Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μουσικολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μουσικολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 25 Φεβρουαρίου 2010

Η λαϊκότητα στον παλιό ελληνικό κινηματογράφο

Το βιβλίο του Ε. Ζάχου - Παπαζαχαρίου, «Η λαϊκότητα στον Παλιό Ελληνικό Κινηματογράφο» μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Φαρφουλάς».
Η μελέτη αυτή προσπαθεί να ρίξει φως στη γέννηση και στον προαναγγελθέντα θάνατο ενός ανεπανάληπτου καλλιτεχνικού και κοινωνικού φαινομένου, που κυριάρχησε στην Ελλάδα δύο ολόκληρες δεκαετίες. Του λεγόμενου "παλιού ελληνικού κινηματογράφου", που στην κρίσιμη εποχή μας επιμένει και εξακολουθεί να μας διδάσκει τον λαϊκό ηθικο-εθιμικό κώδικα της συμπεριφοράς και επικοινωνίας που όλα αυτά τα χρόνια τον είχαμε παραμερίσει.
Το βιβλίο ρίχνει επίσης φως στις προπολεμικές ρίζες της ελιτίστικης αρνητικής κριτικής που αναπτύχθηκε στις δεκαετίες ’70 και ’80, η οποία στόχευε να απαξιώσει τις ταινίες αλλά και τους ανθρώπους του παλιού ελληνικού σινεμά. Μια κριτική που σε συνδυασμό με την παρεμβατική πολιτική των κρατικών φορέων προκάλεσαν το θάνατό του και την τελική πτώχευση του ελληνικού κινηματογράφου συνολικά. Είναι μια ματιά από αυτόπτη μάρτυρα, που παρακολούθησε ενεργά τις εξελίξεις και που συνεχίζει να… γουστάρει βλέποντας σήμερα στα τηλεοπτικά κανάλια τις αμίμητες ταινίες του παλιού ελληνικού κινηματογράφου.



Περισσότερα:
 
Λαϊκότητα και Λαϊκισμός
(πηγή :www.oktonia.com  )
"Ο λαϊκισμός αποτελεί κακοήθη όγκο στο σώμα της δημοκρατίας και δεν έχει καμιά απολύτως σχέση με το πνεύμα του λαού"
Ν. Μακρής

"Ο λαϊκισμός αποτελεί εξαπάτηση του λαού, πολιτιστική υποβάθμισή του, υποκατάστασή του στον ιστορικό του ρόλου και διατήρησή του στο περιθώριο των εξελίξεων"
Ι. Ε. Μανωλεδάκης

Ορισμός: Λαϊκισμός
Α) η ιδέα σύμφωνα με την οποία οι επιθυμίες και οι πεποιθήσεις των λαϊκών μαζώναποτελούν βάσιμο οδηγό πολιτικής δράσης.
Β) ο έπαινος και η κολακεία των αδυναμιών και των ελαττωμάτων του λαού, καθώς και η υιοθέτηση επιχειρημάτων ή θέσεων που ευχαριστούν το λαό, χωρίς όμως και νατον ωφελούν, με σκοπό την εξασφάλιση της εύνοιάς του. Η κακόσημη πλευρά τηςλαϊκότητας
Λαϊκότητα: Το γνήσιο λαϊκό στοιχείο με χαρακτηριστικά την απλότητα και τη λιτότητα

Χώροι στους οποίους κάνει την εμφάνισή του ο λαϊκισμός:
Πολιτικός χώρος:
Έντονος είναι ο λαϊκισμός των πολιτικών προσώπων. Η δημαγωγία, η αβάσιμη υποσχεσιολογία προς το λαό είναι χαρακτηριστικά των λαϊκιστών πολιτικών. Οι λόγοι των τελευταίων διανθίζονται με λέξεις...για το μέλλον του τόπου μας......για το καλό του λαού.... να χτίσουμε μαζί έναν καλύτερο κόσμο.....κλπ. Επίσης, η ψεύτικη υπεράσπιση των δικαιωμάτων του απλού λαού ορισμένες φορές μόνο και μόνο για την ικανοποίηση προσωπικών ή κομματικών οφελών είναι συχνή. Ειδικότερα, η παραπάνω τακτική των πολιτικών γίνεται εμφανής από τα "παράθυρα" των τηλεοπτικών καναλιών
Πολιτική και Εκπαίδευση:
Χωρίς αμφιβολία, οι εξαγγελίες των κομματικών παρατάξεων για την παροχή ποιοτικής εκπαίδευσης στο σύνολο του λαού ανωτάτης βαθμίδας αποτελεί ένδειξη λαϊκισμού. Εκτός από αυτό, οι σπουδές χωρίς εμπόδια τετραετούς φοίτησης στο πανεπιστήμιο περιλαμβάνονται σε όλες τις προγραμματικές δηλώσεις των πολιτικών που σχετίζονται με την εκπαίδευση. Επιπλέον, η κολακεία των καθηγητών προς τους μαθητές/ ο λεκτικός έπαινος, οι πολύ υψηλές βαθμολογίες των πρώτων σε παιδιά που δεν είναι άξια αυτών είναι ένα είδος λαϊκισμού στο χώρο της εκπαίδευσης.
Τέχνη:
Η δημιουργία εύπεπτων τραγουδιών που ερμηνεύουν οι σύγχρονοι "λαϊκοί" τραγουδιστές, τα χυδαία θεατρικά έργα που ανεβάζουν οι θίασοι επειδή "αυτά θέλει ο κόσμος", η παραγωγή τέχνης μέσω τηλεθεαμάτων χορού, τραγουδιού κλπ που προβάλλονται κυρίως για λόγους τηλεθέασης αποτυπώνουν τη χαμηλή αισθητική και καλλιτεχνική παιδεία των καιρών μας.

Αίτια λαϊκισμού:
Κοινωνικός τομέας:
Ανενδοίαστα, η επίδραση των ΜΜΕ στην επιβολή του λαϊκισμού είναι σημαντική. Λαϊκίστικα πρότυπα ζωής, πολιτικάντηδες που παρουσιάζονται ως προστάτες του λαού πλημμυρίζουν καθημερινά τα προγράμματα της τηλεόρασης. Μπορεί να υποστηριχθεί ότι η τηλεόραση, ο τύπος με μεθοδευμένες, καλοστημένες κινήσεις εξυπηρετούν τα ιδιωτικά συμφέροντα των πολιτικών
Πνευματικός τομέας:
Δυστυχώς, το γενικά χαμηλό πνευματικό επίπεδου του λαού διευκολύνει τη δράση των λαϊκιστών. Για περισσότερη ευκρίνεια αναφέρουμε την ευκολία με την οποία αποδέχονται ό,τι είδους μηνύματα βλέπει, ό, τι ακούει χωρίς ίχνος επεξεργασίας και επομένως κρίσης. Η έλλειψη προβληματισμού χαρακτηρίζει το σύγχρονο άνθρωπο ο οποίος δεν μπορεί πολλές φορές να συνειδητοποιήσει πότε καταπατούνται τα δικαιώματά του, πως μπορεί να ενεργήσει ώστε να συμβάλλει έστω και σε μικρό βαθμό στις πολιτικές εξελίξεις της χώρας του. Έτσι, οι πολιτικοί ηγέτες εκμεταλλεύονται την πνευματική νωθρότητα και με την επιτηδευμένη χρήση του λόγου παραπλανούν τους πολίτες αντί να τους διαφωτίζουν.
Πολιτικός τομέας:
Οι τακτικές των πολιτικών διαπνέονται από πατερναλισμό. Αν και οι ίδιοι είναι στυγνοί ψηφοθήρες, θέλουν να πείσουν τους πολίτες ότι μοχθούν με τους ίδιους, ότι τους νοιάζονται και ότι θωρακίζουν τα δικαιώματά τους. Στην εκδήλωση της κατ΄ επίφαση λαϊκότητας κάποια γενικά χαρακτηριστικά της εποχής, όπως τα ακόλουθα: η γρήγορη εκτύλιξη της ζωής στις μεγαλουπόλεις, η μαζοποίηση, τα σοβαρά και δυσεπίλυτα κοινωνικά προβλήματα, ανεργία, φτώχια κλπ
Ηθικός τομέας:
Η αλλαγή που έχει επέλθει στην τοποθέτηση των αξιών (πχ: η δημοκρατία είναι υποδεέστερη της δημοκοπίας, τα χρήματα θεωρούνται η ύψιστη αξία). Η μετατροπή αυτή των απαξιών σε αξίες επιτρέπει την ανάδειξη ανθρώπων αδίστακτων που "μαγεύουν" τον κόσμο με τους κενούς τους λόγους και τα ανούσια μηνύματά τους.

Συνέπειες του λαϊκισμού:
Πολιτικός τομέας:
Η υποβάθμιση της δημοκρατίας και η υπερίσχυση τακτικών που χαρακτηρίζουν ολοκληρωτικά καθεστώτα είναι ο απότοκος της υιοθέτησης του λαϊκισμού. Αν και ο λαός πρέπει να εξουσιάζει μέσω των αντιπροσώπων του, ωστόσο ο ίδιος γίνεται άθυρμα των πολιτικών πατρώνων. Δεν είναι υπερβολικό να υποστηριχθεί, δηλαδή, ότι οι πολίτες ταυτίζονται με τα πρόσωπα της πολιτικής στο βαθμό που θεωρούν τα κηρύγματά του μεσσιανικά. Εκτός από αυτά, τα κόμματα αντί να λειτουργούν ως πυρήνες αναπαραγωγής δημοκρατικών ηθών γίνονται κέντρα χαριστικών παροχών εκ μέρους υπουργών ή βουλευτών σε κομματικούς οπαδούς. Είναι, επομένως, εμφανέςότι όλο το δημοκρατικό πολιτικό σύστημα υπολειτουργεί και οι φορείς του ευτελίζονται
Πολιτισμικός τομέας
Ο λαϊκισμός ισοπεδώνει το λαϊκό μας πολιτισμό και διαβρώνει την πολιτιστική κληρονομιά μας. Η αυθεντικότητα της γνήσιας τέχνης βιομηχανοποιείται για να καταναλωθεί πιο γρήγορα και πιο εύκολο από το σύνολο των ατόμων (πχ: τα φθηνά τουριστικά αντικείμενα είναι εντελώς άσχετα με τα λαϊκά κομψοτεχνήματα). Επίσης, η απόδοση τιμών σε δημιουργούς κακόγουστων απομιμήσεων λαϊκών τραγουδιών, η αναγόρευση των αθλητών σε λαϊκούς ήρωες είναι λαϊκίστικα φαινόμενα.
Κοινωνικός τομέας:
Η επιβολή ειδώλων (πχ: πολιτικοί ηγέτες, τραγουδιστές, αθλητές) είναι μια άλλη τραγική απόληξη του φαινομένου που εξετάζουμε. Οι ίδιοι προβάλλονται ως αντιπροσωπευτικοί τύποι με γνήσια λαϊκή ψυχή και συνείδηση τους οποίους το κοινό αξίζει να θαυμάζει και να μιμηθεί. Υπό αυτό το πρίσμα, οι άνθρωποι σαν "κοπάδι" άκριτα ευθυγραμμίζονται με αυτά τα μοντέρνα είδωλα αψηφώντας ότι αυτά προωθούνται για εμπορικούς λόγους

