάγκεν Φλάισερ απαντά στο σχόλιο του καθηγητή κ. Στάθη Ν. Καλύβα, το οποίο είχε δημοσιευθεί στο «Βήμα της Κυριακής», στις 20 Δεκεμβρίου 2009 με τίτλο «Ιστορία ως τυμβωρυχία». Ο κ. Καλύβας με το κείμενό του απαντούσε τότε σε παλαιότερη κριτική του κ. Φλάισερ.



Μονάδα Ιππικού του ΕΛΑΣ κοντά στη Λαμία το 
φθινόπωρο του 1944 (φωτογραφία Ντιμίτρι Κέσελ)       




«Εκτός έδρας» καθώς ο Δήμος Καλαβρύτων μου έκανε την τιμή να εντάξει την παρουσίαση των Πολέμων της μνήμης, του τελευταίου βιβλίου μου, στις εκδηλώσεις μνήμης της μεγάλης σφαγής- πληροφορήθηκα για δημοσίευμα του Στάθη Καλύβα με τον κραυγαλέο τίτλο «Η Ιστορία ως τυμβωρυχία»(«Το Βήμα», 20.12.2009). Μολονότι η συγκεκριμένη μομφή έχει αποδοθεί ενίοτε στον Καλύβα- λόγω της ερευνητικής εμμονής του με τις ανθρωποκτονίες («Ι focus on homicides»), τη μελέτη, καταμέτρηση και  
                                                         (ανα)κατανομή των θυμάτων της εμφύλιας βίας κυρίως με παραταξιακά κριτήρια-, δεν περίμενα να έχει περάσει κρίση αυτοκριτικής. Με την ανάγνωση του άρθρου λύθηκε η απορία, τέθηκε όμως άλλο ζήτημα: Πολλοί συνάδελφοι έκριναν ότι ένα τέτοιο λιβελογράφημα δεν αξίζει σχολιασμό, εντούτοις κατέληξα ότι επιβαλλόταν μια τελειωτική απάντηση.
Για να δικαιολογήσει ο Καλύβας τον μακάβριο τίτλο του, τον συνέδεσε με το ερώτημά μου γιατί «ξέθαψε», μαζί με τον δικηγόρο Π. Μακρή-Στάικο, την ήδη γνωστή κατοχική έκθεση του Βρετανού ταγματάρχη Ουάλας, χωρίς να αναφερθεί καν στις ευθύνες του για το ξέσπασμα του κατοχικού Εμφυλίου. Ασφαλώς γνωρίζει τη μεταφορική έννοια του ρήματος «ξεθάβω». Με την αστεία κατηγορία ότι «αποδοκιμάζω» τη «δημοσίευση ενός ιστορικού τεκμηρίου» , αποκρύπτει ότι, επισημαίνοντας περίεργα λάθη και κενά στο σχολιασμό, έθετα ερωτήματα που έμειναν όμως αναπάντητα. Επιπλέον ο Καλύβας ή/και οι συν αυτώ- όλοι αυτοανακηρυχθέντες θεματοφύλακες της ΕΛΕΥΘΕΡΗΣ έρευνας ΛΟΓΟΚΡΙΝΑΝ την από το 2002 δημοσιευμένη έκθεση: αφαιρώντας λαθραία από τη μετάφραση (τα «άβολα»;) κεφάλαια!
Στη συζήτηση για τον Εμφύλιο, ο Καλύβας πρωτοεμφανίστηκε το 2000 σε συλλογικό τόμο του Μαρκ Μαζάουερ, ισχυριζόμενος πως μετά την «κατάρρευση της ιδεολογικής ηγεμονίας της Δεξιάς»- την οποία τοποθετεί πρόωρα το 1974- έπαψαν οι αναφορές στην «κόκκινη βία» (που αποτελούσε τον τίτλο του άρθρου του). Μετά τη μεταπολίτευση, πράγματι, τα ψυχροπολεμικά «δεδομένα» της δεκαετίας του ΄40 αναπόφευκτα «αναθεωρήθηκαν» και σταδιακά ανατράπηκαν, καθώς ελευθερώθηκε το σταματημένο εκκρεμές της «πολιτικής ορθότητας». Αυτή η διαδικασία ενοχλούσε τους «νικητές του Εμφυλίου», που αντλούσαν επιχειρήματα από υπερβολές και απλουστεύσεις της (ετερογενούς!) ηττηθείσας παράταξης, δεν βρήκαν όμως συγκροτημένη έκφραση ώσπου εμφανίστηκε το αυτοαποκαλούμενο «νέο κύμα». Αυτό προσέφερε ορισμένες αξιόλογες μελέτες τοπικού κυρίως ενδιαφέροντος, χωρίς το «νέο» να ξεφεύγει κατ΄ ανάγκη από το νεοτερικό «διεπιστημονικό» περιτύλιγμα παλαιάς συνθηματολογίας. Οι άτυποι ηγέτες του, Καλύβας και Ν. Μαραντζίδης, εκδηλώνουν επίμονα τάσεις μονοπώλησης της «(νέας) ιστορικής ορθότητας» και πληθωρική οίηση, που εκφράζονται ήδη στον περίφημο Δεκάλογο της «φρέσκιας ματιάς» («Τα Νέα», 20.3.2004) με οδηγίες προς ναυτιλλομένους (ερευνητές). Η εμφανής έπαρση θυμίζει τους νεαρούς οικονομολόγους που κόμιζαν και εφάρμοζαν νέες συνταγές στην οικονομία: με τα γνωστά αποτελέσματα...
Ανάμεσα σε άλλα παράδοξα, ο Καλύβας ψέγει τον γράφοντα και για όσα υποστήριξε ο Ηλίας Νικολακόπουλος («Τα Νέα», 28.11.2009), συγχέοντας τις δύο ανεξάρτητες και τυπωμένες με διαφορετικό χρώμα κριτικές. Επιβεβαιώνεται έτσι η προβληματική τεκμηρίωση βίαια στρογγυλεμένων ισχυρισμών που είχα ήδη επισημάνει στο πρώτο άρθρο του. Απόδειξη και η νέα «ποσοτική προσέγγιση» στην κατοχική βία σε συλλογικό τόμο του 2009: Ο ισχυρισμός του ότι οι σχεδόν 2.000 βίαιοι θάνατοι στη Μεσσηνία οφείλονταν κατά 66,63% στην «κόκκινη βία», και μόνο 33,37% στη «μαύρη βία» (κατακτητών και δωσίλογων), στηρίζεται στις λίστες ανθρωποκτονιών του Κοσμά Αντωνόπουλου. Ο Καλύβας παραδέχεται ότι «δεν είναι δίχως προβλήματα» τα στοιχεία του νομάρχη της ΕΡΕ Αντωνόπουλου, τα οποία όμως παρουσιάζει σαν «μοναδικά» και ελεγμένα! Αγνοεί ότι άλλα μαρτυρολόγια αποδεικνύουν τη μεροληψία του Αντωνόπουλου και των στοιχείων του; Αγνοεί ότι εκείνος είχε «προηγούμενα», ως στέλεχος τοπικής αντι-εαμικής ανταρτικής οργάνωσης που διαλύθηκε από τον ΕΛΑΣ και έπειτα τροφοδότησε τα Τάγματα Ασφαλείας, ενώ ο πατέρας του εκτελέστηκε από το ΕΑΜ; Ετσι, ο γιοςσυγγραφέας-νομάρχης εκδικείται με τη γραφίδα «τον κόκκινο φασισμό», αλλά συχνά και την ιστορική αλήθεια! Κατανοητό, αλλά τότε κρίμα στον κόπο του πολιτικού επιστήμονα Καλύβα να καταρτίζει φανταχτερές γραφικές απεικονίσεις και στατιστικές με σαθρή βάση «δεδομένων».
Αλλωστε, ακόμη και ο Αντωνόπουλος αποδίδει το 53,7% των «εκτελεσθέντων» της Αργολίδας στους κατακτητές, ενώ ο Καλύβας αντιστρέφει την αναλογία, χρεώνοντας μόνο 45% στη μαύρη βία και «περίπου 55%» στην κόκκινη. Πρόκειται για βαρύνουσα τοποθέτηση, αφού η Αργολίδα είναι ο χώρος που εξετάζει στο «άρθρο-σταθμό» του 2000, όπου γενικεύει επαγωγικά τα εκεί ευρήματά του «πιθανότατα [για] ολόκληρη τη χώρα». Στο άρθρο της 20.12.2009, ο Καλύβας αναφέρει ότι η διεθνής έρευνα δεν αποσκοπεί στην «ανάδειξη πρωταθλητών και μειοδοτών [ εννοεί:“δευτεραγωνιστών” ;] της βίας». Οντως, αλλά δυστυχώς αυτό αναδεικνύει στον δημόσιο διάλογο εντός Ελλάδας- ενώ στο βιβλίο του «Logic of Violence» αυτοαναιρείται: απευθυνόμενος κυρίως σε αναγνώστες εκτός Ελλάδας, αντιπαραθέτει 40.000 θύματα της φασιστικής βίας σε «μόνο» 15.000 θύματα του ΕΑΜ, χωρίς οποιαδήποτε τεκμηρίωση!
Δεν αφορά λοιπόν εμένα ο αφορισμός του Καλύβα, όταν με εντάσσει στους ιστορικούς «που ρέπουν προς την επιλεκτική χρήση» των πηγών. Αρμοδιότεροι έχουν ήδη κρίνει επ΄ αυτού. Ούτε εξαρτώμαι από κομματικές δεσμεύσεις, ούτε θα εξέδιδα βιβλίο υπό την αιγίδα κομματικού ινστιτούτου, όπως έκανε ο Καλύβας. Αστοχη και η βολή εναντίον μου, για δήθεν «απόλυτη ταύτιση με το ΚΚΕ», ύστερα μάλιστα από τις πρόσφατες επιθέσεις του συγκεκριμένου πολιτικού χώρου σε δημοσιεύματά μου. Αλλωστε αντιτίθεμαι στο σφράγισμα ( των όποιων ) αρχείων. Ως προς άλλα ιστορικά δεδομένα συμβαίνει να συμφωνώ με το ΚΚΕ: λ.χ. ότι το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ υπήρξε σαφώς η μεγαλύτερη και δυναμικότερη αντιστασιακή οργάνωση- αλλά σε αυτό συμφωνούσε εκ πείραςκαι η Βέρμαχτ! Κλείνω παραφράζοντας τον Καλύβα: Είναι θλιβερό ένας επιστήμονας με υποσχόμενο ξεκίνημα να εκτροχιάζεται τόσο άσχημα ήδη στο μέσο της καριέρας του...

