Δευτέρα 1 Νοεμβρίου 2010

Προσεγγίσεις σε μια θεωρία του πολιτισμού


Μαξ Χορκχάιμε: Η έκλειψη του Λόγου
μτφρ: Θέμις Μίνογλο,εκδόσεις Κριτική, σ. 243, ευρώ 13,12 

Γράφοντας την Εκλειψη του Λόγου, ο Μαξ Χόρκχαϊμερ (Max Horkheimer) δηλώνει στον πρόλογο του πονήματος τον στόχο προς τον οποίο κατευθύνεται: Στόχος του βιβλίου «είναι να διερευνήσει την έννοια της ορθολογικότητας που αποτελεί το υπόστρωμα της σύγχρονης βιομηχανικής κουλτούρας, για ν' ανακαλύψει αν η έννοια αυτή δεν περιέχει ελαττώματα που τη φθείρουν κατά ουσιαστικό τρόπο». (Μαξ Χόρκχαϊμερ Η έκλειψη του Λόγου, σ. 9). Ο Χόρκχαϊμερ, προσπαθώντας να εξιχνιάσει τους λόγους που οδήγησαν στην κολοσσιαίων διαστάσεων κρίση του ορθού Λόγου και του δυτικού πολιτισμού, αναφέρεται τόσο στα θεμέλια όσο και στην ουσία του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού: η υποκειμενικότητα, σήμα κατατεθέν της Aufklarung, έλκει την καταγωγή της από αυτές τις ίδιες τις καταβολές της σκέψης στην ελληνική αρχαιότητα, την αρχαιότητα του Σωκράτη, του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, παίρνει δε την οριστική της δεσμευτικότητα στο καρτεσιανό πρόγραμμα της κυριαρχίας πάνω στη φύση· η αδιάσπαστη ενότητα φύσης και πνεύματος σε ολόκληρο το σώμα της ratio (η παράδοση του ορθού Λόγου) καταλύεται προς όφελος ενός είτε θετικιστικού είτε πραγματιστικού Λόγου και μιας εργαλειακής και αποψιλωτικής ορθολογικότητας.
«Ομως, η δύναμη που τελικώς κάνει δυνατές τις λογικές ενέργειες είναι η ικανότητα της ταξινόμησης, της συνεπαγωγής και της επαγωγής, ανεξάρτητα από το συγκεκριμένο περιεχόμενο - η αφηρημένη λειτουργία του μηχανισμού της σκέψης. Αυτός ο τύπος Λόγου μπορεί να ονομαστεί υποκειμενικός Λόγος. Ασχολείται ουσιαστικά με μέσα και σκοπούς, με την επάρκεια των διαδικασιών για επιδιώξεις λίγο ώς πολύ δεδομένες και υποθετικά αυταπόδεικτες. Αποδίδει μικρή σημασία στο ζήτημα του κατά πόσον οι επιδιώξεις αυτές καθεαυτές είναι λογικές» (στο ίδιο, σ. 14). Ο γερμανός στοχαστής, αντιδιαστέλλοντας τον υποκειμενικό προς τον αντικειμενικό Λόγο, βλέπει στον δεύτερο ένα εγγενές ενδιαφέρον για αξιακά φορτισμένα εννοιολογικά και πολιτισμικά περιεχόμενα που διατρέχουν απ' άκρου εις άκρον τη δυτική ιστορία, καθώς από την πλευρά του ο υποκειμενικός Λόγος δείχνει να ρέπει επικίνδυνα προς κάθε είδους ποζιτιβίστικη εγελιακότητα. Ο εγελιανός πανλογισμός, ας μην το ξεχνάμε, χρωστά την απαράμιλλη επικαιρότητά του στον κριτικό της χαρακτήρα, ενώ η υποκειμενικότητα του προγράμματος του γερμανικού ιδεαλισμού θα γεννήσει στις ακρώρειές της τόσο τον γερμανικό ναζισμό όσο και την ισοπεδωτική αλλοτρίωση του πολίτη του 20ού αιώνα.
Καθώς ο Σωκράτης υποδεικνύεται από τον Χόρκχαϊμερ ως ο θεμελιωτής της έννοιας της δυτικής ατομικότητας, θα προσπαθήσουμε «να διαβάσουμε» το εγχείρημα του γερμανού στοχαστή μ' έναν κριτικό τρόπο, καθώς και διατυπώνοντας κάποιες ερμηνευτικές προτάσεις.