Τρόποι αντιμετώπισης:
Πνευματικός τομέας:
Πνευματική αντίσταση στην αρνητική επίδραση του λαϊκισμού. Μόνο τα πνευματικώς ώριμα άτομα μπορούν να μην ετεροκατευθύνονται από την προπαγάνδα των πολιτικών. Η σωστή γνώση της ελληνικής γλώσσας μπορεί να αποτρέψει τη χειραγώγηση του κοινού από τους πολιτικούς εκπροσώπους του
Πνευματικοί άνθρωποι:
Οι ίδιοι μπορούν με τη διεισδυτική ικανότητά τους να διακρίνουν τις παραπλανητικές μεθόδους των πολιτικών, τα δήθεν λαϊκά καλλιτεχνικά δημιουργήματα κλπ. Έτσι, έχουν χρέος να αποκαλύπτουν την αλήθεια στο κοινό προκειμένου το ίδιο να μην παγιδεύεται
Πολιτικός τομέας:
Ορθή λειτουργία της δημοκρατίας
Σφυρηλάτηση των δημοκρατικών αξιών
Ελάττωση της δημοκοπίας εκ μέρους των κομμάτων
Λεξιλόγιο:
Πατερναλισμός: η τάση να προσπαθεί κανείς( ηγέτης, συνδικαλιστής, αρχηγός ομάδας κλπ) να προστατεύσει και να κηδεμονεύσει όσους εκπροσωπεί.

Οι αμέτοχοι
(από το διαδίκτυο:http://theodosia8.wordpress.com/)

Η εποχή μας, πολύ συχνά χαρακτηρίζεται από μια γενική αλλοτρίωση, από μια αλλοίωση εννοιών, συνειδήσεων, συναισθημάτων. Η κατάσταση χωλαίνει ολοένα και πιο πολύ, με τους έχοντες μια οποιαδήποτε εξουσία να τηρούν μια χλευαστική στάση απέναντι στη νοημοσύνη των ανθρώπων, διοχετεύοντας καθημερινά μια πληθώρα πληροφοριών και εικόνων στις οποίες η αλήθεια είναι μια σταγόνα σε ένα ωκεανό γεμάτο ψέμα. Θα μπορούσε κάποιος να σκεφτεί, πως αφού ζούμε σε χώρα με δημοκρατικό πολίτευμα, ο λαός μπορεί να συμμετέχει στην πολιτική εξουσία. Αντίθετα, όμως, αυτό που κυριαρχεί στις μέρες μας δεν είναι η λαϊκότητα, αλλά ο λαϊκισμός.
Ο λαϊκισμός είναι η επιφανειακή λαϊκότητα. Ο άνθρωπος νομίζει πως συμμετέχει ενεργά στην πολιτική ζωή της χώρας του, νομίζει πως έχει φωνή, νομίζει πως επιλέγει εκείνος για τον εαυτό του. Απλά νομίζει, γιατί η πραγματικότητα δυστυχώς είναι λίγο διαφορετική από αυτές του τις πεποιθήσεις. Η λαϊκή συμμετοχή στη δημόσια ζωή μειώνεται μέρα με τη μέρα κι αυτό γιατί η προσοχή των πολιτών στρέφεται σε άλλα θέματα, ανούσια, κενά. Σε αυτή την έλλειψη, ο λαϊκισμός βρίσκει πρόσφορο έδαφος. Εκεί , εμφανίζονται κάποιοι με το πρόσχημα πως θέλουν να βοηθήσουν, να δράσουν ανιδιοτελώς, για την προστασία του λαού, με αγάπη, εφαρμόζοντας ένα πατερναλιστικό σύστημα.
Πεφωτισμένοι, κουστουμαρισμένοι κύριοι, «εξοπλισμένοι» με ουτοπικές υποσχέσεις και εκλεπτυσμένο λόγο σε κάθε τους εμφάνιση εκθέτουν τα σχέδια τους για το μέλλον, τονίζουν πως δρουν υπέρ του κοινωνικού συνόλου, αποφασίζουν για εμάς χωρίς εμάς. Σε κάθε τους εμφάνιση, σε κάθε τους συγκέντρωση, ο λαϊκισμός οργιάζει. Διαδίδουν ψευδείς πληροφορίες, περνούν πρότυπα που ικανοποιούν τα συμφέροντα τους, προβάλλουν πρόσωπα και καταστάσεις που προσελκύουν την προσοχή, την περιέργεια του λαού ώστε ανενόχλητοι να πετύχουν τους στόχους τους, τη δύναμη και τον πλούτο. Το λαϊκό πνεύμα καθημερινά νοθεύεται από κάθε είδους «σκουπίδι» που βρίσκει ένα «παράθυρο» προβολής. Το δημοκρατικό πολίτευμα αποδυναμώνεται. Τείνει να μείνει μόνο στα χαρτιά. Και ο φασισμός βρίσκεται προ των πυλών.
Οι πολίτες, πιστεύοντας πως συμμετέχουν ενεργά στα κοινωνικά δρώμενα, ροχετεύουν μπροστά στην οθόνη της τηλεόρασης παρακολουθώντας προγράμματα που θίγουν τη νοημοσύνη τους, με τους παρουσιαστές να εξευτελίζονται ή να μιλούν με ένταση για τα δικαιώματα του λαού φτάνοντας στα όρια του λαϊκισμού. Αυτοί οι πολίτες αποποιούνται τις ευθύνες τους και κατηγορούν άλλους όταν η κατάσταση φτάνει σε άθλιο σημείο. Όμως η ευθύνη είναι και δική τους. Ευθύνονται που άφησαν τους άλλους να υπνωτίσουν το πνεύμα τους, ευθύνονται που άφησαν το πνεύμα τους να πέσει σε λήθαργο, ευθύνονται που όταν έπρεπε δεν φώναξαν δυνατά να ακουστεί η φωνή τους, που δεν είπαν όχι.
Όσο όλα αυτά συμβαίνουν, ο λαϊκισμός θα υπάρχει, και μάλιστα θα βρίσκεται σε έξαρση. Όσο οι πολιτικοί όροι σκόπιμα θα συγχέονται και οι πολίτες θα τους αφομοιώνουν με το λανθασμένο νόημα, η κατάσταση αυτή θα παραμένει αμετάβλητη. Οι άνθρωποι οφείλουν να γνωρίζουν τα δικαιώματα τους, να τα υπερασπίζονται, να αγωνίζονται κάθε μέρα, κάθε ώρα γι’ αυτά. Είναι καιρός να αποκατασταθεί το πραγματικό νόημα των πολιτικών όρων. Είναι καιρός να αποκατασταθεί η αλήθεια. Οι άνθρωποι δεν πρέπει να σωπαίνουν. Όταν κάτι δεν πάει καλά, η φωνή τους πρέπει να ακούγεται τόσο δυνατά που να ταρακουνιέται όλη η γη. Δεν πρέπει να είμαστε πιόνια στο παιχνίδι τους. Δεν ανήκουμε εκεί…..“…Δεν γίνεται. Δεν εγεννήθηκα ν’ ανήκω πουθενά ˙ τιμαριώτης τ’ ουρανού κει πάλι ζητώ ν’ αποκατασταθώ στα δίκαια μου….” Οδυσσέας Ελύτης

Στα γενέθλια του «λαϊκισμού» 
(απόσπασμα) Tου Παντελη Μπουκαλα, Εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Λαϊκιστές δεν γίνονται μονάχα όσοι κρατάνε από τζάκι και από πολιτικάντικο υπολογισμό επιχειρούν να φερθούν «σαν τον λαό», τον οποίο κολακεύουν αγρίως, απομιμούμενοι κακόγουστα κάποια εξόφθαλμα στοιχεία της συμπεριφοράς του και τάζοντάς του τ’ άστρα τ’ ουρανού. Ξεφτέρια του λαϊκισμού, όπως μας διδάσκει η πείρα, αποδεικνύονται και άνθρωποι όντως λαϊκοί, οι οποίοι είτε στη διαδρομή τους για την κατάκτηση κάποιου θώκου είτε ως «τροπαιούχοι» δημαγωγούν ανενδοίαστα.
Ο λαϊκισμός δεν είναι μονότροπος ούτε σχετίζεται αποκλειστικά με την πολιτική. Το θεμέλιό του είναι μια εντελώς στρεβλή ιδέα για το τι σημαίνει λαός. Για τον λαϊκιστή, ο λαός, τον οποίο κατά τα λοιπά δοξάζει, δεν μπορεί παρά να είναι κουτοπόνηρος, μάγκας, βωμολόχος, μικρόνους, αφελώς αισθηματίας, επιπόλαιος, πρωτίστως δε ενδοτικός στη χειραγώγηση, ανίκανος να αντισταθεί πνευματικά και ψυχικά στις διαθέσεις του «βοσκού» του· γιατί, σε αυτό το πλαίσιο, ο λαός εννοείται σαν κοπάδι, η δε λαϊκότητα σαν ισοδύναμη με ό,τι ταπεινό, επιδερμικό και άσκεπτο.
Εκατόν είκοσι χρόνια μετά τη γέννηση της λέξης «λαϊκισμός», που πρωτοτυπώθηκε στην εφημερίδα «Ακρόπολις» τον Απρίλιο του 1887 (ίσως λοιπόν μπορούμε να θεωρήσουμε πατέρα της τον Βλάση Γαβριηλίδη), είμαστε πανέτοιμοι να γιορτάσουμε τα γενέθλιά της με τον εκκωφαντικότερο τρόπο. Η προεκλογική περίοδος που ήδη διανύουμε, υπόσχεται ότι θ’ ακούσουμε πολλά από εκείνα που υποτίθεται ότι ο θρυλικός «πολιτικός πολιτισμός» μας τα έχει ήδη εξοβελίσει. Και μάλλον δεν πρέπει να θεωρηθεί παράδοξο το γεγονός ότι πρωταγωνίστρια του λαϊκισμού αναδεικνύεται μέχρι στιγμής η Θεσσαλονίκη· η πόλη αυτή, παραδομένη από χρόνια σε πολιτικούς, εκκλησιαστικούς αλλά και αθλητικούς αστέρες του πιο χοντροκομμένου λαϊκισμού, δείχνει έτοιμη να πάρει τα ηνία από τη «μαλθακή» Αθήνα.