Ο κ. Χάγκεν Φλάισερ είναι καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. 


Η Ιστορία ως τυμβωρυχία

ΣΤΑΘΗΣ Ν. ΚΑΛΥΒΑΣ | Κυριακή 20 Δεκεμβρίου 2009

Σε πρόσφατο άρθρο μου («Μία δεκαετία ερευνητικής ανανέωσης», «Το Βήμα» 18.10.09) αναφερόμουν στην οξεία αλλεργία που έχει προκαλέσει στους εγχώριους θεματοφύλακες της πολιτικά ορθής ιστοριογραφίας η ανανέωση της ιστορικής έρευνας για τη δεκαετία του ΄40. Τη δημοσίευση του άρθρου αυτού συνόδευσαν οι συνηθισμένες αντιδράσεις που ανακυκλώνονται εδώ και κάμποσα χρόνια με περισσότερο ή λιγότερο κόσμιο τρόπο. Ετσι, κάποιος ισχυρίστηκε ότι η ιστορική έρευνα αποτελεί μονοπώλιο των ιστορικών, απαιτώντας να αποκλειστούν απ΄ αυτήν οι υπόλοιπες κοινωνικές επιστήμες («Τα Νέα», 19.11.09), άλλος ξιφούλκησε εναντίον των «μισθοφόρων της Νέας Δεξιάς» («Ελευθεροτυπία», 5.12.09), ενώ ένας τρίτος θεώρησε καλό να δημοσιοποιήσει τις φαντασιώσεις του για τα «γαλάζια άτια του ανορθολογισμού» («Αthens Review of Βooks», Δεκέμβριος 2009). Τείνω να αντιμετωπίζω τέτοιους είδους σχόλια με επιείκεια, ιδίως στον βαθμό που μπορούν να θεωρηθούν ατυχή αλλά αναπόφευκτα επακόλουθα προκεχωρημένης ηλικίας. Δεν ισχύει όμως το ίδιο για πρόσφατη βιβλιοκρισία του Χάγκεν Φλάισερ («Τα Νέα», 28.11.09), ο οποίος μέμφεται τον Πέτρο Μακρή-Στάικο για τη δημοσίευση της έκθεσης του βρετανού ταγματάρχη Ντέιβιντ Ουάλας και επικρίνει τον γράφοντα για το εισαγωγικό του σημείωμα στο ίδιο βιβλίο. Και αυτό γιατί πρόκειται για έναν κατά τεκμήριον σοβαρό ιστορικό, ο οποίος άλλωστε επαναλαμβάνει παρόμοιες αιτιάσεις με αξιοσημείωτη τακτικότητα. Σύμφωνα με τον Φλάισερ, η δημοσίευση της έκθεσης Ουάλας είναι ιστορικά και πολιτικά ύποπτη:



Πεζοπόρο τμήμα του τακτικού   στρατού, σε πορεία στην περιοχή της Κόνιτσας, κατά την περίοδο του Εμφυλίου
«ξεθάβεται», όπως γράφει, για να εξυπηρετήσει τους στόχους των μελών του «νέου κύματος» τα οποία ασχολούνται με «πραγματικές ή μη αυθαιρεσίες του ΕΑΜ εις βάρος ελλήνων αντιφρονούντων» για να στηρίξουν την «πάγια θέση τους ότι η “κόκκινη” τρομοκρατία επεσκίαζε τη “μαύρη” (των κατακτητών και δωσιλόγων)». Ο Φλάισερ ελέγχει ως εσφαλμένο τον ισχυρισμό που διατυπώνω στο εισαγωγικό μου σημείωμα, ότι ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και ο Ψυχρός Πόλεμος συγχωνεύονται σταδιακά στην Ελλάδα του 1943-44, ισχυρισμό που ο ίδιος ταυτίζει με την άποψη ότι «ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμοςμόνο εκ παραδρομής και μόλις για δύο χρόνια (1941-43) πήρε τη μορφή αντιφασιστικού πολέμου». Τέλος, με ψέγει για το συμπέρασμά μου ότι το    ιστοριογραφικό     μήνυμα του Ουάλας παραμένει επίκαιρο και σήμερα. Δέχθηκα με χαρά την πρόταση του Μακρή-Στάικου να προλογίσω την έκθεση Ουάλας, ένα ιστορικό τεκμήριο αναμφισβήτητης σημασίας που φωτίζει τις ενδοβρετανικές συγκρούσεις σε σχέση με το ΕΑΜ και τη διαμόρφωση της βρετανικής πολιτικής στην Ελλάδα και που παρέχει στον έλληνα αναγνώστη τη δυνατότητα να δει την ορεινή Ελλάδα του 1943 μέσα από τα μάτια ενός οξυδερκούς βρετανού παρατηρητή. Στο εισαγωγικό μου σημείωμα υπογράμμιζα τη διπλή ιστοριογραφική αξία της έκθεσης. Η ανάλυση του Ουάλας μάς υπενθυμίζει την ανάγκη να προσεγγίσουμε το πολυσυζητημένο θέμα των «πραγματικών προθέσεων» του ΚΚΕ και του ΕΑΜ όχι ως ασπρόμαυρη επιλογή ανάμεσα στη βίαιη κατάληψη και μονοπώληση της εξουσίας από τη μία ή την απλή πολιτική συμμετοχή σε μια δημοκρατική πολιτεία από την άλλη, αλλά ως μια πολύ πιο σύνθετη στρατηγική στην οποία ο ρόλος των ελιγμών έπαιζε κεντρικό ρόλο. Στην ανάγκη της σύνθετης ανάγνωσης αναφέρεται εξάλλου και το σχόλιό μου για την ιστοριογραφική επικαιρότητα της έκθεσης. Επιπλέον, πρόκειται για ένα κείμενο που μας επιτρέπει να αντιληφθούμε τον τρόπο με τον οποίο η αντιφασιστική διάσταση του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου διαπλέκεται με τη σύγκρουση καπιταλιστικής Δύσης και κομμουνιστικής Ανατολής- τον Ψυχρό Πόλεμο δηλαδή. Ο ίδιος ο Ουάλας είναι πολλαπλά μοιραίος άνθρωπος, καθώς ενσαρκώνει με τον πιο ανάγλυφο τρόπο τη διττή αυτή διάσταση του πολέμου: εργάστηκε για την αποτροπή των σχεδίων του ΚΚΕ συμμετέχοντας συγχρόνως στον αντιφασιστικό αγώνα, στον οποίο θυσίασε την ίδια του τη ζωή όταν τον χτύπησε γερμανικό βόλι στη Μενίνα της Ηπείρου το 1944. Με άλλα λόγια, είναι τελείως προφανές ότι οι πολιτικές συγκρούσεις στην ορεινή Ελλάδα του 1943-44, που θα κορυφωθούν στη μάχη της Αθήνας τον Δεκέμβριο του 1944, καθόλου δεν αναιρούν τον αντιφασιστικό χαρακτήρα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά συνυπάρχουν με αυτόν. Ολα αυτά είναι εντελώς αυτονόητα και θα περίμενε κανείς ότι δύσκολα θα προσέφεραν πεδίο παρανοήσεων. Δεν συμβαίνει όμως κάτι τέτοιο. Για τον Φλάισερ η δημοσίευση της έκθεσης Ουάλας αποτελεί αφορμή για μία ακόμα δίκη προθέσεων. Δεν είναι η πρώτη φορά: παλαιότερα είχε αποφανθεί ότι απεργάζομαι την επιστροφή της Ελλάδας στα «πέτρινα χρόνια»! Οσο για την απαξιωτική αναφορά του σε έρευνες που ασχολούνται με «πραγματικές ή μη αυθαιρεσίες του ΕΑΜ εις βάρος ελλήνων αντιφρονούντων», δεν αποτελεί εμφανή κακοήθεια η εκτόξευση υπονοουμένων αντί της αναφοράς σε συγκεκριμένες«φανταστικές αυθαιρεσίες»; Αντίστοιχης ποιότητας είναι ο ισχυρισμός περί της δήθεν «πάγιας θέσης» των «εκπροσώπων» του «νέου κύματος» ότι η «κόκκινη» τρομοκρατία επεσκίαζε τη «μαύρη» (των κατακτητών και δωσιλόγων). Πρόκειται για ισχυρισμό που υπονοεί και αναπαράγει τη γνωστή καραμέλα περί νομιμοποίησης των δωσιλόγων και των ταγματασφαλιτών. Από τον Φλάισερ θα περίμενε κανείς μια πιο εκλεπτυσμένη ανάλυση. Προφανώς αγνοεί τις σχετικές δημοσιεύσεις, ειδάλλως θα είχε αντιληφθεί ότι η προσεγγιστική εκτίμησή μου για τα θύματα της Κατοχής πανελλαδικά διαφέρει από τη δική του: αναφέρω 40.000 θύματα των κατακτητών και των συνεργατών τους και 15.000 θύματα του ΕΑΜ (βλ. Stathis Ν. Κalyvas, Τhe Logic of Violence in Civil War, Cambridge University Ρress 2006, 249). Αν, τέλος, ήταν ένας ελάχιστα καλόπιστος αναγνώστης, ο Φλάισερ θα είχε προ πολλού αντιληφθεί ότι αντικείμενο της μελέτης της εμφύλιας βίας, για την οποία υπάρχει εκτεταμένη διεθνής βιβλιογραφία που επίσης αγνοεί, καθόλου δεν είναι η ανάδειξη πρωταθλητών ή μειοδοτών της βίας, λες και προσδίδει ηθικό προβάδισμα το ποιος σκότωσε τους λιγότερους... Εκεί όμως όπου η κακοπιστία συναντά το πιο ακραίο αντιεπιστημονικό ένστικτο είναι όταν αποδοκιμάζεται η ίδια η δημοσίευση ενός ιστορικού τεκμηρίου. Η λέξη μάλιστα που χρησιμοποιεί ο Φλάισερ είναι καθ΄ όλα ενδεικτική: «ξεθάβεται», μας λέει, η έκθεση Ουάλας, ορολογία που εξισώνει την ιστορική έρευνα με την... τυμβωρυχία. Προφανώς, θεωρεί ότι ορισμένα ιστορικά τεκμήρια θα ήταν καλύτερο να παραμένουν «θαμμένα», μια θέση που τον οδηγεί στην απόλυτη ταύτιση με το ΚΚΕ, το οποίο ως γνωστόν απαγορεύει την πρόσβαση των ερευνητών στο αρχείο του. Η αντίληψη αυτή, σε συνδυασμό με αντίστοιχες που ξέσπασαν όταν δημοσιεύθηκε το ημερολόγιο Βλαντά, δείχνει ότι δυστυχώς στην Ελλάδα ευδοκιμεί ένα είδος ιστορικών που ρέπουν προς την επιλεκτική χρήση των ιστορικών τεκμηρίων. Είναι θλιβερό ένας ιστορικός με αξιόλογη συμβολή κατά το παρελθόν να εκτροχιάζεται τόσο άσχημα στη δύση της καριέρας του.