Η απροσδιοριστία
Η έννοια της «απροσδιοριστίας» παίρνει στη θεωρητική σκέψη του 20ού αιώνα μία όλως δεσπόζουσα θέση, λόγω της Κβαντικής Φυσικής Θεωρίας του Χάιζενμπεργκ (Heisenberg), σύμφωνα με την οποία «η αρχή της απροσδιοριστίας» -έννοια σχετική με τη μέτρηση της θέσης και της ορμής ενός σωματιδίου σε δεδομένες συνθήκες- αναλαμβάνει ρυθμιστικό ρόλο στη θεωρητική Φυσική του περασμένου αιώνα.
Πιστεύουμε πως η έννοια της απροσδιοριστίας έχει έναν ιδιαίτερα εξέχοντα ρόλο κατά τη διάρκεια της τρισχιλιετούς πορείας της μεταφυσικής, αδιάλειπτα, μα ρόλο «συγκεκαλυμμένο». Συνιστά πραγματικότητα των μαθηματικών, της γεωμετρίας (ανιχνεύσιμη ακόμα και στα παμπάλαια παράδοξα «του λαγωού και της χελώνης» ή του βέλους του Ζήνωνα), καθώς και έννοια δίχως τη συνεισφορά της οποίας ίσως η νόηση της έννοιας του αναξιμάνδρειου «απείρου» είναι αδύνατη. Πέραν τούτου, η έννοια της απροσδιοριστίας αφορά την πραγματικότητα της «παράστασης» (Vorstellung - η αισθητηριακή πρόσληψη της εξωτερικής πραγματικότητα, η νοερή εικόνα ενός ή κάποιων πραγμάτων).
α) Καθώς η απροσδιοριστία κατοικεί θεμελιωδώς στην παράσταση (έλλειψη περιγραμμάτων, ανάδυση του αέναα νέου), ανιχνεύεται, κατά τη γνώμη μας, κατεξοχήν στην 3η υπόθεση του πλατωνικού διαλόγου Παρμενίδης, υπόθεση σκοτεινή και δυσανάγνωστη, η αποσφράγιση της οποίας δεν πραγματοποιείται δίχως «φιλοσοφικό κόστος». Στον συγκεκριμένο διάλογο, έναν διάλογο «απορητικό», συναντάμε πλήθος αδιέξοδα, μέσα από τα οποία ο Πλάτων, κατά την τελευταία του ώριμη περίοδο, προβάλλει τον σκεπτικισμό του για το κατά πόσον η «ταυτιστική λογική» (όρος του Καστοριάδη), είναι δυνατόν να περιγράψει ό,τι υπάρχει. Στον εν λόγω διάλογο -εστιάζουμε στην τρίτη υπόθεση του διαλόγου- η υπόδειξη της δεσμευτικότητας της απροσδιοριστίας όσον αφορά τον ρόλο της στη σκέψη συνιστά κεντρικό προσανατολισμό του Πλάτωνα, ο οποίος προσανατολισμός για πολλούς και συγκεκριμένους λόγους, στο κατοπινό του έργο, όπως και στη συνέχεια του διαλόγου, εγκαταλείπεται, ως πυρήνας προγραμματικής διακήρυξης, από τον έλληνα φιλόσοφο, με ασύλληπτο κόστος και επιπτώσεις για όλη τη μεταγενέστερη φιλοσοφική παράδοση.
β) Στον πλατωνικό διάλογο Τίμαιος, έργο επίσης της τελευταίας δημιουργικής περιόδου του Πλάτωνα, εκτίθεται η εξαιρετικά δυσπρόσιτη και δυσνόητη οντότητα με την ονομασία «Χώρα», οντότητα που ξεσήκωσε σειρά από σχόλια και διχογνωμίες μεταξύ των σχολιαστών όσο και των φιλοσόφων. Αν ο Ντεριντά ανακαλύπτει νύξεις για χαρακτηριστικά της χώρας «σε όλα τα κείμενα της προκαταρκτικής συζήτησης του διαλόγου», πιστεύοντας πως παραπέμπει πάντα σ' έναν χώρο «κατειλημμένο, κατοικημένο, πολιτικό», και αν ο Χάιντεγκερ βλέπει σ' αυτήν τον πρόδρομο της καρτεσιανής res extensa, εμείς θα προτείναμε να δούμε στην πλατωνική χώρα την κατεξοχήν θεματοποίηση της έννοιας της απροσδιοριστίας. Η απροσδιοριστία υπεισέρχεται τόσο στην κατασκευή όσο και στη δομή του πλατωνικού κόσμου, σαν μια χωριστή και καθ' όλα διακριτή οντότητα, απαραίτητη για τη συγκρότηση τόσο του αισθητού όσο και κάθε νοητού.