Ο Μάρκος και οι τρεις λαϊκοί δρόμοι:  Πρωτότυπες και τολμηρές απόψεις για έναν κορυφαίο της μουσικής παράδοσης


Ε. ΖΑΧΟΣ-ΠΑΠΑΖΑΧΑΡΙΟΥ
Ο Μάρκος και η λαϊκότητα. Εθνολογική και ιστορική μελέτη γύρω από την καταγωγή του ρεμπέτικου τραγουδιού
ΕΚΔ. ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΥ «ΛΑΪΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ», ΣΕΛ. 105
του ΦΟΙΒΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗ

Ο γνωστός συγγραφέας Βαγγέλης Ζάχος-Παπαζαχαρίου επιχειρώντας να μας μιλήσει για το μουσικό έργο του Μάρκου Βαμβακάρη κάνει μια βουτιά στα βαθιά νερά της ελληνικής μουσικής λαϊκής παράδοσης.
Το αποτέλεσμα είναι μια ενδιαφέρουσα κοινωνιολογική μελέτη που περιλαμβάνει πλήθος υποσημειώσεων για τα θρησκευτικά κινήματα και τις αιρέσεις της Ανατολής που στους κόλπους τους διατήρησαν και περιέσωσαν την ανατολίτικη μουσική παράδοση, η οποία έχει τις ρίζες της στη βυζαντινή μουσική.
Ο συγγραφέας εξηγεί ότι λέγοντας ο Μάρκος «δρόμοι» εννοεί τα Μακάμια ή ήχους της ανατολικής μουσικής. Οι ήχοι είναι οχτώ, αυτοί που διδάσκονται στο βιβλίο της Εκκλησίας, το ονομαζόμενο «Οκτώηχος» ή «Οκταήχι», το οποίο πριν από πενήντα και εκατό χρόνια ήταν το αναγνωστικό που μάθαιναν τα παιδιά γράμματα και μουσική ταυτόχρονα στα σχολεία, από τους μόνους δασκάλους που υπήρχαν τότε. Ο ρυθμικός και μελωδικός τρόπος εκμάθησης διατηρήθηκε στα ελληνικά σχολεία σχεδόν ώς το Μεσοπόλεμο, μέχρι να καταργηθεί από τους «έξυπνους» γερμανοτραφείς ορθολογιστές και αντικληρακαλιστές της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης (σελ. 81).
Κατά τον Ζάχο, υπάρχουν τρεις παραδόσεις της λαϊκής μουσικής στην Ελλάδα, των οποίων η μείξη επιτεύχθηκε χάρη στο μπουζούκι και τη λατέρνα, στα οποία ο Μάρκος θήτευσε.
Από τις αρχές του 20ού αιώνα η λατέρνα κυκλοφορούσε τη μείξη της λαϊκής μουσικής παράδοσης σε διάφορες γειτονιές της Ελλάδας. «Η τελική μείξη συντελέστηκε -γράφει ο Ζάχος- όταν ο Μάρκος με τον Τσιτάνη και τον Παπαϊωάννου πήγαν στη Θεσσαλονίκη». Εκεί ενώθηκαν η ηπειρωτική-βλάχικη και αλβανική λαϊκότητα που διασώζει την παλιά «δημοτική» παράδοση των Ακριτών (Τσιτσάνης), η φραγκοσυριανή λαϊκότητα των απαρχών του ρεμπέτικου (Βαμβακάρης) καθώς και η νεότερη μικρασιατική παράδοση της Ιωνίας και της Πόλης, η οποία χαρακτηρίζεται από το γλεντζέδικο ρεμπέτικο (Παπαϊωάννου). Κατά τον Ζάχο, αυτές οι τρεις παραδόσεις, που διεισδύουν η μία στην άλλη, θα μπορούσαν να ονομαστούν «πρωτοβυζαντινή», «μεσοβυζαντινή» και «μεταβυζαντινή» παράδοση της λαϊκότητας (σ.σ. 82-83).
Και ο Μάρκος είναι «ο κυριότερος αυτουργός» αυτής της μείξης, της αλληλεπίδρασης των τριών πτυχών της λαϊκότητας. Κατ' αρχάς, γιατί ενδυνάμωσε την αναγνώρισή του μπουζουκιού ως βασικού οργάνου της λαϊκής ορχήστρας που έγινε στη δεκαετία του '30 στη μάντρα του Σαραντόπουλου, όταν οι τέσσερις μάγοι του λαϊκού αυτού οργάνου, ο Μάρκος, ο Στράτος, ο Δελιάς και ο Μπάτης έπαιξαν μαζί. Αλλά η πρωτοβουλία ήταν του Μάρκου και για το ταξίδι στη Θεσσαλονίκη, όπου και τράβηξε τον Τσιτσάνη στους τεκέδες, από τους οποίους ο τελευταίος εμπνεύστηκε τραγούδια ανεπανάληπτα «φορτωμένα με αρχαίες μνήμες». Ο Μάρκος χρησιμοποιεί συνειδητά όλες τις ονομασίες των λαϊκών ηρώων, των λαϊκών προτύπων. Οπως είναι οι λέξεις: μάγκας, κουτσαβάκης, ντερβίσης, ασίκης, αλανιάρης, ρεμπέτης, νταής, λεβέντης, μόρτης, κουρνάζος, μαριόλος. Τις βυζαντινές, δηλαδή, τούρκικες και αδριατικές λέξεις, τις φορτισμένες με την κακή σημασία που τους δίνουν ακόμα και σήμερα «οι προνομιούχοι και οι κρατικοδίαιτοι υπάλληλοι, ενώ αντίθετα οι λαϊκοί άνθρωποι τις θεωρούν τίτλους τιμής».
Ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι, σε σύγκριση με τον Τσιτσάνη και τον Παπαϊωάννου, τα τραγούδια του Μάρκου έχουν περισσότερο έναν χαρακτήρα κοινωνικής διαμαρτυρίας. Την άποψη αυτή του συγγραφέα αντκρούουν οι ένθερμοι φίλοι του Τσιτσάνη, οι οποίοι θυμίζουν αρκετά τραγούδια του όπως το «Γεια σου περήφανη και αθάνατη εργατιά» κ.ά.
Ο Ζάχος επισημαίνει ότι αν και οι τρεις λαϊκότητες αναμείχθηκαν, παρ' όλ' αυτά έμειναν επίσης διακριτές και κατέλαβαν η καθεμιά ειδική θέση στη μνήμη μας. Ο κάθε Ελληνας γνωρίζει απ' έξω 500 ώς 1.000 τραγούδια που κυβερνάνε τη ζωή του, κι ανάλογα με τις προσωπικές του επιλογές αποθηκεύει στη μνήμη του ένα ποσοστό μικρότερο ή μεγαλύτερο από την κάθε παράδοση.
Ο συγγραφέας πιστεύει ότι από τις τρεις παραδόσεις της λαϊκότητας «η πιο εύπεπτη και η πιο γνωστή» στην ελληνική κοινωνία είναι η πρώτη, εκείνη που κουβαλούσε ο Τσιτσάνης, γι' αυτό και κυριάρχησε σε συνεργασία με την τρίτη, τη γλεντζέδικη παράδοση. Η τρίτη παράδοση, εκείνη του Παπαϊωάννου, δεν θέλει συγκρούσεις. Η θεωρία του γλεντιού του 17ου αιώνα παραβλέπει όλες τις ανισότητες, όλες τις αντιθέσεις, όλες τις αδικίες. Είναι «μια κεντρώα λαϊκότητα» που εμπιστεύεται το μέλλον «στο παζάρι, στη διαπραγμάτευση». Η λαϊκότητα όμως του Μάρκου «είναι πολύπλοκη, δύσκολη, είναι συγκρουσιακή και επικίνδυνη». Γι' αυτό, κατά το συγγραφέα, ευαισθητοποιεί περισσότερο σήμερα τη νεολαία, και ειδικά εκείνο το κομμάτι της που την ψάχνει, που νοιάζεται για το μέλλον αυτής της κοινωνίας (σ.σ. 83-84).
Ο Βαγγέλης Ζάχος-Παπαζαχαρίου στο μεστό βιβλίο του για τον Μάρκο παρουσιάζει ενδιαφέρουσες και πρωτότυπες απόψεις, από τις οποίες δεν λείπει κι ένα βάθος που αποτελεί και τον καμβά όπου πάνω του «κεντάει» το συλλογισμό του. Κατά κάποιον τρόπο επανέρχεται στο κεντρικό θέμα που τον απασχολεί, εκείνο της ανατολίτικης παράδοσης, και σε τελευαία ανάλυση της βυζαντινής, που καθόρισε την πορεία του ελληνικού λαϊκού τραγουδιού και της δημοτικής μας μουσικής, όπως και σ' όλες τις βαλκανικές χώρες.
Ο Ζάχος κάνει και κάποιες τολμηρές και «παραβατικές» σκέψεις συγκρίνοντας ευνοϊκά το Μάρκο με τον Παλαμά, τον Σικελιανό και τον Καζαντζάκη! Γιατί, όπως υποστηρίζει, τον καιρό που «οι μεγάλοι της λογοτεχνίας μας» ασχολούνταν με τα «υψηλά» θέματα των δαφνοστεφών αυτοκρατόρων του Βυζαντίου και το κάλλος των αρχαίων μνημείων, ο Μάρκος, χτυπημένος από την κρατική λογοκρισία, τραγουδούσε τα «ευτελή» θέλγητρα της Φραγκοσυριανής και της Πειραιώτισσας ή το σεμνό χασαπάκι της γειτονιάς. «Πέρασαν όμως τα χρόνια -γράφει ο Ζάχος- και οι υψιπετείς της λογοτεχνίας μας ξεθώριασαν. Κανείς σχεδόν πια δεν ανοίγει τα βραδύγδουπα βιβλία τους, ενώ τα τραγούδια του Μάρκου είναι πάλι και ξανά στα χείλη της νεολαίας».
Βέβαια ο συγγραφέας αποφεύγει (ή του διαφεύγει) να επισημάνει το γεγονός ότι για τον απλό άνθρωπο και τον λιγότερο απλό είναι πολύ πιο εύκολο και ευχάριστο να μάθει ένα τραγούδι από το να διαβάσει ένα βιβλίο που απαιτεί, όχι σπάνια, αρκετή σκέψη και προβληματισμό. Οσον αφορά τον κοινωνικοπολιτικό προβληματισμό στα τραγούδια του Μάρκου, ο συγγραφέας δεν παραθέτει και πολλά στιχάκια, αν και υπάρχουν και τέτοια: «Στον κόσμο το συμφέρον πια/ τα κανονίζει όλα./ Παντού τα πάντα κυβερνά/ αυτό κι η πορτοφόλα...».
Ομως τα τραγούδια του Μάρκου για τη μαστούρα και τον νταλκά θα πρέπει να είναι περισσότερα. Και ο συγγραφέας δεν παραλείπει να μας δώσει και τέτοια παραδείγματα. «Οταν πίνω τουμπεκάκι/ θα φουμάρω τσιμπουκάκι».
Οι πρωτότυπες σκέψεις που διατυπώνει ο Ζάχος στο βιβλίο του για τον Μάρκο και τη λαϊκότητα γεννούν βέβαια και τον αντίλογο. Αξίζει όμως να τις γνωρίσουμε.