Ο κ. Στάθης Ν. Καλύβας είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Υale.  


Προς τι η προβολή ενός μοιραίου ανθρώπου; 

Γράφει ο Χάγκεν Φλάισερ




Η ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΝΤΕΪΒΙΝΤ ΟΥΑΛΑΣ ΣΤΗΝ ΚΑΤΟΧΙΚΗ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ Η ΕΚΘΕΣΗ ΠΟΥ ΣΥΝΕΤΑΞΕ ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΙΑΚΕΣ ΟΡΓΑΝΩΣΕΙΣ ΗΤΑΝ ΚΑΘΟΡΙΣΤΙΚΕΣ ΓΙΑ ΤΗ ΜΕΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΒΡΕΤΑΝΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΟΥ ΕΑΜ ΚΑΙ ΠΥΡΟΔΟΤΗΣΑΝ ΤΗΝ ΕΜΦΥΛΙΑ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ
Το να ξεθαφτεί, στο σωτήριο έτος 2009, η απόρρητη έκθεση του ταγματάρχη Ουάλας, θα μπορούσε να το περιμένει κανείς από δύο ενδιαφερόμενες πλευρές: πρώτον, από ιστορικούς προσκείμενους στο ΚΚΕ για να τεκμηριώσουν τη «μακιαβελική» πρόθεση της αγγλικής πολιτικής να επιβάλει την παλινόρθωση ενός ανεπιθύμητου μονάρχη στον «δύστροπο» ελληνικό λαό. Δεύτερον, από εκπροσώπους του αυτοαποκαλούμενου «Νέου Κύματος» στην ιστοριογραφία που εντρυφούν σε πραγματικές ή μη αυθαιρεσίες του ΕΑΜ εις βάρος Ελλήνων αντιφρονούντων, στηρίζοντας έτσι την πάγια θέση τους ότι η «κόκκινη» τρομοκρατία επισκίαζε τη «μαύρη» (των κατακτητών και δωσιλόγων).
Τελικά πρόλαβαν οι δεύτεροι (Καλύβας, Μακρής-Στάικος), και δεν φείδονται επαίνων για το «υπόδειγμα πολιτικής ανάλυσης» του μορφωμένου ταγματάρχη. Ως επιλήψιμο επισημαίνουν κυρίως την (κατανοητή) αδυναμία του Ουάλας να ανακαλύψει βασιλόφρονες αντιστασιακούς, ενώ αγνοούν πραγματολογικά λάθη όπως την αναφορά στην εκτέλεση 106 αριστερών στο Κούρνοβο (6-6-1943), υποτίθεται, από τους Γερμανούς (σ. 65). Ως γνωστόν, εκτελεστές αυτήν τη φορά ήταν οι Ιταλοί... Τέλος, οι επιμελητές επικρίνουν τον γράφοντα (ΧΦ), επειδή είχε αναφερθεί στην άποψη του Ουάλας, ότι « οι Έλληνες... ε ίναι ένας βασικά αδιόρθωτος και άχρηστος λαός χωρίς μέλλον ». Στην υπερασπιστική τους προσπάθεια για τον Ουάλας, προβάλλουν το καταπληκτικό επιχείρημα ότι εκείνος «ουδέποτε αποκάλεσε τους Έλληνες "Ασιάτες" όπως ο Μάγερς». Τι είναι άραγε χειρότερο;
Με ανάμεικτα αισθήματα διάβασα την πλήρη έκθεση. Ήδη το 1972, τη χρονιά που το Φόρεϊν Όφις άνοιξε τα αρχεία του, είχα βρει ως νεαρός υποψήφιος διδάκτωρ παραπομπές σε κρίσιμα αποσπάσματά της. Αυτά, όπως και άλλες αναφορές από ή για τον Ουάλας δεν μου άφηναν αμφιβολίες για τη μοιραία συμβολή του στον καθορισμό της βρετανικής πολιτικής στην κατοχική Ελλάδα. Στη διατριβή μου και, μια δεκαετία αργότερα, στην επαυξημένη ελληνική έκδοσή της ( Στέμμα και Σβάστικα , 1988), απέρριψα την επικρατούσα άποψη σχετικά με τον ρόλο του Ουάλας, ότι δηλαδή, παρά τους αρχικούς δισταγμούς, τελικά συμπαρατάχθηκε με τον Έντυ Μάγερς. Ο «Έντυ» είχε καταλήξει πως για την αποφυγή εμφύλιας (ή εαμοβρετανικής) σύγκρουσης, έπρεπε να αφαιρεθεί από την εαμική προπαγάνδα η εκμετάλλευση του πολιτειακού ζητήματος. Αυτό προϋπέθετε δέσμευση του Βασιλιά πως δεν θα επέστρεφε μεταπολεμικά στην Ελλάδα πριν από ένα ελεύθερο δημοψήφισμα. Στη βάση αυτή θα αποφεύγονταν η μονοπώληση του αγώνα από το ΕΑΜ, αλλά και η υποβόσκουσα ενδοσυμμαχική σύγκρουση. Η ως άνω άποψη για τον Ουάλας προωθήθηκε κυρίως από τον Κομνηνό Πυρομάγλου. Εκείνος, άλλοτε υπαρχηγός του Ζέρβα, μεταπολεμικά συνεργαζόμενος με την Αριστερά, μοχθούσε με σωρεία δημοσιευμάτων να «αποδείξει» ότι δεν υφίστατο ιδεολογικό χάσμα μεταξύ κατοχικής και μεταγενέστερης στάσης του. Ως εκφραστής μιας συγκροτημένης «δημοκρατικής»- σοσιαλίζουσας τάσης στον ΕΔΕΣ, υποτίθεται, πως συνέβαλλε τα μέγιστα για τη σύσφιγξη ενός ενιαίου μετώπου κατά την κάθοδο της αντιστασιακής αντιπροσωπείας στο Κάιρο (ΕΑΜ/ΕΛΑΣ, ΕΔΕΣ, ΕΚΚΑ), με τους «δημοκρατικούς» πολιτικούς της Μέσης Ανατολής και την πλειοψηφία των Βρετανών παραγόντων. Σύμφωνα με την εκδοχή αυτή, το σχέδιο ναυάγησε μόνο όταν ο Γεώργιος επιστράτευσε τα ανώτατα κλιμάκια του ξένου παράγοντα (Τσώρτσιλ κ.λπ.), και η παρέμβασή τους άνοιξε τον ασκό του Αιόλου.