Καθώς προς την ίδια κατεύθυνση της αμφισβήτησης του ρόλου της ταυτιστικής λογικής κινούνται και πολλοί άλλοι όψιμοι διάλογοι του Πλάτωνα, όπως ο Σοφιστής ή ο Φίληβος, πρέπει να επισημάνουμε ότι η θεμελίωση και στήριξη της δυτικής σκέψης στην πλατωνική ιδέα -ένα πρόγραμμα σε τελείως άλλο πνεύμα από αυτό των τελευταίων διαλόγων- και κατόπιν στις αριστοτελικές κατηγορίες θα πολεμήσει, θα περιορίσει και τελικά θα εξοβελίσει την παράμετρο απροσδιοριστία από τη θεμελιώδη θεματική της δυτικής μεταφυσικής, καθώς το πρόγραμμα του «πέρατος» θα υιοθετηθεί και από τους Καντ και Χέγκελ, με αποτέλεσμα τον πλήρη προσδιορισμό του νοητού (κάθε φυσικό αντικείμενο είναι πλήρως προσδιορισμένο ως προς όλα τα δυνατά του κατηγορήματα, αποφαινόταν ο Καντ).
Οι έννοιες της απροσδιοριστίας και της παράστασης διακρίνονται από αμοιβαία «εκλεκτική συγγένεια», πράγμα που ο Πλάτων αντιλαμβάνεται πολύ καλά, αφού αποφασίζει να πλησιάσει και να εισαγάγει στη διαλεκτική του με το όχημα του «μύθου». Καθώς ο μύθος απευθύνεται πρώτα πρώτα στην ανθρώπινη φαντασία, με την εμφάνιση του Σωκράτη, παρατηρούμε μια μετατόπιση του κέντρου βάρους στη φιλοσοφική σκέψη, καθώς ο Αθηναίος στοχαστής θα χρησιμοποιήσει ως εργαλείο, μα και ως ρυθμιστική αρχή της προσέγγισής του στον κόσμο και στο πολιτικώς «πράττειν» τις γενικές έννοιες.
Αν οι σωκρατικές γενικές έννοιες αποκτούν μεταφυσική υπόσταση ως ιδέες, αιώνιες και άφθαρτες, στο πλατωνικό έργο, νέα δεδομένα και νέες ευθύνες ξεπροβάλλουν για τον Αθηναίο και τον παγκόσμιο πολίτη: η συμμόρφωση στην αλήθεια της ιδέας αναδεικνύεται γνώμων για το ηθικώς πράττειν, για το ορθώς πολιτεύεσθαι αλλά και για το φιλοσοφικώς βιοτεύειν. Η πλατωνική ιδέα υποδηλοί μία πραγματικότητα όσο και μία αλήθεια, την οποία ο άνθρωπος, υπό όρους, μπορεί να προσπελάσει.
Αποτελεί καίριο ερώτημα το τι συνιστά τελικά, ως φιλοσοφική υποθήκη στη νεωτερικότητα, η απαρέγκλιτη πίστη του Εγελου στη δύναμη της Εννοιας· πάντως βέβαιη είναι η υποβάθμιση του ρόλου της φαντασίας αλλά και ο εξοβελισμός της απροσδιοριστίας, ως ρυθμιστικής, από το σύστημά του. Η δύναμη και η αποτελεσματικότητα, τόσο σε κοινωνικό όσο και σε οντολογικό επίπεδο, της «ροής των παραστάσεων» (των νοητικών εικόνων) είναι, πιστεύουμε, κάτι που θα πρέπει να εξεταστεί προσεκτικότερα.