Παράδοση» και «λαϊκότητα» στην κουζίνα και στην πολιτική...
Γράφει ο Aντωνης Kαρκαγιαννης, Εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Aσφαλώς και θα έχετε δει την πολυβραβευμένη «Πολίτικη Kουζίνα» και ήθελα να σας ρωτήσω αν συλλάβατε το βαθύτερο νόημα της κινηματογραφικής ταινίας, το οποίο και την έκανε άξια πολλών βραβείων. Πώς δηλαδή, τα εδέσματα της Πόλης, τα μπαχαρικά και τα σουροπιασμένα γλυκά μάς οδηγούν αλάνθαστα πρώτα σε λεπτές συναισθηματικές καταστάσεις και έπειτα σε καίριες πολιτικές τοποθετήσεις, με κοινό σημείο αναφοράς τη γαστρονομική νοσταλγία. Nαι μεν υπάρχει η αναζήτηση της βαθύτερης σχέσης της Kουζίνας με την Iστορία, τον Eρωτα και την Πολιτική, συχνά όμως η αναζήτηση αυτή υποχωρεί στον πολύ δυνατότερο πειρασμό να διεγείρει αναμνήσεις και νοσταλγίες και με αυτές να γεμίσουν οι αίθουσες. Nοσταλγούμε τους χαμένους έρωτες μόνο γιατί είναι χαμένοι και όχι για τα εδέσματα και τα μπαχαρικά που συχνά τους συνοδεύουν.
Για τη μυστηριώδη σχέση της Kουζίνας με την Πολιτική και τον Πολιτισμό πολύ περισσότερο με βοήθησε ο «Tρίτος Δειπνοσοφιστής» του Xρίστου Zουράρι, το κομψό βιβλίο των εκδόσεων Iκαρος, όπου συγκέντρωσε τις επιφυλλίδες του στο «K» της «Kαθημερινής».
Nα σας υπενθυμίσω ότι στον πρώτο «Δειπνοσοφιστή» ο Xρίστος Zουράρις συγκέντρωσε τις συνεργασίες του με την «Kαθημερινή» προ δεκαετίας και πλέον, ενώ ο δεύτερος «Δειπνοσοφιστής» είναι η φυσική συνέχεια του πρώτου. Kαι οι τρεις «Δειπνοσοφιστές» χαρακτηρίζονται από το απαράμιλλο ύφος τους για το οποίο οι δύο πρώτοι «Δειπνοσοφιστές» έγιναν με ενθουσιασμό δεκτοί: Tαυτόχρονα απλό και περίπλοκο, άμεσο και υπαινικτικό, σοβαρό, χωρίς να λείπει το χιούμορ, σαφές αλλά όχι άκαμπτο ή απρόθυμο να υπηρετήσει τα πιο παράλογα παιχνίδια της σκέψης και της γραφής.
Oταν κυκλοφόρησε ο πρώτος «Δειπνοσοφιστής» κατάπληκτος πίστεψα ότι είναι από τα ωραιότερα κείμενα που είχα διαβάσει τα τελευταία χρόνια. Στον «Tρίτο Δειπνοσοφιστή» έχουμε την πλέον ώριμη γραφή του Xρίστου Zουράρι. Aλλά σκοπός μου σήμερα δεν είναι... να εισπηδήσω στα χωράφια της βιβλιοκριτικής, που χρόνια τώρα καλλιεργεί στην «K» ο Παντελής Mπουκάλας.
Σκοπός μου είναι να αναφερθώ σε δύο συγκεκριμένες επιφυλλίδες, όπου ο Xρίστος Zουράρις αποκαλύπτει τον υπόγειο δεσμό της λεγόμενης παραδοσιακής κουζίνας με την Aκροδεξιά και στην εξέλιξή του με την... Aριστερά. Παραδέχομαι ότι δεν είναι ο μόνος δεσμός που συνδέει τα δύο άκρα του πολιτικού φάσματος, είναι όμως αρκετά αποκαλυπτικός.
Eίναι ακλόνητη και γενική η πεποίθηση ότι η «παραδοσιακή» (άλλως λαϊκή ή τοπική) κουζίνα και γενικώς οτιδήποτε «λαϊκό», από τη λαϊκή μουσική ώς τη λαϊκή αγορά της γειτονιάς, αποτελεί σταθερό και αναλλοίωτο γνώρισμα των σύγχρονων εθνών-κρατών, κάτι το ιερό και απαραβίαστο. Στην Eλλάδα και μάλιστα στις άγονες και άνυδρες περιοχές της νότιας Πελοποννήσου η αυστηρή τήρηση της παράδοσης επέβαλε ως εθνικό έδεσμα την πιο λιτή παραδοσιακή συνταγή, το «ελιά και Kώτσο βασιλιά» που αμέσως συνέδεε την παραδοσιακή λαϊκή λιτότητα (άλλο παραμύθι αυτό) με τη βασιλόφρονα παράταξη!
Πιστεύω ότι οι ολέθριες αυτές αντιλήψεις περί «παραδοσιακού» και «λαϊκού» πηγάζουν από τη θεμελιώδη αρχή που περιλαμβάνεται σε όλα τα δημοκρατικά Συντάγματα, ότι όλες οι εξουσίες πηγάζουν από τον λαό και ασκούνται υπέρ αυτού! Eίναι σε όλους γνωστό ότι ούτε πηγάζουν, ούτε ασκούνται υπέρ του λαού, αλλά η αρχή έμεινε στην προμετωπίδα του πολιτεύματος, του πολιτικού μας πολιτισμού και της... παραδοσιακής κουζίνας. Στα πολύ σοβαρά επιχειρήματα του Xρίστου Zουράρι θα ήθελα να προσθέσω το «τεκμήριο της λαϊκότητας» που επί ένα και πλέον αιώνα μας επέβαλε ο δημοτικισμός, ο οποίος ανακήρυξε τον «λαό» σε υπέρτατη αξία και μοναδική πηγή πάσης άλλης και στον λαϊκό αυτό βωμό θυσίασε ολόκληρο τον 19ο αιώνα, την πνευματική του ανησυχία και κυρίως την αστική του νεωτερικότητα.
Mπερδέψαμε ήδη πολλά πράγματα και αισθάνομαι την ανάγκη να τα βάλουμε σε κάποια τάξη: Tο «ελιά-ελιά και Kώτσο βασιλιά» ορθότατα συνέδεσε την άκρα λιτότητα και ακινησία της παραδοσιακής κουζίνας με τη βασιλόφρονα παράταξη, την ακροδεξιά και άκρως συντηρητική. H παραδοσιακή κουζίνα έγινε σύμβολο ακινησίας των θεσμών. Hταν η εποχή όπου η Aριστερά δεν είχε ακόμη ανακαλύψει ούτε το «έθνος» και το «εθνικό», ούτε τον «λαό» και το «λαϊκό». Σε αυστηρή μαρξιστική διαλεκτική η έννοια «λαός» είναι ασύλληπτη και ακατανόητη και η έννοια «έθνος» ισοδυναμούσε με το ταξικό καμουφλάζ των «αφεντικών». Aνακάλυψε τον «λαό» και το «λαϊκό» με τη βοήθεια του δημοτικισμού και έφτασε στο «έθνος» όταν είδε ότι η αστική νεωτερικότητα τείνει να ανατρέψει τα πάντα, θεσμούς και κουζίνες και να εξαλείψει κάθε ιδιαιτερότητα (λέξη που επινοήθηκε ειδικά για την περίπτωση). Kάπως έτσι φτάσαμε στο σύνθημα «ενάντια στην παγκοσμιοποίηση» όπου συχνά συναντώνται η Aριστερά και η Aκροδεξιά!