Διαβουλεύσεις
Ωστόσο, τα πράματα ήταν πιο περίπλοκα. Η ανατροπή της βρετανικής πολιτικής στα τέλη του ΄43 έδειξε ότι ακόμη και ο Τσώρτσιλ δεν κατάφερε να επιβάλει τη φιλοβασιλική γραμμή όταν οι βρετανικές υπηρεσίες του Καΐρου, κατ΄ εξαίρεση, τα είχαν βρει μεταξύ τους. Αυτό συνέβη μετά την άφιξη της αντιπροσωπείας στο Κάιρο, όταν ο σκληροτράχηλος πρέσβης Λίπερ, ξεπέρασε πρόσκαιρα τα αντιεαμικά (και αντιSΟΕ) συμπλέγματά του: γοητευμένος από τη «δροσιστική και αναζωογονητική επίδραση» της «νέας δύναμης από τα ελληνικά βουνά» και ιδίως από τον εκπρόσωπο του ΕΑΜ Ανδρέα Τζήμα, ξαφνικά «συναινεί απεριόριστα» με τα επιχειρήματά του. Οι- ιδεολογικά ασταθείςυπουργοί της εξόριστης κυβέρνησης προσαρμόζονται ασθμαίνοντας στο νέο κλίμα και ευθυγραμμίζονται με την προτροπή στον Βασιλιά να μη γυρίσει στην Ελλάδα απρόσκλητος «προς αποφυγήν ταραχών και ενδεχομένως αιματοχυσίας».
Μολαταύτα, το νεόδμητο βρετανοελληνικό «πολιτειακό μέτωπο» δεν είναι τόσο αρραγές όσο φαινόταν. Αυτό οφειλόταν κυρίως στους Ουάλας- Πυρομάγλου που, έπειτα από κατ΄ ιδίαν διαβουλεύσεις, διαφοροποιούνται απέναντι στον Λήπερ. Ο Ουάλας, απαλλαγμένος πια από την επίβλεψη του Μάγερς, διατυπώνει ανοιχτά τις αντιρρήσεις του και στην εν λόγω έκθεση, ενώ οι κινήσεις του Πυρομάγλου επιβεβαιώνουν την έλλειψη, για εκείνη την περίοδο, ουσιαστικής διαφοροποίησης με τον Ζέρβα. Ο Πυρομάγλου διασπά τη φαινομενική ενότητα του αντάρτικου, όταν προβάλλει τον ΕΔΕΣ ως υποδειγματικό εταίρο για τους Αγγλοαμερικανούς, ενημερώνοντας τους πρέσβεις ότι θεωρεί «πολύ σημαντικότερο» να μειωθεί η επιρροή του ΕΑΜ, παρά να αναβληθεί η επιστροφή του Βασιλιά. Τότε, ο Λίπερ κάνει νέα μεταστροφή, ξαναβρίσκοντας τον παλαιό εαυτό του: η σκαιότατη αποπομπή της αντιστασιακής αντιπροσωπείας πείθει την Αριστερά ότι οι Βρετανοί ήταν αποφασισμένοι να επιβάλουν τον επίορκο μονάρχη στον λαό «Του».

Ο Χάγκεν Φλάισερ είναι καθηγητής Νεώτερης Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών 


Και μερικές ακόμη  απόψεις 

 
Το «νέο κύμα» και η τριλογία της σύγχυσης

Γράφει ο Ηλίας Νικολακόπουλος

 Πριν από πέντε χρόνια, ο Στάθης Καλύβας και ο Νίκος Μαραντζίδης δημοσίευσαν στα ΝΕΑ (20-3-2004) ένα άρθρο με δέκα σημεία, με το οποίο διεκδίκησαν να γίνουν εκφραστές ενός «νέου κύματος» στην ιστοριογραφία της δεκαετίας του ΄40. Το άρθρο αυτό προκάλεσε εκτεταμένη συζήτηση (αλλά και αντιπαραθέσεις συχνά σε οξείς τόνους), η οποία έμεινε γνωστή ως «Διάλογος για την Ιστορία» 

(κυκλοφόρησε          και ως αυτοτελές τομίδιο από το Βιβλιοδρόμιο ). Σήμερα, πέντε χρόνια μετά, εκτός από τον αρχικό δεκάλογο, οι πρωταγωνιστές του «νέου κύματος» έχουν πλέον καταθέσει και ένα σαφές δείγμα γραφής, που εξειδικεύει τις επιλογές τους. Πρόκειται κυρίως για τρία βιβλία στις Εκδόσεις της Εστίας με επιμέλεια του Νίκου Μαραντζίδη (και συνεπιμέλεια στα δύο τελευταία του Γιώργου Αντωνίου).    

Ερμηνευτική επιλογή  

Το πρώτο βιβλίο της τριλογίας, ο συλλογικός τόμος Οι άλλοι Καπετάνιοι, είχε κυρίως επικοινωνιακή στόχευση, ως απάντηση στο δημοφιλές κατά τη δεκαετία του ΄70, βιβλίο του D. Εudes, Οι Καπετάνιοι, ένα έργο ιστορικής μυθοπλασίας έντονα χρωματισμένο από το ιδεολογικό κλίμα της εποχής που γράφτηκε. Χρησιμοποιώντας ως πρόσχημα την απαίτηση για «αξιολογική ουδετερότητα», ο Ν. Μαραντζίδης συγκροτεί ένα πλασματικό σύνολο, τους «άλλους καπετάνιους», με πρόσωπα που, στη μεγάλη τους πλειονότητα, υπήρξαν ένοπλοι συνεργάτες των αρχών Κατοχής, όπως ο «γλυκομίλητος» Μιχάλ Αγάς με τα «ρωμαλέα ουμανιστικά αισθήματα» (σελ. 233 και 238). Είναι επομένως τουλάχιστον παραπλανητική η επιλογή μιας φωτογραφίας με αντάρτες του ΕΔΕΣ για το εξώφυλλο ενός βιβλίου το οποίο, περίπου κατά 80%, αναφέρεται σε δωσίλογους. Βέβαια στην εισαγωγή επισημαίνεται, έστω και φευγαλέα, ότι «η περίπτωση του ΕΔΕΣ (...) δεν είναι συγκρίσιμη με αυτήν του Πούλου». Διαπίστωση που αναιρείται όμως στην αμέσως επόμενη φράση: «Οι καπετάνιοι αυτοί παρουσιάζουν ένα βασικό κοινό γνώρισμα: την αντιεαμική τους στάση» (σ. 20). Πρόκειται για μία κρίσιμη ερμηνευτική επιλογή που διατρέχει όλες τις επεξεργασίες του «νέου» (και στο σημείο αυτό εξαιρετικά παλιού) «κύματος»: ότι, δηλαδή, από τα μέσα του 1943 η κύρια αντίθεση στην Ελλάδα δεν αφορούσε την αντιπαράθεση Αντίσταση- Κατοχή, αλλά τη σύγκρουση κομμουνισμός- αντικομμουνισμός.

Επιστημονικές εκπτώσεις 
 
Σημαντικότερα είναι τα προβλήματα που ανακύπτουν από το δεύτερο, εξίσου επικοινωνιακού τύπου, βιβλίο της τριλογίας, το Ημερολόγιο 1947-1949 του Δ. Βλαντά. Γιατί στη συγκεκριμένη περίπτωση οι ενστάσεις, εκτός από ζητήματα ερμηνείας, θίγουν και θέματα επιστημονικής δεοντολογίας. Πράγματι, όποιος έχει στοιχειώδη γνώση της κομματικής διαδρομής του Δ. Βλαντά, αντιλαμβάνεται ότι το δημοσιευόμενο Ημερολόγιο έχει προκύψει από μεταγενέστερη μεταγραφή, χωρίς αυτό να σημαίνει πως ο βασικός κορμός δεν αναπαράγει το αρχικό κείμενο. Την επισήμανση αυτή, με αναλυτική και τεκμηριωμένη επιχειρηματολογία, παρουσίασε η Ιωάννα Παπαθανασίου στο περιοδικό Ιστορικά (τχ. 47, Δεκέμβριος 2007, σελ. 457-473). Οι επιμελητές του Ημερολογίου προτίμησαν να δημοσιεύσουν την απάντησή τους στο περιοδικό Νέα Εστία (τεύχος 1811, Μάιος 2008, σελ. 965-983), επιλέγοντας έναν διάλογο εκ του μακρόθεν αφού, αναγκαστικά, η ανταπάντηση της Ι. Παπαθανασίου δημοσιεύεται μόλις τώρα στο τεύχος 49 (Ιανουάριος 2009, σελ. 472-480) των Ιστορικών.
Από την πληθώρα των στοιχείων που παραθέτει η Ι. Παπαθανασίου, ιδιαίτερο ενδιαφέρον για ένα ευρύτερο κοινό έχουν όσα σχετίζονται με το τραγικό τέλος του Γ. Γεωργιάδη, αξιωματικού του ελληνικού στρατού που προσχώρησε στον ΕΛΑΣ και στη συνέχεια εντάχθηκε στον ΔΣΕ. Τη διαταγή για την εκτέλεσή του στις 24-2-1949 υπογράφει ο ίδιος ο Βλαντάς, ο οποίος συμμετείχε ενεργά και στη σύνταξη του κατηγορητηρίου. Όμως στο δημοσιευόμενο Ημερολόγιο η τελευταία αναφορά στην υπόθεση Γεωργιάδη εντοπίζεται στην εγγραφή με ημερομηνία 24-12-1948. Και μετά σιωπή. Μια σιωπή που κράτησε 32 χρόνια, μέχρι τη δημοσίευση, το 1981, του βιβλίου του Δ. Βλαντά Εμφύλιος πόλεμος 1945-1949, στο οποίο σημειώνει: «Έστω για αποκατάσταση της μνήμης του Γεωργιάδη, τονίζω ότι αυτός δεν ήταν ο υπεύθυνος της ήττας μας στην Έδεσσα». Καμιά αναφορά φυσικά στο γεγονός ότι ο ίδιος επέβλεψε την «ανάκριση» και διέταξε την εκτέλεσή του. Η σιωπή για την υπόθεση Γεωργιάδη θα αρκούσε για να φωτίσει την προσωπικότητα του Δ. Βλαντά, τον οποίο ο Ν. Μαραντζίδης αναγορεύει σε «μία από τις αυθεντικότερες όψεις του κομμουνιστικού φαινομένου στην ελληνική του έκδοση» (σ. 20). Ένας εύκολος τρόπος ώστε να ταυτιστεί συνολικά ο ελληνικός κομμουνισμός με μία από τις αποκρουστικότερες εκδοχές ηγετικών στελεχών του, τα οποία αναδείχτηκαν κατά την ύστερη ζαχαριαδική περίοδο, λειτούργησαν ως κυνηγοί κεφαλών (ο Δ. Βλαντάς ήταν π.χ. υπεύθυνος των ανακρίσεων στις οποίες υποβλήθηκε ο Κ. Καραγιώργης μέχρι τον τραγικό θάνατό του), για να καταλήξουν, ορισμένοι τουλάχιστον από αυτούς, θύματα της μισαλλοδοξίας που είχαν υπηρετήσει.
Απαντώντας στην Ι. Παπαθανασίου, οι επιμελητές του βιβλίου αναγκάζονται να παραδεχθούν ότι « Το Ημερολόγιο Βλαντά (...) στη χειρότερη περίπτωση μερικώς μόνον έχει αλλοιωθεί» (σελ. 983). Αν αυτή την απλή παραδοχή την είχαν εξ αρχής εντάξει στην εισαγωγή του βιβλίου κανείς δεν θα αμφισβητούσε την αυτονόητη αξία του συγκεκριμένου αρχειακού τεκμηρίου (ανεξάρτητα από τον μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό ανακατασκευής του). Και δεν θα χρειάζονταν οι μεγαλόστομες διακηρύξεις ότι συνιστά «ένα συναρπαστικό αφήγημα της τραγικής μοίρας πολλών ανθρώπινων υπάρξεων» (σ. 965)- όταν στην καλύτερη των περιπτώσεων αποτελεί ένα πλαδαρό αφήγημα, με άφθονο ναρκισσισμό, που όπως και οι ίδιοι παραδέχονται «δεν αλλάζει την εικόνα μας για τον Εμφύλιο, για τον ΔΣΕ ή για τη λειτουργία του κόμματος» (σ. 981).
 