Προσέγγιση σε μια θεωρία του πολιτισμού
Δεν είναι βέβαιο πως όταν ο Φρόιντ διατύπωσε την ανθρωπολογική του προσέγγιση, με γνώμονα τη libido, είχε εξαρχής κατά νου να σκιαγραφήσει μια διεξοδική θεώρηση του πολιτισμικού φαινομένου· πάντως, τελικά, κάτι τέτοιο έκανε μέσα από την ολοκλήρωση της θεώρησής του: ο ρυθμιστικός ρόλος του ενστίκτου ζωής και του ενστίκτου θανάτου ολοκληρώνει το όψιμο έργο του, καθώς συνεισφέρει στη διατύπωση μιας εμπνευσμένης σύλληψης. Η εγγραφή του νόμου στα ανθρώπινα υποκείμενα συντελείται από τα πρώτα χρόνια της ζωής τους μέσα από τη χαλιναγώγηση της παιδικής σεξουαλικότητας· η αρχή της ηδονής τροποποιείται σε αρχή της πραγματικότητας, καθώς το παιδί, από νωρίς ακόμα, μέσα από τη διαπαιδαγώγηση που εισπράττει από το περιβάλλον του και τις γονεϊκές επιταγές αδυνατεί να βρει ικανοποίηση της πρωταρχικής του σεξουαλικότητας. Ο έλεγχος της ανθρώπινης σεξουαλικότητας από το οικογενειακό περιβάλλον έχει ως αποτέλεσμα να χαλκευθεί ένας καταπιεσμένος όσο και ντρεσαρισμένος ενήλικος. Η αρχή της πραγματικότητας γίνεται γνώμονας συμπεριφοράς που υπαγορεύεται από την κατεστημένη κοινωνία, η οποία βρίσκει έτσι τον τρόπο να χειραγωγήσει τα άτομα και να παραγάγει υποκείμενα πειθήνια, που είναι σε θέση να εργάζονται για να παράγουν δίχως να διαμαρτύρονται, αφού το μέσον για την ποθούμενη αμφισβήτηση και εξέγερση απέναντι στην εξουσία, δηλαδή η libido είναι κατεσταλμένη και ανενεργή.
Από την πλευρά τους, οι Χόρκχαϊμερ και Αντόρνο, περί τα μέσα του 20ού αιώνα, διατυπώνουν μια διαφορετική άποψη: Ο ορθός Λόγος φέρει το ανορθολογικό μέσα σ' αυτόν τον ίδιο τον πυρήνα του. Ο ορθός Λόγος κατέστησε δυνατή τη δυτική ανθρωπότητα, την οποία τελικά καταστρέφει, αφού σήμερα βρίσκουν χώρο να εκφραστούν εγγενείς σ' αυτόν αντινομίες. Η πραγματικότητα της πολιτισμικής ερήμωσης που διαπιστώνεται στη σύγχρονη ιστορία του δυτικού κόσμου, ο αλλοτριωμένος και αποξενωμένος από το αποτέλεσμα της εργασίας του όσο και από τις πραγματικές του επιθυμίες πολίτης στερείται πλέον τα μέσα που θα μπορούσαν να καταγγείλουν την ερήμωση που κυκλώνει απειλητικά την ύπαρξή του. Υπαίτιο για τούτη τη θλιβερή παρακμή, την οποία διαπιστώνουν μια πλειάδα από στοχαστές, όπως ο Ρουσό, οι Ρομαντικοί ή ο Νίτσε, δεν είναι μόνο το καρτεσιανό πρόγραμμα της κυριαρχίας πάνω στη φύση - το πρόβλημα έχει βαθύτερες ρίζες: Ο ορθός Λόγος είναι από την καταγωγή του και από την σύστασή του, αρχής γενομένης από την ελληνική αρχαιότητα, Λόγος κατοχής και κυριαρχίας. Ο ομηρικός Οδυσσέας υπήρξε το μοντέλο του πρώτου αστού που μπροστά στην ευόδωση των σχεδίων του θα καταφύγει στη «φενάκη» της θυσίας - στην εξαπάτηση των άλλων (Χόρκχαϊμερ, Αντόρνο, Η διαλεκτική του Διαφωτισμού). Ο Χόρκχαϊμερ κλείνει την Εκλειψη του Λόγου καταγγέλλοντας τον Λόγο στο όνομα αυτού του ίδιου του Διαφωτισμού που κάποτε τον ενέπνευσε.
Απέναντι και στις δύο αυτές θεωρήσεις θα τολμήσουμε να διατυπώσουμε μία ένσταση υπό μορφή πρότασης: Ο ορθός Λόγος, ό,τι καλούμε ratio, ποτέ δεν διατυπώθηκε στην ολότητά του· αυτό που έχει μιληθεί ως Λόγος είναι στην ουσία ένα μέρος μιας ολότητας, της οποίας ίσως το σημαντικότερο κομμάτι μένει στο σκοτάδι.