Τετάρτη 24 Φεβρουαρίου 2010

Στο Λίβερπουλ με τον Τζον Λένον

Της ΕΥΑΝΝΑΣ ΒΕΝΑΡΔΟΥ (venardu@enet.gr), Εφημερίδα Ελευθεροτυπία

Αν ζούσε σήμερα ο Τζον Λένον, θα γινόταν 70 χρόνων. Τριάντα χρόνια μετά το θάνατό του, η ταινία «Ολοι θέλουν λίγη αγάπη», που προβάλλεται την Πέμπτη, εστιάζει στα νεανικά του χρόνια.
Υποψήφια για τέσσερα βραβεία BAFTA, η 43χρονη Αγγλίδα Σαμ Τέιλορ Γουντ δεν ενδιαφέρεται για την περίοδο των Μπιτλς. Αλλά για μια άγνωστη περίοδο της ζωής του διάσημου τραγουδοποιού: την εφηβεία του στο Λίβερπουλ, την εγκατάλειψή του από τη μητέρα του στην ηλικία των πέντε και τον ρόλο που διαδραμάτισε η θεία του (Κριστίν Σκοτ Τόμας) που ουσιαστικά τον μεγάλωσε.
Μιλάμε βέβαια για μια ταινία μυθοπλασίας, σε σενάριο του Ματ Γκρίνχαλγκ (ο οποίος βραβεύτηκε για τη βιογραφία των Joy Division). Δεν πρόκειται, όμως, για μια μουσική βιογραφία. Η σκηνοθέτρια, διακεκριμένη εικαστικός, έσκυψε περισσότερο στον ψυχισμό του μικρού Λένον, τον οποίο ενσαρκώνει ο 20χρονος Ααρόν Τζόνσον. Ο ηθοποιός, παρά τη διαφορά ηλικίας, είναι αρραβωνιασμένος με τη σκηνοθέτρια -περιμένουν μάλιστα το πρώτο τους παιδί.
Ο νεαρός Τζον ήταν ένα όμορφο ατίθασο αγόρι, με τσαμπουκά, μεγάλο «κόλλημα» με τον Ελβις (τον οποίο κόπιαρε και εμφανισιακά), επιτυχίες με τα κορίτσια και προβλήματα στο σχολείο. Αλλο τώρα αν δύσκολα τον φαντάζεται κανείς σήμερα να αποβάλλεται γιατί τον έπιασαν με... «τσόντα».
Σύμφωνα με το σενάριο, την αγάπη του αυτή για το ροκ εν ρολ του την ενέπνευσε η πραγματική του μητέρα (Αν Μαρί Νταφ) που μια μέρα, αίφνης, εμφανίστηκε ξανά στη ζωή του: μια γυναίκα επιπόλαιη, αλλά γεμάτη ενθουσιασμό για τη ζωή, που έπαιζε μπόνγκο, χόρευε και τραγουδούσε. Και είναι ενδιαφέρων ο τρόπος που στο φιλμ η σταδιακή μύηση του Λένον στη μουσική συνδέεται απόλυτα με την «εξερεύνηση» της άγνωστης αυτής νεαρής μάνας που έχει κάνει άλλη οικογένεια. Και όμως, τον διεκδικεί με πάθος χρησιμοποιώντας για όπλο τη μουσική. Η σύγκρουση άλλωστε της ταινίας (που στο τέλος κορυφώνεται δραματικά) περιστρέφεται γύρω από την κόντρα της «μάνας» που τον έγκατέλειψε και της θείας που τον μεγάλωσε. Η Κριστίν Σκοτ Τόμας ενσαρκώνει εκπληκτικά την αυστηρή και συγκρατημένη αυτή γυναίκα, που όμως θα του αγοράσει την πρώτη του κιθάρα (και αργότερα, για να τον τιμωρήσει, θα την πουλήσει...). «Δεν είναι και Μπαχ, βέβαια...», του λέει χαμογελώντας. Αυτή, άλλωστε, τον μυεί στην κλασική μουσική.
Ο Λένον εμφανίζεται τόσο φανατισμένος με το ροκ εν ρολ ώστε μια μέρα κλέβει κάτι δισκάκια. Κι όταν διαπιστώνει πως πρόκειται για τζαζ, τα πετά επιδεικτικά στη θάλασσα. Οσα απομένουν τα ανταλλάσσει με τα μπλουζ του Σκρίμιν Τζέι Χόκινς. Γρήγορα φτιάχνει το πρώτο του γκρουπάκι: τους Quarrymen. Λίγο αργότερα θα γνωρίσει τον Πολ ΜακΚάρτνεϊ: ένα ευαίσθητο αγόρι, ορφανό από μάνα, που γυρνάει την πλάτη στους εφηβικούς τσαμπουκάδες και ενδιαφέρεται μόνο για τη μουσική. Τα «Σκαθάρια» πλησιάζουν. Ομως η λέξη Μπιτλς δεν ακούγεται ούτε μία φορά στην ταινία... *


Σημείωση: Σημαντική ταινία για την ακτιβιστική δράση του Τζον Λένον στις ΗΠΑ είναι και η ταινία US vs Τζον Λένον, που περιγράφει την πορεία του Τζον Λένον στις ΗΠΑ μέχρι το θάνατό του.  Την περίοδο αυτή εντείνονται  τα κινήματα των νέων και των αφροαμερικανών που χαρακτηρίζουν τη δεκαετία του 70, ενέντια στον πόλεμο, τη βία και τις φυλετικές διακρίοσεις. Πολλά  από τα πρόσωπα που ενεργοποιούνται αυτή την περίοδο όπως ακτιβιστές, αρχηγοί των Μαύρων Πάνθηρων, πρωταγωνιστές των αγώνων των φοιτητών αλλά και μουσικοί δίνουν τη δική τους οπτική πλευρά στον αγώνα του Τζον Λένον ενάντια στην κρατική εξουσία των ΗΠΑ. Η αντίδραση του κράτους μέσω των δομών εξουσίας χαρακτηρίζεται σαν αναβίωση του μακαρθισμού της δεκαετίας του 50, με διώξεις, απελάσεις, εκφοβισμούς. Αντίστοιχη έξαρση αμερικάνικου εθνικισμού θα έχουμε και στις δεκαετίες 90 και μετέπειτα με την έξαρση της ισλαμοφοβίας, τη δημιουργία "εχθρών" και τους πολέμους σε Βαλκάνια, Ιράκ και Αφγανιστάν κυρίως. Είναι χαρακτηριστικό ότι η μουσική και οι μουσικοί θα αποτελέσουν πάλι ένα πεδίο όπου η εξουσία θα το θεωρήσει εθχρικό και θα προχωρήσει σε λίστες απαγορευμένων τραγουδιών και μουσικών.

«Αμερική εναντίον Τζον Λένον» των Ντέιβιντ Λιφ και Τζον Σάινφελντ

Οποιος καταφέρει να μετρήσει τις μαύρες σελίδες της αμερικανικής πολιτικής θα γραφεί στο βιβλίο του Γκίνες! Αυτό το μεγάλο κράτος, ιδιαίτερα μετά το B΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, δεν τηρεί ούτε τους στοιχειώδεις αστικοδημοκρατικούς κανόνες. Η μια αυθαιρεσία μετά την άλλη. Στο στόχαστρό της είναι άλλοτε χώρες, άλλοτε ολόκληρες περιοχές του κόσμου (Ασία, Αφρική), άλλοτε πολιτικοί αρχηγοί, άλλοτε καλλιτέχνες. Θύμα αυτής της σχιζοφρένειας και ο Τζον Λένον!
Η δεκαετία 1966-1976 ήταν μια καυτή δεκαετία για την Αμερική. Ο πόλεμος του Βιετνάμ την είχε εκθέσει ανεπανόρθωτα στα μάτια της ανθρωπότητας, η οποία διαδήλωνε σε βάρος της. Στο εσωτερικό, μεγάλες ομάδες του πληθυσμού, εκατομμύρια άνθρωποι, διαδήλωναν και αυτοί σχεδόν σε καθημερινή βάση. Ολο αυτό το κίνημα, βέβαια, δεν άφησε ασυγκίνητους και τους καλλιτέχνες. Και τον Τζον Λένον, φυσικά.
Ο Τζον Λένον δεν ήταν Αμερικανός (ήταν Βρετανός), ζούσε όμως στην Αμερική. Και είχε ενώσει - και αυτός - τις δυνάμεις με το παγκόσμιο, αλλά και το αμερικανικό φιλειρηνικό κίνημα. Στις μεγάλες διαδηλώσεις της Αμερικής, τόσο αυτός, όσο και η γυναίκα του (Γιόκο Ονο) βρίσκονταν στην πρώτη γραμμή. Δίπλα στην Αντζελα Ντέιβις, τον Μπόμπι Σιλ κ.ά.
Η αμερικανική κυβέρνηση για να φιμώσει τους Αμερικανούς πολίτες είχε εφαρμόσει τις γνωστές μεθόδους: Μαύρες λίστες, συκοφαντίες, απολύσεις από την εργασία, υποκλοπές συνομιλιών, πλαστές κατηγορίες, ανακρίσεις κλπ. Για τους ξένους, όπως ο Τζον Λένον και η γυναίκα του, εκτός από τα παραπάνω, υπήρχε και η απέλαση!
«Εως τις 15-3-1972, πρέπει να έχετε εγκαταλείψει τις ΗΠΑ», έλεγε η «ειδοποίηση», που ρίχτηκε κάτω από την πόρτα του ζευγαριού. Αυτή η «ειδοποίηση» στάθηκε η αφορμή για την έναρξη του ανοιχτού πολέμου ανάμεσα στην τότε αμερικανική κυβέρνηση (Νίξον) και τον Τζον Λένον. Αυτόν, ακριβώς, τον ανοιχτό πόλεμο μας παρουσιάζει το ντοκιμαντέρ των Ντέιβιντ Λιφ - Τζον Σάινφελντ. Από τη μια η αμερικανική κυβέρνηση με όλα της τα όργανα, CIA, FBI, Τμήμα Αλλοδαπών, Δικαστήρια κλπ. και από την άλλη ο Τζον Λένον, η Γιόκο Ονο και οι φίλοι τους. Από τη μια υπήρχε η απαίτηση να σιωπήσει ο καλλιτέχνης και από την πλευρά του καλλιτέχνη και των φίλων του να σταματήσει ο πόλεμος στο Βιετνάμ και να γυρίσουν πίσω ζωντανοί οι Αμερικανοί φαντάροι.
Η τελική κατάληξη σε σχέση και με τον Τζον Λένον, όπως και με δεκάδες άλλους αγωνιστές άλλωστε, γνωστή! Στις 8 Δεκέμβρη του 1980 και ενώ ο καλλιτέχνης είχε αποσυρθεί από τη δημοσιότητα και όλα έδειχναν ότι είχαν ησυχάσει, ο Μαρκ Ντέιβιντ Τσάπμαν εκτέλεσε εν ψυχρώ τον Τζον Λένον έξω από την πόρτα του σπιτιού του!
Ενδιαφέρον ντοκιμαντέρ, επίκαιρο και διδακτικό! Η Αμερική πάλι σήμερα έχει εξοργίσει ολόκληρο τον κόσμο. Πάλι χρησιμοποιεί τις γνωστές, για τους Αμερικανούς, μεθόδους και πάλι τις πρόσθετες μεθόδους για τους ξένους που διαμαρτύρονται. Το σημερινό φιλειρηνικό κίνημα, βέβαια, δε βρίσκεται στην κορύφωση που βρισκόταν στη δεκαετία του 1966-1976. Πολλά, όμως, δείχνουν ότι προς τα εκεί οδεύει! Αυτό δείχνουν, ανάμεσα στα άλλα, οι σπασμωδικές κινήσεις και της σημερινής κυβέρνησης των ΗΠΑ και των οργάνων της (CIA, FBI, Τμήμα Αλλοδαπών, Δικαστήρια κλπ.), που είναι όμοιες με αυτές της τότε κυβέρνησης. Και είναι σίγουρο πως κάποιος καινούριος Τζον Λένον θα ξεχωρίσει και πάλι και κάποιος καινούριος Τσάπμαν θα ξαναπυροβολήσει. Η χώρα αυτή, δυστυχώς, δε διδάσκεται από τα λάθη της.
Ο Τζον Λένον προερχόταν από φτωχή και διαλυμένη οικογένεια. Από το 1957 μέχρι το 1960 συμμετείχε σε διάφορα μικρά συγκροτήματα. Το 1960 δημιουργήθηκαν οι «Μπιτλς», οι οποίοι γνώρισαν παγκόσμια φήμη. Δέκα χρόνια αργότερα, το 1970, το συγκρότημα διαλύεται. Ο Τζον Λένον συνέχισε μονάχος του. Στο μεταξύ είχε γνωρίσει την Γιόκο Ονο, μια πολιτικοποιημένη καλλιτέχνιδα, η οποία τον βοήθησε να ωριμάσει και πολιτικά. Μαζί της, πια, έγινε ένας ακόμα πιο χρήσιμος άνθρωπος και καλλιτέχνης. Η σφαίρα, λοιπόν, που τον σημάδεψε ήξερε ποιον σκότωνε!
Στην ταινία, πέρα από τις πολιτικές, καλλιτεχνικές και προσωπικές δραστηριότητες του Λένον, ακούγονται και μια σειρά εξαιρετικά τραγούδια. Τραγούδια που υμνούν τον έρωτα, τη φιλία, την ειρήνη!