Κακοπιστία και ιδεολογικές αγκυλώσεις




Το πιο αξιόλογο έργο της τριλογίας αποτελεί πάντως ο πρόσφατος συλλογικός τόμος για την ιστοριογραφία της δεκαετίας του ΄40, με τίτλο Η εποχή της Σύγχυσης. Τίτλος εξαιρετικά αμφίσημος, αφού η σύγχυση σίγουρα δεν αφορά τη δεκαετία του ΄40 ούτε τη σχετική ιστοριογραφία αλλά αντανακλά τα αδιέξοδα στα οποία έχει οδηγηθεί το «νέο κύμα». Τον αρχικό σχεδιασμό του βιβλίου οι επιμελητές τον αποδίδουν στον Γιάννη Ιατρίδη, τον οποίο αναγορεύουν σε μέντορά τους, αισθανόμενοι πλέον την ανάγκη να αναζητήσουν προπάτορες και κυρίως να διαμορφώσουν συμμαχίες. Η συνεχής ενασχόλησή τους με τον κομμουνισμό φαίνεται να τους έχει διδάξει τη σημασία των μετωπικών οργανώσεων, χωρίς όμως να υποτιμούν και τον ρόλο του κομματικού ινστρούχτορα, ο οποίος κατακεραυνώνει τους ιδεολογικούς αντιπάλους. Ρόλο που, αυτάρεσκα, έχει αναλάβει στον συγκεκριμένο τόμο ο Στάθης Καλύβας (σελ. 199-254).
Έτσι, σε αντίθεση με τα υπόλοιπα άρθρα του τόμου που επιχειρούν μια κριτική επισκόπηση της βιβλιογραφίας σε ένα συγκεκριμένο πεδίο, ο Στ. Καλύβας θέτει στο στόχαστρό του τρία συλλογικά και συνθετικά έργα, τα οποία ψευδώς χαρακτηρίζει ως «εγκυκλοπαίδειες». Πρόκειται για την Ιστορία του Νέου Ελληνισμού που κυκλοφόρησε από « ΤΑ ΝΕΑ», την Ιστορία των Ελλήνων που κυκλοφόρησε από την Ελευθεροτυπία και την Ιστορία της Ελλάδας του 20ού αιώνα που κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Βιβλιόραμα. Η συνοπτική καταδικαστική απόφαση την οποία απαγγέλλει είναι ότι πρόκειται για έργα που χαρακτηρίζονται από «έντονη ιδεολογικοποίηση και μονομέρεια», προωθούν μία «εθνικο-λαϊκή μυθοποιητική σύνθεση» και ταυτίζουν «την Αριστερά με το έθνος».
Η επιχειρηματολογία με την οποία ο Στ. Καλύβας προσπαθεί να υποστηρίξει την κριτική του αποδεικνύεται ωστόσο ακραίο μείγμα άκρατης κακοπιστίας και ιδεολογικών αγκυλώσεων. Ταυτίζει τα τρία έργα, κάτι που με κανέναν τρόπο δεν ισχύει. Συγχέει ηθελημένα το περιεχόμενο των έργων με τη δημοσιογραφική τους παρουσίαση. Μία έλλειψη που εντοπίζει σε ένα κείμενο (π.χ. σχετικά με τη δολοφονία της ηθοποιού Ελένης Παπαδάκη) αφήνεται να εννοηθεί ότι αφορά και τα τρία έργα, ενώ το συμβάν ρητά π.χ. μνημονεύεται στην Ιστορία των « ΝΕΩΝ». Σχολιάζοντας την περιγραφή του ένοπλου δωσιλογισμού από τον Π. Πιζάνια στην Ιστορία των « ΝΕΩΝ», τον κατηγορεί ότι «ενοποιεί πλασματικά ένα πολύμορφο φαινόμενο και του προσδίδει μια κοινή κοινωνιολογική βάση που ποτέ του δεν είχε» (σ. 222). Τουλάχιστον ο Πιζάνιας αναφέρεται αποκλειστικά στον ένοπλο δωσιλογισμό και δεν τον ενοποιεί με τον ΕΔΕΣ, όπως κάνει ο Ν. Μαραντζίδης. Επιχειρηματολογεί, τέλος, για ελλιπή πραγματολογική τεκμηρίωση, υποκρινόμενος πως αγνοεί ότι τα περισσότερα κείμενα των συνθετικών αυτών έργων βασίζονται σε προγενέστερη δημοσιευμένη έρευνα των συγγραφέων τους. Μια τέτοια μομφή, διατυπωμένη από τον Καλύβα, είναι μάλιστα ιδιαίτερα προκλητική, όταν δέκα χρόνια μετά την πρώτη του σχετική δημοσίευση για την «κόκκινη βία» στην Αργολίδα, ακόμη περιμένουμε τη στατιστικά ελέγξιμη εκδοχή της που είχε υποσχεθεί.
Να εξοβελιστούν
Εκτός από την κακοπιστία, η κριτική του Καλύβα χαρακτηρίζεται όμως και από μια ακραία ιδεολογική αγκύλωση στο ζήτημα του δωσιλογισμού και της «κόκκινης βίας». Αυτό που φαίνεται να τον ενοχλεί ιδιαίτερα είναι η άποψη (συνοπτικά διατυπωμένη από τον Χρ. Χατζηιωσήφ) ότι στη διάρκεια της Κατοχής, οι άνθρωποι παρ΄ όλο που «είχαν στις πράξεις τους πολύ περιορισμένες επιλογές» τελικά «οι περισσότεροι έκαναν μία ηθική επιλογή». Άποψη που έρχεται προφανώς σε αντίθεση με την προσχηματική «αξιολογική ουδετερότητα» που υιοθετεί το «νέο κύμα» στη μελέτη του δωσιλογισμού. Η αμετροέπεια του Στ. Καλύβα απογειώνεται στις τελευταίες σελίδες του άρθρου του (249-254) όπου ταξινομεί σε κατηγορίες τους συγγραφείς των τριών έργων. Υπάρχουν κατ΄ αρχάς οι μη κατονομαζόμενοι (Γ. Μαργαρίτης, Χρ. Χατζηιωσήφ, Ι. Παπαθανασίου κ.ά.), οι οποίοι προφανώς θα πρέπει να εξοβελιστούν στο πυρ το εξώτερον. Σε μία δεύτερη κατηγορία- κάτι ανάλογο με το καθαρτήριο της Καθολικής Εκκλησίας- ανήκουν συγγραφείς με «επαγγελματισμό και σοβαρότητα», «ακόμα και αν δεν ξεχωρίζουν πάντοτε για την πρωτοτυπία τους». Στην κατηγορία αυτή έχει την τιμή να ανήκει και ο υπογράφων, με συντροφιά τον Χάγκεν Φλάισερ, την Τζελίνα Χαρλαύτη, την Αγγέλα Καστρινάκη κ.ά. Στην τρίτη και κορυφαία κατηγορία ανήκουν ορισμένοι «νεώτεροι ερευνητές» που αρθρώνουν «έναν διαφορετικό λόγο στο περιθώριο των συλλογικών έργων». Το γεγονός ότι όλα τα άρθρα που επαινεί ο Στ. Καλύβας δημοσιεύτηκαν στην Ιστορία της Ελευθεροτυπίας στην οποία «πρωταγωνιστικό ρόλο» (πάντα κατά τον Καλύβα) διαδραμάτισε ο εξοβελιστέος Γ. Μαργαρίτης αποτελεί απλώς μία ασήμαντη αντίφαση.
Στο μόνο σημείο που θα συμφωνήσω με τον Καλύβα είναι στην καταληκτική φράση του με την οποία προτρέπει «τη νέα γενιά ερευνητών» (προφανώς του «νέου κύματος») σε «πρωτογενή και συνθετικά έργα υψηλού επιπέδου». Τα αναμένουμε με εξαιρετικό ενδιαφέρον.
 