Θα πρέπει να παρακάμψουμε το πλατωνικό «πέρας» και την εγελιανή «προσδιοριστικότητα» (Bestimmtheit) για να φτάσουμε στο ουσιώδες: Η απροσδιοριστία είναι το πλαίσιο, το περιβάλλον μέσα στο οποίο κατοικεί ένας ολόκληρος κόσμος σημασιών, παραπομπών, αρχετύπων, παραστάσεων, συμβόλων και γλωσσικών προϋποθέσεων και δομών, «συστατικά», τα οποία συνιστούν ένα «μάγμα» (όρος του Καστοριάδη που υποδηλοί κάτι σαν ακατέργαστο φαντασιακό υλικό). Θα λέγαμε μάλλον ένα «υπερμάγμα» -ένα μάγμα των μαγμάτων- αφού το υλικό είναι ετερόκλιτο. Η θεωρητική παραγωγή του 20ού αιώνα (γλωσσολογία, εθνολογία, ψυχανάλυση, σύγχρονη λογοτεχνία και τέχνη κ.λπ.) δεν είναι μία εμπειρική προσαύξηση των εγελιανών εννοιών, μα μία Αβυσσος νοημάτων, μία «σημασιακή δεξαμενή», που υπήρχε πάντοτε, ως υπόρρητη πραγματικότητα, ήδη κάτω από τις κατηγορίες του Αριστοτέλη. Τούτο το υλικό, ένας πραγματικός ανθρωπολογικός και σημασιακός θησαυρός παραπομπών, μία ανεξάντλητη πηγή από νοηματικές μήτρες, υπέφωσκε εδώ και δυόμισι χιλιάδες χρόνια των κατηγοριών της ratio, όντας ένας κόσμος άλαλος, κατεσταλμένος και φιμωμένος κάτω από τις θεμελιώδεις έννοιες της δυτικής μεταφυσικής.
Καθώς η απροσδιοριστία συνιστά το πλαίσιο μέσα στο οποίο εντάσσεται ο εν λόγω σημασιακός χώρος, θα λέγαμε πως παρ' όλ' αυτά ο χώρος αυτός δεν διέπεται από αταξία. Χαρακτηρίζεται από μια «άτακτη τάξη», απολύτως σχετική με ό,τι περιγράφει η θεωρία των πιθανοτήτων, καθώς δε ένα μέρος αυτού του υλικού προωθείται προς την κατονομασία, επιδέχεται όλο και περισσότερους προσδιορισμούς. Καθώς τούτη η δυναμική δεν ήταν, πιστεύουμε, άγνωστη στον Πλάτωνα, μπορούμε να πούμε πως η πορεία που ακολούθησε η δυτική μεταφυσική δεν ήταν η μόνη δυνατή· σαφώς, η πορεία του δυτικού πολιτισμού δεν υπήρξε αποκλειστική ευθύνη του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, καθώς η δυτική οντολογία αντιστοιχούσε πάντα σε μια ανάλογη με αυτήν κοινωνική πραγματικότητα. Το τεράστιο αυτό θέμα δεν θα το συζητήσουμε εδώ, πρέπει πάντως να επισημάνουμε ότι θα ήταν δυνατόν να έχουν ακολουθηθεί και διαφορετικές επιλογές.
Ολος αυτός ο νοηματικός χώρος υπήρξε φυλακισμένος κάτω από τα κατηγοριακά σχήματα της υπερδισχιλιετούς δυτικής οντολογίας, με αποτέλεσμα να καταστέλλεται όχι μόνον τούτο το σημασιακό υλικό, αλλά μαζί με αυτό και το ανθρώπινο φαντασιακό. Για χιλιετίες η φαντασία του δυτικού ανθρώπου είναι μπλοκαρισμένη, κάτι που ο Φρόιντ, στον βαθμό που το αντιλαμβάνεται, το αποδίδει σε αμιγώς ψυχολογικά αίτια. Για χιλιετίες ο δυτικός άνθρωπος παρεμποδίζεται από το να μπορεί να φανταστεί, να φαντασιωθεί και να οραματιστεί όπως του αξίζει. Τα κοινωνικοπολιτικά οράματα, η κατεξοχήν περιοχή έκφρασης τούτου του υπόρρητου της ratio χώρου, δεν είναι αυτά που αντιστοιχούν και αυτά που αξίζουν στον ταλαιπωρημένο δυτικό άνθρωπο.