Τα τραγούδια στην πυρά του νεομακαρθισμού

Στην πυρά! Μπορεί ο νεομακαρθισμός, που επιβλήθηκε στις ΗΠΑ να μη χρησιμοποίησε τη φράση της Ιεράς Εξέτασης για να συνοδέψει τη μαύρη λίστα των απαγορευμένων τραγουδιών - ίσως επειδή ακόμα και αυτή η λέξη «φωτιά» τείνει ν' απαγορευτεί. Στην πυρά όμως ρίχνει δεκάδες τραγούδια, που τα τοποθετεί σε «μπλακ - λιστ», αποδεικνύοντας πως ο παραλογισμός δεν έχει όρια. Στην πυρά, ο «Υπέροχος κόσμος» του Αρμστρονγκ, το «Ιμάτζιν» του Λένον, τραγούδια των «Μπιτλς», των «Ανιμαλς», του Φιλ Κόλινς, του Ντίλαν, του Γκάμπριελ, ακόμη και των τροβαδούρων Σάιμον και Καρφάνγκελ...
Και αυτά βρίσκονται στον κατάλογο με τα 150 απαγορευμένα κομμάτια, που απεστάλη σ' όλους τους σταθμούς της χώρας της «ελευθερίας», προκειμένου να μην τα μεταδίδουν από τη συχνότητά τους. Στην πρώτη θέση, βέβαια, της τραγουδοαπαγόρευσης βρίσκονται οι «Rage Against the Machine», καθώς οι σύγχρονοι ιεροεξεταστές απαγόρευσαν όλα ανεξαιρέτως τα τραγούδια του συγκροτήματος. Να σημειωθεί ότι στους «συνήθεις υπόπτους» για το «αμερικάνικο όνειρο», κατατάσσονται και πολλοί καλλιτέχνες, που λίγο - πολύ αυτό το «όνειρο» υπηρέτησαν (λ.χ., Σινάτρα). Και η απλούστερη εννοιολογικά χρήση των λέξεων φωτιά, θάνατος, πτήσεις, καταστροφή, αρκεί για να αποτελέσει το «κριτήριο» κατάταξης των τραγουδιών στη μαύρη λίστα των αμερικανικών καναλιών... Κατά τη «λογική» των συντακτών του καταλόγου, κάθε τραγούδι που περιέχει μια από αυτές τις λέξεις παραπέμπει στην πρόσφατη τρομοκρατική επίθεση στη Νέα Υόρκη!!!
Υπεύθυνο για τη σύνταξη αυτής της λίστας είναι το Clear Channel, το οποίο διαθέτει πάνω από 1.170 σταθμούς στις ΗΠΑ. Η λίστα της ντροπής, που αναμφίβολα αποτελεί ντοκουμέντο παράνοιας, είναι η εξής:
AC/DC: Shot Down In Flames, Shoot To Thrill, Dirty Deeds, Highway To Hell, Safe In New York City, TNT, Hells Bells
Ad Libs: The Boy From New York City
Alice In Chains: Rooster, Sea Of Sorrow, Down In A Hole, Them Bone
Alien Ant Farm: Smooth Criminal
Animals: We Gotta Get Out Of This Place
Louis Armstrong: What A Wonderful World
Bangles: Walk Like An Egyptian
Barenaked Ladies: Falling For The First Time
Fontella Bass: Rescue Me
Beastie Boys: Sure Shot, Sabotage
Beatles: A Day In The Life, Lucy In The Sky With Diamonds, Ticket To Ride, Obla Di, Obla Da
Pat Benatar: Hit Me with Your Best Shot, Love Is A Battlefield
Black Sabbath: War Pigs, Sabbath Bloody Sabbath, Suicide Solution
Blood, Sweat & Tears: And When I Die
Blue Oyster Cult: Burnin' For You
Boston: Smokin
Brooklyn Bridge: Worst That Could Happen
Arthur Brown: Fire
Jackson Browne: Doctor My Eyes
Bush: Speed Kills
Chi - Lites: Have You Seen Her
Dave Clark Five: Bits And Pieces
Petula Clark: A Sign Of The Times
The Clash: Rock The Casbah
Phil Collins: In the Air Tonight
Sam Cooke: Wonder World
Creedence Clearwater Revival: Travelin' Band
Cult: Fire Woman
Bobby Darin: Mack The Knife
Skeeter Davis: End Of The World
Neil Diamond: America
Dio: Holy Diver
Doors: The End
Drifters: On Broadway
Drowning Pool: Bodies
Bob Dylan: Knockin' On Heaven's Door
Everclear: Santa Monica
Shelly Fabares: Johnny Angel
Filter: Hey Man, Nice Shot
Foo Fighters: Learn To Fly
Fuel: Bad Day
Peter Gabriel: When You're Falling
Gap Band: You Dropped A Bomb On Me
Godsmack: Bad Religion
Norman Greenbaum: Spirit In The Sky
Green Day: Brain Stew
Guns 'N' Roses: Knockin' On Heaven's Door
Happenings: See You In September
Jimi Hendrix: Hey Joe
Herman's Hermits: Wonder World
Hollies: He Ain't Heavy, He's My Brother
Buddy Holly & the Crickets: That'll Be The Day
Jan & Dean: Dead Man's Curve
Billy Joel: Only The Good Die Young
Elton John: Benny & The Jets, Daniel, Rocket Man
Judas Priest: Some Heads Are Gonna Roll
Kansas: Dust In The Wind
Carole King: I Feel The Earth Move
Korn: Falling Away From Me
Lenny Kravitz: Fly Away
Led Zeppelin: Stairway To Heaven
John Lennon: Imagine
Jerry Lee Lewis: Great Balls Of Fire
Limp Bizkit: Break Stuff
Local H: Bound For The Floor
Los Bravos: Black Is Black
Lynyrd Skynyrd: Tuesday's Gone
Dave Matthews Band: Crash Into Me
Paul McCartney & Wings: Live And Let Die
Barry McGuire: Eve Of Destruction
Don McLean: American Pie
Steve Miller: Jet Airliner
Megadeth: Dread And The Fugitive, Sweating Bullets
John Mellencamp: Crumbling Down, I'm On Fire
Martha & the Vandellas: Nowhere To Run, Dancing In The Streets
Metallica: Seek And Destroy, Harvester Or Sorrow, Enter Sandman, Fade To Black
Alanis Morissette: Ironic
Mudvayne: Death Blooms
Rick Nelson: Travelin' Man
Nena: 99 Luft Balloons/99 Red Balloons
Nine Inch Nails: Head Like A Hole
Oingo Boingo: Dead Man's Party
Paper Lace: The Night Chicago Died
John Parr: St. Elmo's Fire
Peter & Gordon: I Go To Pieces, A World Without Love
Peter, Paul, & Mary: Blowin' In The Wind, Leavin' On A Jet Plane
Tom Petty: Free Fallin'
Pink Floyd: Run Like Hell, Mother
P.O.D.: Boom
Elvis Presley: (You're The) Devil In Disguise
Pretenders: My City Was Gone
Queen: Another One Bites The Dust, Killer Queen Rage Against The Machine, all songs
Red Hot Chili Peppers: Aeroplane, Under The Bridge
R.E.M.: It's The End Of The World As We Know It
Rolling Stones: Ruby Tuesday
Mitch Ryder & the Detroit Wheels: Devil With The Blue Dress
Saliva: Click Click Boom
Santana: Evil Ways
Savage Garden: Crash And Burn
Simon & Garfunkel: Bridge Over Troubled Water
Frank Sinatra: New York, New York
Slipknot: Left Behind, Wait And Bleed
Smashing Pumpkins: Bullet With Butterfly Wings
Soundgarden: Blow Up The Outside World, Fell On Black Days, Black Hole Sun
Bruce Springsteen: I'm On Fire, Goin' Down, War
Edwin Starr: War
Steam: Na Na Na Na Hey Hey
Cat Stevens: Peace Train, Morning Has Broken
Stone Temple Pilots: Big Bang Baby, Dead And Bloated
Sugar Ray: Fly
Surfaris: Wipeout
System Of A Down: Chop Suey!
Talking Heads: Burning Down the House
James Taylor: Fire And Rain
Temple Of The Dog: Say Hello To Heaven
Third Eye Blind: Jumper
Three Degrees: When Will I See You Again
3 Doors Down: Duck and Run
311: Down Tool: Intolerance
Tramps: Disco Inferno
U2: Sunday Bloody Sunday
Van Halen: Jump, Dancing In The Streets
J. Frank Wilson: Last Kiss
Yager & Evans: In The Year 2525
Youngbloods: Get Together
Zombies: She's Not There.