  
«Νέα Κύματα» και παλιά μυθεύματα 

Γράφει ο Πέτροτ. ΜακρήςΣτάικος



ΑΝΑΨΕ ΦΩΤΙΕΣ Η ΕΚΘΕΣΗ ΠΟΥ ΣΥΝΕΤΑΞΕ ΤΟ 1943 ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΙΑΚΕΣ ΟΡΓΑΝΩΣΕΙΣ
Ο 30ΧΡΟΝΟΣ ΑΠΕΣΤΑΛΜΕΝΟΣ ΤΟΥ ΦΟΡΕΪΝ ΟΦΙΣ ΝΤΕΪΒΙΝΤ ΟΥΑΛΑΣ. ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΚΑΘΗΓΗΤΕΣ ΣΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ Χ. ΦΛΑΪΣΕΡ ΚΑΙ Η.
ΝΙΚΟΛΑΚΟΠΟΥΛΟ («ΒΙΒΛΙΟΔΡΟΜΙΟ» 28/11/2009), Η ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΟΥΑΛΑΣ ΥΠΗΡΞΕ ΚΑΘΟΡΙΣΤΙΚΗ ΓΙΑ ΤΗ ΜΕΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΒΡΕΤΑΝΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΟΥ ΕΑΜ ΚΑΙ ΣΥΝΑΚΟΛΟΥΘΑ ΓΙΑ ΤΟ ΞΕΣΠΑΣΜΑ ΤΟΥ ΕΜΦΥΛΙΟΥ, ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟΝ ΘΡΟΝΟ ΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Β΄. ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ, ΠΟΥ ΒΑΣΙΖΕΤΑΙ ΣΤΗ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΗ ΑΦΕΤΗΡΙΑ ΤΟΥΣ, ΔΙΝΟΥΝ Ο ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΗΣ- ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ-ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ Π. ΜΑΚΡΗΣ-ΣΤΑΪΚΟΣ ΚΑΙ Ο ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΣΤΟ ΓΕΪΛ ΣΤ. ΚΑΛΥΒΑΣ, ΠΟΥ ΥΠΟΓΡΑΦΕΙ ΤΗΝ ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ. ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΑ Ο Π. ΜΑΚΡΗΣ-ΣΤΑΪΚΟΣ ΜΙΛΑ ΓΙΑ ΠΑΙΔΙΚΕΣ ΑΣΘΕΝΕΙΕΣ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ, ΚΑΙ ΑΠΑΝΤΑ ΜΕ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΣΤΟ «ΒΙΒΛΙΟΔΡΟΜΙΟ»

Με την πεποίθηση ότι η δημοσιοποίηση αγνώστων όσο και σημαντικών κειμένων που αφορούν γεγονότα της κατοχικής περιόδου συμβάλλει στην κατανόηση της εποχής εκείνης, μετέφρασα την- μέχρι πρόσφατα- απόρρητη έκθεση του David Wallace σχετικά με την βρετανική πολιτική και τα αντιστασιακά (ορθότερα: ανταρτικά) κινήματα στην Ελλάδα. Το μεταφρασμένο κείμενο, με σύντομες παρατηρήσεις μου και ένα εισαγωγικό σημείωμα του καθηγητή Στάθη Καλύβα, κυκλοφόρησε τον Νοέμβριο από τις Εκδόσεις Ωκεανίδα.
Στο «Βιβλιοδρόμιο» της 28.11.2009, μάλιστα δε στο «σαλόνι» του, οι κ. Fleischer και Νικολακόπουλος ασχολούνται τόσο με την έκθεση Wallace όσο και με το πρόσωπό μου. Στο απυρόβλητο δεν μένει ούτε ο Στάθης Καλύβας, ο οποίος εμφανίζεται ως, δήθεν, συνεπιμελητής του βιβλίου.
Κεντρικό σημείο της πολεμικής του κ. Fleischer αποτελεί η άποψή του ότι ο David Wallace, με την έκθεση και τη δράση του στο Κάιρο, τον Αύγουστο και τον Σεπτέμβριο του 1943, έπεισε τον Reginald («Rex») Leeper (πρέσβη της Μ. Βρετανίας στην εξόριστη ελληνική κυβέρνηση) να αλλάξει άποψη και να αποκρούσει το πολιτικό αίτημα των έξι «αντιπροσώπων» των αντιστασιακών οργανώσεων για την μη επιστροφή του βασιλέως Γεωργίου Β΄ στην Ελλάδα πριν από την διεξαγωγή δημοψηφίσματος. Σύμφωνα με την συλλογιστική του κ. Fleischer, περαιτέρω συνέπεια του γεγονότος αυτού υπήρξε το να πεισθεί το ΕΑΜ (βλ. το ΚΚΕ) ότι οι Βρετανοί θα επαναφέρουν τον βασιλέα «με τη βία», κάτι που προκάλεσε τον εμφύλιο πόλεμο τον Οκτώβριο του 1943. Επομένως, μας λέει ο κ. Fleischer, ο Wallace υπήρξε «ο μοιραίος άνθρωπος» για την Ελλάδα και, συνεπώς, απορεί για τον λόγο της προβολής του μέσω του βιβλίου μου.
Μύθοι της Αριστεράς
Το οικοδόμημα του κ. Fleischer αποτελεί, δυστυχώς, αναπαραγωγή ενός μύθου της Αριστεράς, στη διαμόρφωση του οποίου συντέλεσε αποφασιστικά ο ίδιος. Όπως προκύπτει από το βιβλίο του Στέμμα και Σβάστικα (τ. 2, σ. 194), ο κ. Fleischer γνωρίζει- ήδη από το 1996- πως από τις αρχές Αυγούστου του 1943 το ΚΚΕ αρχίζει να προετοιμάζεται για την βίαιη κατάκτηση της εξουσίας και ότι ο στρατιωτικός του εγκέφαλος, ο Έκτωρ Μακρίδης καλείται να συντάξει σχέδιο κατάληψης της πρωτεύουσας, με άξονα το τρίγωνο Μακρυγιάννη- Φιλοπάππου- Θησείο. Γνωρίζει, εξάλλου, πως την ίδια εποχή οι Γιάννης Ιωαννίδης και Δημήτρης Γληνός αποφασίζουν την σύνταξη καταλόγων προγραφών που σε λίγο θα παραδοθούν στην ΟΠΛΑ, τούτο δε με βάση το σκεπτικό του Ιωαννίδη, «επανάσταση κάνουμε». Αυτό που- ειλικρινά ή μη, άγνωστο- εμφανίζεται να αγνοεί στο βιβλίο του ο κ. Fleischer, είναι ο λόγος για την αιφνίδια κινητοποίηση του ΚΚΕ. Και αν όμως τον αγνοούσε το 1996, αποκλείεται να μην τον γνωρίζει σήμερα. Σύμφωνα με την έκθεση Μακρίδη, όπως την δημοσίευσε ο Γρηγόρης Φαράκος ( Ο ΕΛΑΣ και η Εξουσία, Β΄, σ. 108 και εξ.), ήδη από τον Ιούλιο του 1943 η ηγεσία του ΚΚΕ ανέμενε αποχώρηση των Γερμανών από την Ελλάδα το φθινόπωρο. Στη συνέχεια: Ο Μακρίδης συντάσσει το σχέδιο, τον Οκτώβριο αρχίζουν οι δολοφονίες της ΟΠΛΑ στις συνοικίες της πρωτεύουσας, διανέμονται όπλα στον εφεδρικό ΕΛΑΣ και στα ανώτερα κλιμάκια της ΕΠΟΝ «κατεβαίνει» η γραμμή «πάμε για κατάληψη της εξουσίας». Ταυτόχρονα εκδηλώνεται και η απρόκλητη επίθεση του ΕΛΑΣ κατά του Ζέρβα, έτσι ώστε να περιέλθει υπό την κατοχή του η περιοχή του ΕΔΕΣ. Όπως γίνεται εύκολα αντιληπτό, όλα αυτά ουδεμία σχέση έχουν με τον David Wallace και την αναφορά του.
Συμπληρωματικά: Στην φωτογραφία που συνοδεύει το κείμενο του κ. Fleischer, η λεζάντα περιέχει την άποψη του Wallace για τους αντάρτες του ΕΛΑΣ και τον «στρατηγό» Στέφανο Σαράφη. Η επιλογή του κειμένου (προφανώς από τον ίδιο) δεν είναι τυχαία, αποσκοπεί δε στην κατάδειξη της μεροληψίας της έκθεσης. Ιδού, λοιπόν, τι γράφει ο νεαρός Βρετανός για τον Άρη Βελουχιώτη: «Πολύ ευπαρουσίαστος, πραγματικά ατρόμητος, αληθινός ηγέτης, είναι ήρωας για τους άνδρες του ΕΛΑΣ. Είναι φιλικός, ευχάριστος και διαθέτει μεγάλη αίσθηση του χιούμορ». Η τελευταία μου παρατήρηση σχετικά με τον κ. Fleischer αφορά τους δήθεν «πανηγυρισμούς του δίδυμου Καλύβα/Μακρή-Στάικου» για τις συνέπειες της έκθεσης Wallace. Με λύπη μου διερωτώμαι πώς ένας καθηγητής πανεπιστημίου καταντάει να γράφει παρόμοιες ανοησίες, προκειμένου να δυσφημήσει τους ιδεολογικούς του αντιπάλους.

Η επιστροφή των Βουρβόνων

Γράφει ο Ηλίας Νικολακόπουλος




Στο τεύχος του Βιβλιοδρομίου της 5-6/12/2009 δημοσιεύθηκε μία εκτενής επιστολή του κ. Πέτρου Μακρή- Στάικου ως απάντηση στα άρθρα που οι καθηγητές Ηλίας Νικολακόπουλος και Χάγκεν Φλάισερ είχαν δημοσιεύσει («ΤΑ ΝΕΑ», Βιβλιοδρόμιο 28-29/11/2009) σχετικά με την έκθεση που συνέθεσε το 1943 ο Βρετανός ταγματάρχης Ντέιβιντ Ουάλας για τις ελληνικέςαντιστασιακές οργανώσεις. Ο Η. Νικολακόπουλος τονίζει:
Δεν θα ασχοληθώ με το ύφος της επιστολής («ανοησίες», «θλιβερή σαλάτα» ή ο υπαινιγμός για «παιδικές ασθένειες»). Όποιος έτυχε να μην την έχει διαβάσει, ας την αναζητήσει στο Διαδίκτυο. Αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα για το πού μπορεί να οδηγηθεί κάποιος όταν χάνει την ψυχραιμία του. Όμως, ακόμη κι αν παρακάμψουμε το ύφος της επιστολής, είναι δύσκολο να εντοπίσει κανείς επί της ουσίας σημεία που θα μπορούσαν να δώσουν λαβή σε κάποιο διάλογο. Ας επιχειρήσουμε εν τούτοις να συνοψίσουμε ορισμένα.
Ο κ. Στάικος ενίσταται γιατί τον εντάσσουμε, μαζί με τον Στάθη Καλύβα, σε «κάποιο φανταστικό “Νέο Κύμα”». Τον όρο όμως έχει εισάγει ο ίδιος ο Καλύβας (μαζί με τον Ν. Μαραντζίδη) ήδη από το 2004 (ΤΑ ΝΕΑ, 20-21/3/2004) ως το διακριτό στίγμα για την ερμηνευτική προσέγγιση που ακολουθούν. Προσφάτως τον έχουν αντικαταστήσει με τον όρο «μετα-αναθεωριτική σχολή», γεγονός που απλώς επικυρώνει πως δεν έχουμε να κάνουμε με πλάσμα φαντασίας.
Ενίσταται επίσης γιατί στη λεζάντα μιας φωτογραφίας αναπαράγονται οι χαρακτηρισμοί του Ουάλας για τον ΕΛΑΣ («μασκαράδες που διοικούνται από δασκάλους») και τον Σαράφη («χαζός», «κακότροπος», «ένα μηδενικό»). Ως απόδειξη για την αντικειμενικότητα του Ουάλας παραθέτει το μισό μόνον απόσπασμα από όσα αναφέρει για τον Άρη Βελουχιώτη. Παραλείποντας βέβαια τους υπόλοιπους χαρακτηρισμούς: «σαδιστής», «ανελέητος», «τυχοδιώκτης».
Ενίσταται, τέλος, γιατί δεν εντάσσουμε στο «Νέο Κύμα» και «τον διαπρεπή Βρετανό ιστορικό Richard Clogg» που πρώτος δημοσίευσε την έκθεση το 2002. Πρόκειται για διπλή κακοπιστία και στρέβλωση. Πρώτον, όσον αφορά την εμπορική και «ιδεολογική» προβολή του βιβλίου (το οποίο τελείως καταχρηστικά διαφημίζεται ως «απόρρητη έκθεση»), όταν πρόκειται για κείμενο δημοσιευμένο και σχολιασμένο πριν από 7 χρόνια. Δεύτερον, και κυριότερο, γιατί αποσιωπάται ο σχολιασμός της έκθεσης από τον Ρίτσαρντ Κλογκ, ο οποίος όπως και εμείς αναδεικνύει την κρίσιμη σημασία του πολιτειακού, επισημαίνει τη σχετλιαστική αντιμετώπιση του ΕΑΜ και παρατηρεί ότι ο Ουάλας φιλοδοξούσε να συμπεριφερθεί ως «μπολσεβίκος πολιτικός κομισάριος» στη Βρετανική Στρατιωτική Αποστολή (ΒΣΑ). Αν ο κ. Στάικος διέθετε επιστημονική δεοντολογία θα όφειλε στην εισαγωγή του να αντιπαρατεθεί με τον σχολιασμό εκείνου που πρώτος εντόπισε και δημοσίευσε την έκθεση, και όχι να υπεκφεύγει σε μια υποσημείωση χαρακτηρίζοντάς τον «πολιτικά χρωματισμένο». Ο ίδιος προφανώς διεκδικεί για τον εαυτό του το μονοπώλιο της αχρωματοψίας.
Η αχρωματοψία του μετατρέπεται σε αμηχανία όταν αποσιωπά τελείως τον ρόλο του Ουάλας και χαρακτηρίζει «μύθο της Αριστεράς» τις ολέθριες συνέπειες που είχε η εκδίωξη από το Κάιρο της αντιπροσωπείας των αντιστασιακών οργανώσεων (ΕΑΜ, ΕΔΕΣ, ΕΚΚΑ) τον Αύγουστο του 1943. «Μύθο» που αποδίδει στον Χ. Φλάισερ, παραλείποντας να αναφέρει ότι με την άποψη αυτή συμφωνούν επίσης οι Έντι Μάγιερς και Κρις Γουντχάουζ, πιθανόν και αυτοί «κρυπτοκομμουνιστές». Όμως, αν κάτι προκύπτει αβίαστα από την έκθεση Ουάλας είναι ότι απέβλεπε κυρίως στην υπονόμευση της πολιτικής που είχε έως τότε ακολουθήσει η ΒΣΑ, η οποία επιθυμού- σε να αποτρέψει τις εμφύλιες συγκρούσεις στην Ελλάδα. «Υπάρχει μεγάλος κίνδυνος το πνεύμα των κατευναστών του Μονάχου, εκείνων που εκδιώχθηκαν από τους διαδρόμους του Ουέστμινστερ, να επιστρέψει στα ελληνικά βουνά» σχολιάζει αναφερόμενος στη ΒΣΑ. Και στη συνέχεια αναρωτιέται ρητορικά αν «αξίζει τον κόπο» να προσπαθήσουν οι Βρετανοί να αποτρέψουν έναν εμφύλιο πόλεμο στην Ελλάδα.
Προφανώς, ορισμένες τουλάχιστον βρετανικές υπηρεσίες δεν δίστασαν να τον υποδαυλίσουν.
Τελικά ο κ. Στάικος εμφανίζεται εξαιρετικά βέβαιος για την ερμηνεία των γεγονότων της Κατοχής: το ΕΑΜ, ο ΕΛΑΣ και το ΚΚΕ ουδέποτε έκαναν Αντίσταση, την οποία έκαναν σημαντικές «οργανώσεις κατασκοπείας» που διατηρούσαν οι βασιλόφρονες (μήπως αναφέρεται και στους Χίτες;). Κατά την άποψή του, το ΚΚΕ «από τις αρχές Αυγούστου του 1943 προετοιμάζεται για βίαιη κατάκτηση της εξουσίας» (κι ας επισημαίνει στην έκθεσή του ο Ουάλας το αντίθετο, σελ. 66-73). Ως ακλόνητη απόδειξη αναφέρει την έκθεση Μακρίδη για την κατάληψη της Αθήνας. Παραβλέποντας τα ενδογενή προβλήματα της «έκθεσης» η οποία συντάχτηκε «κατ΄ εντολή» του Ν. Ζαχαριάδη στις 16 Αυγούστου 1946(!), με σκοπό να εκθέσει την κατοχική ηγεσία του ΚΚΕ προετοιμάζοντας το κομματικό κατηγορητήριο για τον Γ. Σιάντο. Και προφανώς αγνοεί πως αρκετούς μήνες πριν από το, άγνωστο στο πρωτότυπο, σχέδιο Μακρίδη, ο ΕΔΕΣ είχε καταστρώσει σχέδιο το οποίο προέβλεπε την «κατάληψη της εξουσίας εν Ελλάδι» και την «άμεση επιβολή της Δημοκρατικής Επαναστάσεως (...) διά της ταχίστης καταλήψεως των νευραλγικών σημείων της πρωτευούσης». Με αντίστοιχα στρατιωτικά σχέδια ως επιχείρημα, μπορεί να τεκμηριώσει κανείς ότι σταθερός στόχος της ελληνικής πολιτικής, επί πολλά χρόνια, ήταν να καταλάβει την Κωνσταντινούπολη, τη Σόφια, το Μοναστήρι και τα Τίρανα. 



Κυριακή 24 Ιανουαρίου 2010

Ο Έλληνας τσαγκάρης της Γουόλ Στριτ


«Έλα μάστορα». Το  προσωπικό στο  μαγαζί του κ.  Πολυχρονάκη έχει  μάθει ελληνικά.  Οκτώ άτομα  δουλεύουν στο  κατάστημά του.

Ουρές σχηματίζουν οι χρηματιστές για να επιδιορθώσουν τα παλιά τους παπούτσια...  Τα golden boys τρέχουν τώρα στο παλιό τσαγκάρικο

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: Σάββατο 23 Ιανουαρίου 2010, Εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ
Ουρανοξύστες τραπεζικών κολοσσών το κρύβουν στη σκιά τους. Ορθώνονται γύρω του σαν γίγαντεςμε πήλινα πόδια. Πριν από δύο χρόνια οι χρηματιστές προσπερνούσαν βιαστικά το τσαγκαράδικο στο στενάκι της Γουόλ Στριτ. Η οικονομική κρίση, όμως, έχει αλλάξει τα δεδομένα. Είναι πλέον καιρός και γι΄ αυτούς να φτιάξουν τα παλιά τους παπούτσια.
Χαμηλώνει το βλέμμα του. Τα ροζιασμένα δάχτυλά του χαϊδεύουν το δέρμα του παπουτσιού. Φοράει ένα κόκκινο καρό πουκάμισο και από πάνω μια πράσινη ποδιά, ποτισμένη με τη μυρωδιά του βερνικιού. «Την Παρασκευή θα είναι έτοιμα», λέει στην κοπέλα που τον κοιτάζει από την άλλη πλευρά του πάγκου. Φαίνεται όμως ότι κάτι άλλο την απασχολεί. «Μηνά, ξέρεις, με απέλυσαν...» του λέει. Αφήνει στην άκρη τα παπούτσια και σηκώνει τα μάτια του. «Τώρα είναι που πρέπει να φανείς δυνατή». Ο Μηνάς Πολυχρονάκης έχει πει πολλές κουβέντες παρηγοριάς σαν κι αυτή. Το μαγαζί του βρίσκεται σε ένα μικρό δρομάκι του Μανχάταν. Εκεί όπου το γοργό βήμα των περαστικών συναγωνίζεται τα τελευταία δύο χρόνια την πτώση των δεικτών του χρηματιστηρίου. Αν και δουλεύει στην καρδιά της οικονομικής κρίσης, ο κ. Πολυχρονάκης βλέπει την επιχείρησή του να ανθεί. Όσο η Γουόλ Στριτ διήνυε χρόνια ανόδου, ο 69χρονος τσαγκάρης δυσκολευόταν να πληρώσει το νοίκι των 9.000 δολαρίων. Τώρα όμως οι πελάτες σχηματίζουν ουρά. «Η κρίση δουλεύει με το μέρος μου», λέει ο κ. Πολυχρονάκης, καθώς χτυπά ένα τσιγάρο στον ασημένιο του αναπτήρα. «Τώρα μου φέρνει περισσότερος κόσμος τα παπούτσια του. Ζευγάρια που στοιχίζουν 700 δολάρια. Τους κάνω μια “ένεση” 30-50 δολαρίων για να κρατήσουν παραπάνω. Συντηρώ την πολυτέλεια και βοηθάω τους πελάτες να γλιτώσουν χρήματα. Δεν είναι ανάγκη να πάρουν καινούργια». Από τα χέρια του περνούν Ρrada, Μanolo, Christy, Μary Janes: παπούτσια που στοιχίζουν μέχρι και 1.400 δολάρια. Πελάτες του κ. Πολυχρονάκη είναι δικηγόροι και χρηματιστές της Γουόλ Στριτ. Νέοι που έχουν απολυθεί πρόσφατα ή εκατομμυριούχοι που στέλνουν τα παπούτσια τους με τον σοφέρ τους. Η φήμη της δουλειάς του κ. Πολυχρονάκη έχει απλωθεί σε όλη την Αμερική, αλλά και τον κόσμο. Του στέλνουν γόβες και μπότες με κούριερ από το Σικάγο, το Τέξας, ακόμα και από την Αγγλία. Η επιδιόρθωση και τα έξοδα αποστολής στοιχίζουν λιγότερο από όσο θα έκανε ένα νέο ζευγάρι. Η 11η Σεπτεμβρίου. Το πρώτο μαγαζί του κ. Πολυχρονάκη βρισκόταν κοντά στους Δίδυμους Πύργους. Η 11η Σεπτεμβρίου τον στοιχειώνει μέχρι σήμερα. «Θυμάμαι ότι στην πτώση του πρώτου αεροπλάνου τρεμόπαιξαν τα φώτα. Μετά άρχισε να βρέχει τζάμια. Πανικός. Όλοι έτρεχαν στους δρόμους. Έκλεισα το μαγαζί και τότε έπεσε το δεύτερο αεροπλάνο. Τρελάθηκα». Το μαγαζί του κ. Πολυχρονάκη χάθηκε. Βρέθηκε χρεωμένος. Είχε ξοδέψει πάνω από 200.000 δολάρια για να το ανακαινίσει. Η αποζημίωση δεν κάλυψε όλο το ποσό. Περίπου 1.200 μικρές επιχειρήσεις ισοπεδώθηκαν το 2001 μαζί με τους Δίδυμους Πύργους. Η μεγαλύτερη απώλεια όμως για τον κ. Πολυχρονάκη ήταν το πόστο. Η εμπορική τοποθεσία. Χρειάστηκε να περάσουν πέντε χρόνια για να «πιάσει» το νέο του μαγαζί στη Γουόλ Στριτ. Σήμερα, σε ένα ράφι δίπλα από την ταμειακή μηχανή, ο κ. Πολυχρονάκης φυλάει σε ένα βάζο στάχτες από τους Δίδυμους Πύργους. «Ένας Θεός ξέρει τι υπάρχει εκεί μέσα. Ό,τι μπορείς να φανταστείς», λέει.
«Είμαι αισιόδοξος». Παρά τα όσα έχει περάσει, ο κ. Πολυχρονάκης δηλώνει αισιόδοξος για την ανάκαμψη της οικονομίας. Λέει ότι η κρίση είναι ένα μάθημα για τους νέους που θαμπώνονται από την απατηλή λάμψη της Γουόλ Στριτ. «Τώρα θα μάθουν να σέβονται τον κόπο τους. Θα σταματήσουν να χαλούν ανεύθυνα. Θα δουλεύουν σκληρά και θα αποταμιεύουν». Ο κ. Πολυχρονάκης δεν αγαπούσε την τέχνη του όσο ζούσε στην Ελλάδα. Άλλωστε δεν ήταν επιλογή καρδιάς, αλλά ανάγκης. Στην Αμερική όμως, ως αφεντικό, άρχισε να βλέπει αλλιώς το τσαγκαριό. «Δίνω ζωή σε παπούτσια που αγαπάει ο κόσμος και βλέπω την ευχαρίστηση στα μάτια τους. Τώρα ζω το όνειρό μου», λέει.
Από την Κρήτη στο Εθνικό Ωδείο και τη Νέα Υόρκη
O κ. Πολυχρονάκης δεν φανταζόταν ότι θα έφτανε έως εδώ όταν μάθαινε την τέχνη του.
Γεννήθηκε στην Κρήτη, σε μια οικογένεια με εννιά παιδιά. «Ήμουν καλός μαθητής, αλλά στο χωριό μου είχαμε μόνο Δημοτικό. Το Γυμνάσιο ήταν 20 χιλιόμετρα μακριά και δεν γινόταν να πηγαινοέρχομαι. Θα γινόμουν ή ράφτης ή τσαγκάρης.
Δεν είχα άλλη επιλογή», λέει. Αφού δούλεψε για λίγα χρόνια στο Ηράκλειο, μετακόμισε στην Αθήνα. Εκεί προσπάθησε να κάνει την επανάστασή του. Προικισμένος με καλή φωνή, φοίτησε για τρία χρόνια στο Εθνικό Ωδείο. Τραγουδούσε Θεοδωράκη και Χατζιδάκι. Οι οικονομικές δυσκολίες όμως τον ανάγκασαν να τα παρατήσει. Το 1969 η αμερικανική πρεσβεία ανακοίνωσε ότι οι ΗΠΑ ζητούσαν άνδρες για τεχνικές δουλειές. Ο κ. Πολυχρονάκης έκανε τα χαρτιά του και εξασφάλισε βίζα εργασίας.
«Έφυγα για την Αμερική χωρίς να ξέρω εγγλέζικα. Με 138 δολάρια στην τσέπη, μια βαλίτσα και μια κιθαρούλα. Μόνος. Άγνωστος», λέει. Με τη βοήθεια Ελλήνων ομογενών βρήκε ένα σπίτι και μια δουλειά σε τσαγκαράδικο. Μέσα σε έναν χρόνο μάζεψε χρήματα και αποφάσισε να ρισκάρει. Άνοιξε το δικό του μαγαζί. Εδώ και τέσσερις δεκαετίες ο κ. Πολυχρονάκης φυλάει σε ένα φαγωμένο κουτί τα εργαλεία που έφερε μαζί του από την Ελλάδα. Τα απλώνει στον πάγκο μπροστά μου, όπως κάνει ένας χειρουργός με τις λαβίδες του.
«Φιλατιέρα, λαμπούγιο, κατσαμπρόκος», λέει τα ονόματά τους. «Τα κουβαλάω σαν φυλαχτά».