Η κατάσταση αυτή μόνον ανώδυνη δεν είναι· έχει, θα λέγαμε, τεράστιες συνέπειες, που αφορούν την ανθρώπινη ιστορία και την πραγματικότητα των πολιτικών θεσμών. Το υπόρρητο αυτό στη ratio σημασιακό υλικό «πιέζει εκ των ένδον» τα περιβλήματα των εννοιών, στα οποία είναι εγκλωβισμένο, φέροντας στο φως, σε ψυχολογικό και κοινωνικό επίπεδο, μια ρηξιγενή πραγματικότητα. Τούτο το φυλακισμένο στις δυτικές κατηγορίες σημασιακό υλικό ήταν αυτό που κατεστάλη ακόμα μία φορά, όταν ο αθηναίος Σωκράτης καταδικάστηκε το 399 π.Χ. από τους συμπολίτες του στο να τελειώσει τη ζωή του πίνοντας κώνειο. Η προσπάθεια του Σωκράτη ήταν μία πάλη της κριτικής σκέψης με τις καθιερωμένες δομές και προκαταλήψεις της αρχαίας Αθήνας, όπου για ακόμη μία φορά φιμώθηκε το αίτημα της αυτονόμησης και της ολόπλευρης έκφρασης του ατόμου.
Καθώς τούτη η ασύλληπτη «εκ των ένδον» πίεση αυτού του μέχρι πρότινος σιωπηλού χώρου κατέστη πραγματικά ασφυκτική, κατά τους τελευταίους ευρωπαϊκούς χρόνους -κυρίως την εποχή της δύσης των διαφωτιστικών ιδεών- σε μεγάλο βαθμό οι παραδοσιακές κατηγορίες της δυτικής μεταφυσικής διερράγησαν. Η ένταση τούτης της ρήξης, ενός αγώνα όπου η φαντασία και το ενορμησιακό παλεύουν μέχρις εσχάτων με την Εννοια, αντιστοιχεί εκατό τα εκατό στα δραματικά γεγονότα των αρχών του 20ού αιώνα. Τι, αλήθεια, φοβάται ο σύγχρονος άνθρωπος όταν αναλογίζεται ένα ενδεχόμενο πυρηνικό ολοκαύτωμα, αν όχι την ουσιώδη του πραγματικότητα, την αλήθεια του, που αγωνίζεται να εκφραστεί, να υπάρξει και να θεσμοθετήσει, σε πείσμα των αποστεωμένων κατηγοριών μιας νεκρής, εδώ και καιρό, ορθολογικότητας, δίχως να το πετυχαίνει;
Καθώς τα κελύφη των θεμελιακών εννοιών της δυτικής μεταφυσικής διερράγησαν, αποτέλεσμα ήταν τόσο μια καινοφανής πνευματική συνέχεια στο επίπεδο της επιστήμης, της σκέψης και της τέχνης, καθώς κι ένα κλίμα σύγχυσης, αβεβαιότητας και φόβου, όπου «τίποτα δεν αποκτά το όνομά του». Η εξέλιξη που περιγράφουμε υπήρξε βεβιασμένη, καθώς το υλικό του «σιωπηλού» τούτου χώρου ξεχύνεται πλέον, μέσα σε όλον τον 20ό αιώνα, μέσα από τις διαρραγείσες έννοιες βεβιασμένα και επικίνδυνα. Το χάος δύσκολα μπορεί να εκφραστεί όταν δεν χωράει και δεν περιορίζεται σε νόρμες. Το σκοτεινό κομμάτι της «συλλογικής ανθρώπινης ψυχής» απέχει πολύ από το να έχει εκφραστεί με σαφήνεια και με αιτήματα: το φοβόμαστε σε κάθε εμφάνιση μιας νέας εστίας πολέμου, αλλά και σε κάθε ομαδικό βανδαλισμό μέσα στα γήπεδα.