Πηγή: Εφημερίδα Ριζοσπάστης

Τρίτη 23 Φεβρουαρίου 2010

Δύο λευκώματα, δύο εποχές

Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΣΙΑΦΚΟΥ, Εφημερίδα  Ελευθεροτυπία

Το ελληνικό τραγούδι, από το 1821 ώς το 1950, που άντλησε από το κοινωνικό γίγνεσθαι, το «φωτογράφησε» και έγινε συχνά σημαία του, κι από την άλλη ένα κίνημα, αυτό των χίπις, που εκφράστηκε σ' όλους τους χώρους της τέχνης ενώ παράλληλα χαρακτήρισε τις φοιτητικές εξεγέρσεις και από τις δυο πλευρές του Ατλαντικού, παρουσιάζονται σε δυο ενδιαφέροντα λευκώματα, που το καθένα με τον τρόπο του αφηγείται μια επανάσταση.
Το πρώτο από αυτά, το «Ελληνικό τραγούδι», έχει γράψει ο εθνομουσικολόγος και πανεπιστημιακός Λάμπρος Λιάβας (έκδοση της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος), ενώ το δεύτερο με τίτλο «Hippie, τα παιδιά των λουλουδιών» υπογράφει ο Μπάρι Μάιλς (μετάφραση Γιώργος Παρλαλόγλου, εκδόσεις «Ψυχογιός»). Από τον πρόλογό του ο Λιάβας ξεκαθαρίζει ότι «το τραγούδι λειτουργεί ως κώδικας έκφρασης κι επικοινωνίας, σύμβολο εθνικοπολιτισμικής και ιδεολογικής-κοινωνικής ταυτότητας, συνδετικός κρίκος του ατόμου με την ομάδα, κιβωτός της συλλογικής μνήμης».

Η κρίσιμη δεκαετία του '40
Στο πολυσέλιδο και εξαιρετικά φωτογραφημένο λεύκωμα από το αρχείο του Ελληνικού Λογοτεχνικού και Ιστορικού Αρχείου, ο μουσικολόγος εξαντλεί το θέμα του μέσα από οκτώ κεφάλαια, εστιάζοντας χρονολογικά, σε μουσικά είδη αλλά και στη σχέση κοινωνικού ιστού και τραγουδιού. Ασχολείται με τη γλώσσα και τις άμεσες επιρροές της, αφού η Ελλάδα υπήρξε και παραμένει σταυροδρόμι πολιτισμών, αλλά και με τη μουσική ζωή της Αθήνας τον 19ο αιώνα, όταν η πόλη «προσπαθούσε να αποκτήσει όχι μόνο όψη αλλά και ''ήχο'' ευρωπαϊκής πρωτεύουσας». Αναφέρεται στην αθηναϊκή καντάδα και την αγνοημένη παράδοσή της, στην επιθεώρηση που συνδέθηκε με την επικαιρότητα και την πολιτική σάτιρα, στους συνθέτες που έλαμψαν προπολεμικά (Αττίκ, Γιαννίδης, Σουγιούλ κ.ά.) και στις κορυφαίες ερμηνεύτριες, τη Βέμπο και τη Δανάη Στρατηγοπούλου. Προσεγγίζει την παράδοση του μικρασιατικού αστικού τραγουδιού με αφετηρία τις αφηγήσεις της Αγγέλας Παπάζογλου και στη συνέχεια ερευνά τι ακριβώς συνέβαινε από τα τέλη του 19ου αιώνα έως το 1950 στις ελληνικές κοινότητες των ΗΠΑ.
Καταλήγει δε στην κρίσιμη δεκαετία του '40, όπου ο πόλεμος, η Κατοχή, η Αντίσταση και ο Εμφύλιος αναδεικνύουν το τραγούδι ως πατριωτικό αρχικά αλλά και το οδηγούν σε συνθήκες σκληρής λογοκρισίας με την απελευθέρωση.
Τέλος, εκτιμά τη συνεισφορά των Μίκη Θεοδωράκη και Μάνου Χατζιδάκι στο ελληνικό τραγούδι και την επανατοποθέτησή τους στο ζήτημα της ελληνικότητας σε μια περίοδο που, όμως, ανήκει καλύτερα στον επόμενο τόμο της μελέτης του.
Στη δεκαετία του '60 θεριεύει όχι εδώ, αλλά στην Αμερική και κατόπιν στην Ευρώπη, το κίνημα των χίπις, στο οποίο εστιάζει η μελέτη τού Μπ. Μάιλς, πλούσια και αυτή σε φωτογραφίες καλλιτεχνών, αλλά και εκατοντάδων ανώνυμων νέων σε συναυλίες και στα φεστιβάλ, αφισών, εξωφύλλων δίσκων κ.λπ.
Ο Μάιλς αναφέρεται αρχικά στις ρίζες, τους μπίτνικς της δεκαετίας του '50, σημαντικοί εκ των οποίων, όπως οι ποιητές Αλεν Γκίνσμπεργκ και Λόρενς Φερλινγκέτι, πήραν μέρος στο κίνημα των χίπις, και στη συνέχεια οργανώνει τη δουλειά του και από τις δυο πλευρές του Ατλαντικού, ρίχνοντας το κύριο βάρος στις ΗΠΑ. Ανατρέχει στην επίδραση των Μπιτλς και Ρόλινγκ Στόουνς αλλά και των δεκάδων άλλων συγκροτημάτων και προσωπικοτήτων όπων ο Ντίλαν, ο Χέντριξ και η Τζόπλιν, που έδωσαν στους νέους τη δική τους μουσική ταυτότητα.
Βλέπει το θέμα του πολιτικά μέσα από τις αντιπολεμικές διαδηλώσεις και την καύση των κλητεύσεων για στράτευση στο Βιετνάμ. Αναφέρεται στους «Μαύρους Πάνθηρες», στη δολοφονία του Μάλκολμ Χ αλλά και στην εξέγερση 35.000 μαύρων στο Γουότς το 1965, που για να κατασταλεί χρειάστηκαν χιλιάδες εθνοφρουροί και στρατιώτες. Και περνώντας από την άλλη μεριά του Ατλαντικού αφιερώνει ένα κεφάλαιο στη γαλλική εξέγερση του 1968 και στο καθρέφτισμά της στο ροκ της εποχής.
Οι τομές στον τρόπο ζωής, το Μοντερέι, το Αλταμον, τα ναρκωτικά, ο ελεύθερος έρωτας και τα κοινόβια, ο γυμνισμός, η μόδα, οι επιδράσεις από τη λογοτεχνία ή στη λογοτεχνία διατρέχουν το λεύκωμα με την ακρίβεια ενός ειδικού και τον ενθουσιασμό ενός φαν. Οι φωτογραφίες από τις αντιπολεμικές διαδηλώσεις διαδέχονται εκείνες του Γούντστοκ και της Κάρναμπι Στριτ. Ενας ολοζώντανος κόσμος και μια εποχή με πνοή ζωής κι ελευθερίας, όταν στην Ελλάδα η λογοκρισία απαγόρευε το «Φράουλες και αίμα» και τα μακριά μαλλιά ήταν η χαρά του ψαλιδιού του αστυνομικού. *

Σημείωση: Παρόλα αυτά θα πρέπει να εξετάσουμε την εμπορική σημασία που αποκτά σταδικά ο χώρος της μουσικής και του τραγουδιού με την είσοδο των εταιριών αναπαραγωγής αρχικά αλλά κια των εταιριών που διαχειρίζονται τις εκδηλώσεις αργότερα. Εκεί πλέον οι δημιουργεί που μυθοποιούνται μέσα από μια διαδικασία παραγωγής συμβόλων λειτουργούν παράλληλα και ως επιχειρηματίες που στοιχεύουν σε ολοένα κια μεγαλύτερες πωλήσεις του έργου τους. Ειδικά για στην δυτική μουσική (μπιτνικ, ροκ κλπ) και τα κινήματα νέων που δημιουργούντια παράλληλα παρόλο που η εικόνα που κατασκευάζεται είναι μια παράλληλη πορεία τους, εντούτοις στην αθέατη πλευρά μαίνεται ο πόλεμος των συμβολαίων που αργότερα θα δημιουργήσει την παγκοσμιοποιημένη μουσική σκηνή και τα ασύλληπτα κέρδη από πωλήσεις LP, αντικειμένων ή συανυλιών. Εννοείται ότι τα κινήματα νέων όπως των χίπις συνεχίζουν τον δικό τους δρόμο μακριά από τα φώτα των προβολέων. Σχετικό είναι το δημοσίευμα που ακολουθεί:

Το Γούντστοκ των συμβόλων και των... συμβολαίων

Πέρασαν, ήδη, 40 χρόνια... Πολιτεία Ν. Υόρκης, Γούντστοκ, 15–17 Αυγούστου 1969. Με το τριήμερο Φεστιβάλ Ειρήνης και Μουσικής, όπως ονομάστηκε, η γενιά της αμφισβήτησης και η ροκ μουσική απέκτησαν ένα ανθεκτικότατο ορόσημο, η δε κοινωνιολογία βρήκε ενδιαφέρον αντικείμενο προς εξέταση.
Έλα όμως που το έχει η μοίρα των μυθικών στιγμών να περιβάλλονται εκ των υστέρων από... παιδικά παραμύθια: τα «αθώα» 60s, η μουσική εποχή της απόλυτης ανιδιοτέλειας και της μηδενικής εμπορευματοποίησης... Όλα αυτά κυοφορήθηκαν στη φαντασία των μετέπειτα «μεγάλων παιδιών».
Γιατί; Διότι το ροκ ήταν διττό εκ γενετής. Ήταν μουσική αλλά και μουσική βιομηχανία. Ακόμα κι όταν κράδαινε μεγάλα σύμβολα, με το άλλο χέρι υπέγραφε μεγάλα συμβόλαια. Ακόμα κι όταν ηχούσε ως ιδεολογικό διάγγελμα, δεν έπαυε να είναι και επάγγελμα.
Ισορροπούσε μεταξύ καλλιτεχνικής ουσίας και... περιουσίας. Κινείται κατά καιρούς «εκτός ορίου», αλλά πάντοτε εντός εμπορίου. Η μία πλευρά επηρεάζει την άλλη, αλλά και οι δύο διατηρούν την αυτοτέλειά τους. Ανέκαθεν συνέβαινε. Συνέβη και στο Γούντστοκ.
Ήταν Μάρτιος του 1967 όταν οι επιχειρηματίες Τζον Ρόμπερτς και Τζόελ Ρόουσμαν, αμφότεροι κληρονόμοι τεράστιων περιουσιών, δημοσίευσαν μια αγγελία στη «Wall Street Journal»: αναζητούσαν ιδέες για έξυπνες επενδύσεις. Αργότερα γνώρισαν τον μουσικό παραγωγό Μάικ Λανγκ και τον Αρτ Κόρνφελντ, στέλεχος της εταιρείας Capitol. Πείσθηκαν να ρίξουν χρήμα σε ένα μεγάλο Φεστιβάλ. Θα έδιναν 150.000 δολάρια -το κόστος είχε προϋπολογισθεί σε 200 χιλιάδες. Προσδοκούσαν κοινό 75.000 νέων. Με εισιτήριο 6 δολαρίων, το τριήμερο θα απέφερε 450.000 δολάρια.
Τελικά τόσοι (400-450 χιλιάδες) άνθρωποι προσήλθαν κι έτσι, μολονότι οι περισσότεροι ήταν τζαμπατζήδες, περίσσεψε άφθονο χρήμα και για τα απροσδόκητα έξοδα. Τα βαρύτερα εξ αυτών ήταν προεόρτια και οφείλονταν στην αναγκαστική αλλαγή του τόπου διεξαγωγής του Φεστιβάλ. Από τα μέσα Ιουλίου είχαν αρχίσει εργασίες διαμόρφωσης του χώρου, αλλού. Στο μικρό χωριό Γουόλκιλ. Επειδή οι συντηρητικοί αγρότες-κάτοικοί του απείλησαν να κάνουν πραγματική «αντεπανάσταση», η τοπική Αστυνομία απαγόρευσε να διεξαχθεί εκεί το Φεστιβάλ.
Η εσπευσμένη μετακίνησή του στο Γούντστοκ υπερδιπλασίασε τον προϋπολογισμό, χώρια τα 50.000 δολάρια που δόθηκαν –ως ενοίκιο- στον κτηματία Μαξ Γιασγκούρ, ιδιοκτήτη της τεράστιας φάρμας. Όμως κατέφθασαν εκατοντάδες χιλιάδες κόσμου κι έτσι... εγένετο Γούντστοκ. Με τρόπο θριαμβευτικό.
Μπορεί να ήταν τριήμερο ειρήνης, αλλά ο κιθαρίστας των Who, o Πιτ Τάουνσεντ, αποδείχθηκε επιδέξιος πολεμιστής όταν μετέτρεψε την κιθάρα του σε... ρόπαλο. Γιατί; Για να εκδιώξει τον γνωστό ακτιβιστή Αμπι Χόφμαν, που ανέβηκε στη σκηνή την ώρα που το συγκρότημα ετοιμαζόταν να παίξει. Ο Χόφμαν επιθυμούσε να καταγγείλει την κερδοσκοπία στο Φεστιβάλ αλλά και την Αστυνομία για τη σύλληψη του Τζον Σίνκλερ, μάνατζερ του πολιτικοποιημένου ανατρεπτικού συγκροτήματος των MC5.
Νωρίτερα, οι Who επέδειξαν αξιοπρόσεκτη μαχητικότητα και στο παζάρι. «Διπλασιάζετε την αμοιβή μας ή εξαφανιζόμαστε», είπαν. Η απειλή απέδωσε. Εισέπραξαν 12.500 δολάρια. Κατά τα άλλα ο «τιμοκατάλογος» καταρτίστηκε χωρίς απειλές. Ο Τζίμι Χέντριξ εισέπραξε 18.000 δολάρια -αδρό ποσό τότε. Oι Blood, Sweat and Tears 15.000, η Τζόαν Μπαέζ 10.000, όσα και οι Greedence Clearwater Revival. H Τζάνις Τζόπλιν και οι Jefferson Airplane έλαβαν από 7.500, ο Ρίτσι Χέιβενς 6.000 δολάρια. Οι Carlos Santana Band αρκέστηκαν στα 750 δολάρια.
Εξυπακούεται ότι μόνο μίζεροι θα αμφισβητούσαν την αξία του Γούντστοκ εξαιτίας των... φουσκωμένων τσεπών. Το πάθος του Χέντριξ και τα κρυστάλλινα συναισθήματα που εξέπεμπε ο ήχος της κιθάρας του ήταν άλλη ιστορία -η κυρίως ιστορία.
Δεν τη νόθευε η αδρή αμοιβή του. Ούτε τα 10.000 δολάρια έκαναν λιγότερο ειλικρινή τα μάτια της Μπαέζ που δάκρυσαν όταν τραγουδούσε το «Τζο Χιλ». Μια μπαλάντα αφιερωμένη στον άντρα της και σε άλλους ακτιβιστές, πολέμιους του πολέμου στο Βιετνάμ, τους οποίους είχε φυλακίσει η κυβέρνηση Νίξον.
Δύο χρόνια νωρίτερα το χρήμα είχε αρχίσει να ρέει, από το Μοντερέι. Το 1967, στο Μοντερέι της Καλιφόρνιας είχε πραγματοποιηθεί το ιστορικό Φεστιβάλ του «Καλοκαιριού της Αγάπης». Τότε έλαμψαν η Τζόπλιν, ο Χέντριξ, ο θρύλος της σόουλ Οτις Ρέντινγκ, ο Ινδός Ραβί Σανκάρ.
Ο Τσακ Μπέρι είπε «όχι» διότι διαφώνησε στο οικονομικό με τους διοργανωτές. Ο επικεφαλής τους, Αλαν Πάρισερ, έκανε μαραθώνιες διαπραγματεύσεις με τον Τζον Φίλιπς, αρχηγό του ποπ σχήματος των Mamas and Papas έως ότου εξασφαλίσει τη συμμετοχή τους. Η αρχική αμοιβή των 5.000 δολαρίων δεν τους ικανοποιούσε. Αντιθέτως, οι διοργανωτές ικανοποιήθηκαν απολύτως από τα 400.000 δολάρια, με τα οποία το τηλεοπτικό δίκτυο ABC αγόρασε τα δικαιώματα αναμετάδοσης του Φεστιβάλ. Ποιος είπε ότι στο «Καλοκαίρι της Αγάπης» δεν αγαπήθηκε αρκούντως και το χρήμα;
Επιστροφή στο 1969: στον απόηχο του Γούντστοκ, στις 29 Αυγούστου, άρχισε στο βρετανικό νησί Ουάιτ το ομώνυμο Φεστιβάλ. Περίπου 150-200 χιλιάδες άνθρωποι απόλαυσαν εκεί τους Who, τους Moody Blues, τους Band κι άλλα διάσημα ονόματα της ποπ, ροκ και φολκ μουσικής. Κορυφαίο γεγονός του Φεστιβάλ: παρουσιάστηκε κι έπαιξε επί δύο ώρες ο Μπομπ Ντίλαν.
Ήταν η πρώτη εμφάνισή του από το 1966, τότε που είχε πέσει θύμα σοβαρότατου τροχαίου. Πανάκριβα πούλησε στους διοργανωτές την πρώτη «Μ.Α» (Μετά Ατύχημα) εμφάνισή του ο Μπομπ, στον οποίoν ανήκει η πατρότητα της φράσης «το χρήμα δεν μιλάει -βρίζει». Εισέπραξε 38.000 λίρες.
Ας τα θυμηθούμε αυτά την επόμενη φορά που θα ακούσουμε κλάψες για τις «χαμένες αθωότητες». Το ροκ ήταν ανέκαθεν σημαντικό, αλλά ουδέποτε «αθώο». Take it or leave it –προσωπικά θα νουθετούσαμε ανεπιφύλακτα: «Take it». Η αξία του έγκειται σε πολλά, αλλά όχι σε κάποιο παρελθόν «ανιδιοτελούς καθαρότητας». Αυτό υπήρξε μόνο στη φαντασία των νοσταλγών οι οποίοι, εξιδανικεύοντας ασκόπως κάθε τι που αφορά το παρελθόν, έχουν βαλθεί να περικυκλώνουν το παρόν με τις δικές τους Ερινύες ή -στην καλύτερη περίπτωση- με τα δικά τους ανικανοποίητα.
Κι αυτού του είδους η παραμορφωτική νοσταλγία δεν αφορά, βεβαίως, μόνο τη μουσική. Παράδειγμα: στην Ελλάδα ακούς πολλούς εξηντάρηδες να αναπολούν τον... ενάρετο δημόσιο βίο των νεανικών χρόνων τους. Ναι, όπως το 1965 που εξαγοράζονταν βουλευτές για να αποστατήσουν!

Του Διονύση Ελευθεράτου. Από την SportDay της Δευτέρας, 10 Αυγούστου 2009