Αν πράγματι το υποκείμενο δεν πέθανε -πράγμα που πιστεύουμε βαθιά- καλείται επιτακτικά να βγει, να ξυπνήσει από τον καταναγκαστικό του ύπνο. Θέλουμε να πιστεύουμε όχι μόνον στη δύναμη της σκέψης αλλά και στη δύναμη του ανθρώπου. * 

Ο Μαξ Χορκχάιμερ (14 Φεβρουαρίου, 1895 – 7 Ιουλίου, 1973) ήταν Γερμανός φιλόσοφος και κοινωνιολόγος, ιδρυτής και πρωτοπόρος στοχαστής της «Κριτικής θεωρίας» (ή γενικότερα, ιδρυτικό μέλος της  Σχολής της Φρανκφούρτης).

Βιογραφία

Ο Χορκχάιμερ γεννήθηκε στην Στουτγκάρδη σε μια εβραϊκή οικογένεια. Λόγω οικογενειακής πίεσης, αυτός δεν επεδίωξε εξ΄αρχής μια ακαδημαϊκή καριέρα, και εγκατέλειψε το γυμνάσιο στην ηλικία των δεκαέξι ετών για να εργαστεί στο εργοστάσιο του πατέρα του. Εντούτοις, μετά τον Α΄Παγκόσμιο Πόλεμο γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου, όπου σπούδασε φιλοσοφία και ψυχολογία. Στην συνέχεια μετακόμισε στην Φρανκφούρτη, όπου σπούδασε υπό τον Hans Cornelius. Εκεί συνάντησε τον Τέοντορ Αντόρνο, πολλά χρόνια νεότερό του, με τον οποίο θα ανέπτυσσε μια μακροχρόνια φιλία και μια δημιουργική σχέση συνεργασίας.
Το 1925, ο Χορκχάιμερ ανακηρύχθηκε υφηγητής με την διατριβή του υπό τον τίτλο Η Κριτική της Κριτικής Ικανότητας του Καντ ως Μεσολάβηση μεταξύ της Πρακτικής και Θεωρητικής Φιλοσοφίας που έγραψε υπό τον Cornelius. Διορίστηκε ως Υφηγητής το επόμενο έτος. Όταν η διεύθυνση του Ινστιτούτου για την Κοινωνική Έρευνα έμεινε κενή το 1930, εκλέχθηκε σε αυτήν την θέση. Τον ίδιο χρόνο ο Χορκχάιμερ ανέλαβε την έδρα της κοινωνικής φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Φρανκφούρτης. Τον επόμενο χρόνο η έκδοση του Ινστιτούτου Zeitschrift für Sozialforschung ξεκίνησε, με τον Χορκχάιμερ ως εκδότη της.
Η υφηγητική διατριβή του Χορκχάιμερ ανακλήθηκε από τη νέα κυβέρνηση των Ναζί, και το Ινστιτούτο έκλεισε το 1933. Μετανάστευσε τότε στην Ελβετία, από την οποία θα έφευγε για τις ΗΠΑ τον επόμενο χρόνο, όπου το Πανεπιστήμιο Κολούμπια φιλοξένησε το Ινστιτούτο στην εξορία. Το 1940, ο Χορκχάιμερ πήρε την Αμερικανική υπηκοότητα και μετακόμισε στο Pacific Palisades μια περιοχή του Λος Άντζελες της πολιτείας Καλιφόρνια, όπου συνεργάστηκε με τον Αντόρνο για την συγγραφή του έργου Διαλεκτική του Διαφωτισμού. Σε αντίθεση με τον Αντόρνο, ο Χορκχάιμερ δεν υπήρξε ποτέ παραγωγικός συγγραφέας και στα επόμενα είκοσι χρόνια δημοσίευσε λίγα, αν και συνέχισε να επεξεργάζεται το έργο Μελέτες στην Φιλοσοφία και τις Κοινωνικές Επιστήμες ως μια συνέχεια των Zeitschrift. Το 1949 επέστρεψε στην Φρανκφούρτη, όπου το Ινστιτούτο ξανάνοιξε το 1950. Ανάμεσα στο 1951 και το 1953 ο Χορκχάιμερ ήταν πρύτανης στο Πανεπιστήμιο της Φρανκφούρτης, όπου συνέχισε να διδάσκει μέχρι την συνταξιοδότησή του στα μέσα της δεκαετίας του 1960.
Επέστρεψε στην Αμερική το 1954 και το 1959 για να δώσει διαλέξεις στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο. Παρέμεινε μια σημαντική μορφή μέχρι τον θάνατό του στην Νυρεμβέργη το 1973. Ετάφη στο Εβραϊκό κοιμητήριο στην Βέρνη της Ελβετίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια: